ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η λέξη «σούφερο» στην κρητική διάλεκτο

σούφερο(το), σούφερα (τα)=η μυστική κατηγορία σε βάρος τρίτου, το κουτσομπολιό, η φαρμακογλωσσιά, η ραδιουργία, η διαβολή, η συκοφαντία, η κατάκριση, ο ψόγος, η δυσφήμιση, το σούρεμα. ΣΥΝ. σουχλί.

ΦΡ. 1) βάνω ή κάνω σούφερα. 2) Ο νους σου, σου κάνει σούφερα.

Σούφερα βάνουν οι εχθροί και λόγια η συμπεθέρα,

μα δα τση σπάσω τα πλευρά εξάπαντως μια μέρα

Σήφης Κωνσταντουλάκης, Μαρωνιά

(από το Στειακό Λεξιλόγιο, Γιάννης Κριτσωτάκης)

http://www.kritikaepikaira.gr