ΜΕΓΑΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Η Μεγάλη και Αιματηρή Ιστορία των Ελλήνων Σατανιστών της Παλλήνης- Τον χειμώνα του 1993, η Ελλάδα έχασε την αθωότητά της

Ήταν από τα πιο όμορφα κορίτσια της πόλης. Η Νατάσα. Όταν πηγαίναμε Γυμνάσιο, εκείνη ήταν στο Λύκειο. Τα είχε με τον Άρη, έναν ομορφούλη, από άλλο σχολείο. Είχαν γίνει talk of the town, εκεί γύρω στις αρχές του ’90. Μέχρι που η ζηλευτή εικόνα του ζευγαριού ξεκίνησε να θολώνει.

Κάποιοι έλεγαν για τελετές μαύρης μαγείας που διοργάνωναν οι δυο τους, όταν τελείωναν τα μαθήματα. Άλλοι για μια τεράστια πεντάλφα που κάποιος είχε ζωγραφίσει στην αυλή του σχολείου του Άρη – μόλις το κατάλαβαν οι καθηγητές, έσπευσαν να τη σβήσουν. Ακούστηκαν και άλλες ιστορίες, χωρίς κανείς να μπορεί να πει αν ήταν αλήθεια ή ψέματα. Πάντως, εκεί, πάνω στην άγρια εφηβεία της επαρχίας, υπήρξαν πολλοί τότε που δελεάστηκαν από τις απόκρυφες τελετές που συζητούνταν στα πηγαδάκια.

Ένα πρωί, λίγο καιρό μετά, οι εφημερίδες έγραψαν ότι η 17χρονη Νατάσα βρέθηκε νεκρή. Είχε κρεμαστεί μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η Αστυνομία απεφάνθη «αυτοκτονία» και έκλεισε την υπόθεση. Κανένας δεν θέλησε να ψάξει αν όλα όσα είχαν ακουστεί είχαν ψήγματα αλήθειας. Αλλά πάντως, κανείς πλέον δεν είχε διάθεση να μυηθεί σε τελετές σατανιστών. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, όταν έσκασε η είδηση για την υπόθεση των «Σατανιστών της Παλλήνης», κανείς δεν έπεσε από τα σύννεφα.

Το Metal και η Μαρινέλλα

Το 1972, ο Ντέμης Ρούσος με το συγκρότημά του «Aphrodite’s child» είχε κυκλοφορήσει δίσκο ψυχεδελικής μουσικής με το όνομα «666», ενώ 10 χρόνια αργότερα, το… νήμα πήραν οι Iron Maiden με τους κλασικούς πια στίχους «666 the number of the beast». Στα 80s και τα 90s, το heavy metal άρχιζε να αποκτά ευρύ κοινό στην Ελλάδα. Όπως και τα επιμέρους είδη, το dark metal ή το death metal. Οι στίχοι των τραγουδιών, ο αποκρυφισμός, τα παιχνίδια ρόλων, η Σολομωνική ήταν αντικείμενα συζήτησης στις παρέες των εφήβων ανά την Ελλάδα. Προφανώς και το metal δεν οδηγούσε στον σατανισμό, όπως διέδιδε η εκκλησία. Θυμάμαι ακόμη που βάζαμε να παίξουμε ανάποδα διάφορους δίσκους και ειδικά το Hotel California, έχοντας πεισθεί ότι επρόκειτο να ακούσουμε μυστικά μηνύματα. Ακόμη και δίσκους της Μαρινέλλας ακούγαμε και καλά για να αποκωδικοποιήσουμε τη «φωνή του Βελζεβούλ» που μας έλεγαν ότι είχε παρεισφρήσει στο δισκάκι. Μπορεί να γελούσαμε τότε, αλλά υπήρχε και ένας φόβος, μια αμφιβολία -«Λες; Λες όντως να ακούγεται ο διάβολος;»- που κανένας δεν τολμούσε ακριβώς να παραδεχτεί.

Το 1992, βγήκε και ο Δράκουλας του Coppola και το γλυκό έδεσε. Κοινό αστείο μεταξύ των φίλων ήταν τα ζόμπι, οι απόπειρες τύπου «να καλέσουμε τα πνεύματα» και κάποιοι –πιο προχώ- έκαναν και τελετές μαύρης μαγείας, με δοκιμές σε ζώα (οι φιλόζωοι θα έφριτταν). Ιστορίες, μύθοι, μυθεύματα, φαντασίες, όλα ανάκατα στην αρχή μιας δεκαετίας με πολλή ευημερία, ελεύθερο χρόνο και μια (λογική) περιέργεια για το τι είναι «εκεί έξω», παράλληλα με έναν ιδιότυπο εξευρωπαϊσμό που περιλάμβανε ιδιωτικά κανάλια, απελευθέρωση της σεξουαλικής ζωής και φόβο για το AIDS.

Το Εθνος της 30ης Δεκεμβρίου 1993

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν οι «Σατανιστές της Παλλήνης», όπως έμελλε να μείνουν στην ιστορία οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης. Ο Ασημάκης Κατσούλας, ο Μάνος Δημητροκάλης και η Δήμητρα Μαργέτη το είχαν τερματίσει: Από την παράλογη εμμονική τους δράση, έχασαν τη ζωή τους δύο γυναίκες, επειδή έτυχε να βρεθούν στο λάθος σημείο, την πιο λάθος στιγμή.

«Ακόμη και σήμερα, υποθέσεις που αφορούν τέτοιου τύπου θέματα, όπως ο σατανισμός, είναι από τις πιο περιζήτητες σε σειρές αστυνομικού ενδιαφέροντος, όπως πχ. το Criminal Minds», εξηγεί στο VICE o ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας Αντώνης Μαγγανάς. «Αυτός είναι ο λόγος που μετά από περίπου 25 χρόνια θυμόμαστε ακόμη και συζητάμε για τους “Σατανιστές της Παλλήνης”. Καταρχάς, επειδή είναι μια σπάνια περίπτωση που δεν έχει συμβεί ξανά, αλλά κυρίως επειδή ξύπνησε έντονα συναισθήματα, στην είδηση ότι δύο αθώα θύματα, που δεν είχαν καμία σχέση με τους θύτες τους, θυσιάστηκαν για τις ιδεοληψίες των δολοφόνων τους».

Οι πρωταγωνιστές

Οι τρεις δράστες ζούσαν στην περιοχή μεταξύ Παλλήνης, Κάντζας και Γλυκών Νερών. Η όμορφη Δήμητρα Μαργέτη ήταν η μικρότερη όλων, πήγαινε ακόμη σχολείο. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, λόγω της εξωτερικής της εμφάνισης – και ήταν ζευγάρι με τον Μάνο Δημητροκάλη.

Ο Κατσούλας ήταν ο τρίτος της παρέας. Με τη Μαργέτη, γνωρίζονταν από παιδιά – μέσω εκείνης γνώρισε και τον Δημητροκάλη. Γεννημένος το 1972, γόνος μέσης αστικής οικογένειας της Κάντζας και με πειθώ, ο Μάκης –όπως τον έλεγαν οι φίλοι του- δεν ήταν δύσκολο να κλέψει την καρδιά της Μαργέτη. Οι τρεις τους έγιναν μια ομάδα και ήταν αχώριστοι σε όλα.

Ο Ασημάκης Κατσούλας.

Για να μπορέσει να μπει ανάμεσα στο ζευγάρι, ο Κατσούλας επικαλέστηκε τους δαίμονες. «Εκεί που έβγαινα με τον Μάνο, μπήκε σαν παρέα και ο Μάκης. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, ξεκίνησα να τσακώνομαι με τον Μάνο, για τον Μάκη. Τελικά χώρισα μαζί του. Μας έβαλε λόγια και τα χαλάσαμε», είχε διηγηθεί η ίδια η Μαργέτη. «Είχε προηγηθεί ένα συμβόλαιο. Από εκεί ξεκίνησε η σχέση μου με τη μαγεία. Εγώ είχα πει ότι μόνο αν ασχοληθεί ο Μάνος, θα μπω και εγώ. Μπήκαμε και οι δύο. Και μετά τα έφτιαξα με τον Μάκη με εντολή δαίμονα, παρά τη θέλησή μου, επειδή εγώ δεν είχα σκοπό».
Σύμφωνα με τους ειδικούς που εξέτασαν τον Κατσούλα, από το 1989 και μετά, διέθετε ήδη ανεπτυγμένες νοητικές ικανότητες, επιβλητική εμφάνιση, ενώ διακατέχονταν από ανησυχία πνεύματος. Οι ψυχολόγοι της ΕΛ.ΑΣ. τον χαρακτήρισαν ως «ιδιαίτερα πειστικό ομιλητή στις συζητήσεις μεταξύ των συνομηλίκων του».

Οι γονείς του έλεγαν ότι ήταν ένα ήσυχο παιδί που έμενε συχνά μέσα στο δωμάτιό του, για να μελετήσει. Ξεκίνησε να διαβάζει βιβλία αποκρυφιστικού περιεχομένου. Άλλες πηγές ανέφεραν ότι παρίστανε από παλαιότερα τον μαθητευόμενο μάγο και διέδιδε ότι μελετούσε τη Σολομωνική.

Μετά τα 18 του, άλλαξε και σιγά-σιγά έχασε την επαφή με την οικογένειά του, ώσπου αποξενώθηκε ολοκληρωτικά. Οι γονείς του έμαθαν μετά τη σύλληψή του τι είχε συμβεί.
Από την άλλη πλευρά, ο Μάνος Δημητροκάλης ήταν χαμηλών τόνων, μετρημένος, ο τέλειος έφηβος: Πολύ καλός μαθητής, ευγενικός, μαζεμένος. Γεννήθηκε το 1974 σε μια μεσοαστική οικογένεια. Ήταν εύκολο θύμα για τον χαρισματικό Μάκη Κατσούλα. «Είχε μεγάλη επιρροή πάνω του. Του έλεγε ότι πρέπει να θυσιάσει την αδερφή του και αυτός έλεγε, “πάρτε εμένα”. Για κάθε αρρώστια που έπεφτε στο σπίτι μας, ο Κατσούλας τον έπειθε ότι εκείνος ήταν ο υπεύθυνος – και αν γινόμασταν καλά, ότι εκείνος ευθύνεται», είχε πει η μητέρα του, Δήμητρα.

Η μύηση κάθε κοριτσιού προέβλεπε μια ειδική «τελετή», όπου η κοπέλα θα έμενε γυμνή στο δωμάτιο, κρατώντας ένα κερί.

«Αυτός ήταν δαιμόνιος», είχε υποστηρίξει ο πατέρας του για τον Κατσούλα. «Πλησίαζε τα παιδιά, ψυχολογούσε τα προβλήματά τους και τους πουλούσε ό,τι ήθελαν. “Έλα μαζί μου και θα γράψεις αύριο τέλεια, χωρίς να διαβάσεις”, τους έλεγε και τα έπειθε. Και σε κορίτσια και σε αγόρια, προσέφερε χρήματα και διάφορα άλλα, καλή ζωή, αλλά με κάποια ανταλλάγματα. Μετά τα πήγαινε σε μέρη σε Παλλήνη και Παιανία και έκαναν τελετές».

Ο Μάνος Δημητροκάλης.

«Ο Κατσούλας ήταν ο κλασικός κατεξοχήν νάρκισσος. Είχε ανάγκη να τον υπακούν. Οι νέοι άνθρωποι ψάχνουν κάτι πέρα των παραδοσιακών. Είναι προφανές ότι και εκείνος έψαχνε κάτι πρωτότυπο, οτιδήποτε θα μπορούσε να του δώσει εξουσία. Για κακή του τύχη, τον τράβηξε ο σατανισμός στην πιο κρίσιμη στιγμή, όταν οι νέοι ψάχνουν την ταυτότητά τους», εξηγεί ο Αντώνης Μαγγανάς. «Το κοινό χαρακτηριστικό των πρωταγωνιστών αυτών των υποθέσεων είναι η ψυχρότητα, η απουσία συναισθήματος. Δεν μπορώ να ξέρω αν υπήρχε ψυχοπάθεια στη μέση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έψαχνε μια ομάδα που θα μπορούσε να υποταχθεί στις επιταγές του – και τη βρήκε. Το μείγμα ήταν εκρηκτικό», συμπληρώνει.

Όταν οι δύο νεαροί σατανιστές συνελήφθησαν, υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία – ο Δημητροκάλης στο Πολεμικό Ναυτικό και ο Κατσούλας στον Στρατό Ξηράς. Ήταν την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1993.

Οι δολοφονίες

Η Δώρα Συροπούλου ήταν μόλις 14 χρονών. Πήγαινε σχολείο όταν είχε γνωριστεί με τους τρεις, μέσω φιλενάδων της. Έκτοτε, έκαναν πού και πού παρέα. Όπως θα ομολογήσει μετά τη σύλληψή τους η Δήμητρα Μαργέτη, ο Κατσούλας την είχε πείσει να μυηθεί στον σατανισμό.

Η μύηση κάθε κοριτσιού προέβλεπε μια ειδική «τελετή», όπου η κοπέλα θα έμενε γυμνή στο δωμάτιο, κρατώντας ένα κερί. Θα της έδιναν κάτι να διαβάσει. Μετά, κανείς δεν το είπε, αλλά η φαντασία φούντωνε για σεξουαλικά όργια ή απλώς σεξ με τον «αρχηγό».
«Την προηγούμενη μέρα της Συροπούλου, ο Μάκης (σ.σ. Κατσούλας) δεν ήταν καλά. Τον ρώτησα τι έχει. Μου είπε ότι κάποιος δαίμονας θέλει κάποια συγκεκριμένη, επειδή του άρεσε. Και είπε ότι πρέπει αυτήν εμείς να την πάρουμε, να την πάμε στο Σέσι και μετά, η κοπέλα απλώς θα εξαφανιζόταν. Θα την έπαιρνε ο δαίμονας. Δεν ήξερα για φόνο», είπε η Μαργέτη. «Ο Μάκης είχε πει άλλα σ’ εκείνη και άλλα σ’ εμένα. Ένιωθα εξαπατημένη, αλλά δεν μπορούσα να αντιδράσω. Αν μιλούσα, θα ήμουν κι εγώ νεκρή».

Περιέλουσαν το πτώμα της με βενζίνη και το έκαψαν, προκαλώντας μάλιστα και πυρκαγιά στο δάσος του Υμηττού.

Ήταν 27 Αυγούστου 1992, όταν ο Κατσούλας, ο Δημητροκάλης και η Μαργέτη παρέλαβαν τη Συροπούλου από τη Μιχαλακοπούλου. Αρχικά, πήγαν όλοι μαζί βόλτα στον Λυκαβηττό. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, εκεί ο Μάκης της έκανε ψηστήρι για τον σατανισμό. Στη συνέχεια, την οδήγησαν στην ερημική τοποθεσία στο Κορωπί, για να την προσφέρουν θυσία στον Σατανά. Όπως διηγήθηκε η ίδια η Μαργέτη, «ήμουν καλή με την κοπέλα, επειδή μου είχαν πει να είμαι καλή για να μη φύγει. Απαγορευόταν να της πω οτιδήποτε για μαγεία, για να μην τρομάξει. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσαμε. Ήταν κι αυτή καλή μαζί μου».

Όταν η κοπέλα ξεκίνησε να γδύνεται στο Σέσι, η Μαργέτη έφυγε προς το αυτοκίνητο. Οι δύο άνδρες της έδεσαν τα χέρια και την έβαλαν να γονατίσει, κρατώντας ένα κερί. Μετά, τη χτύπησαν με ένα ξύλο στο κεφάλι. Όταν διαπίστωσαν ότι η κοπέλα δεν είχε πεθάνει, τη στραγγάλισαν. Μετά, ασέλγησαν στο άψυχο κορμί της. Στη συνέχεια, περιέλουσαν το πτώμα της με βενζίνη και το έκαψαν, προκαλώντας μάλιστα και πυρκαγιά στο δάσος του Υμηττού.

«Ήξερα ότι ήταν Μεγάλη Εβδομάδα και ότι αν κάποιος σκότωνε κάποιον άλλον, θα έπαιρνε εύνοια από τα πνεύματα» – Δήμητρα Μαργέτη

«Μου είχαν πει να μην κάνω θόρυβο, να μην ανοίξω από πουθενά, επειδή ήταν πολύ σκοτεινά και οτιδήποτε ακουγόταν. Είχε περάσει κάποια ώρα και δεν ήξερα τι να κάνω. Άνοιξα λίγο το παράθυρο για αέρα και την άκουσα που έλεγε δυνατά, “Θα κάνω ό,τι θέλετε”. Ξανάκλεισα το παράθυρο, για να μη βρω τον μπελά μου», είπε η Μαργέτη. «Δεν θυμάμαι μετά από πόση ώρα γύρισαν, αλλά βγήκα έξω μόλις τον είδα. Ο Μάκης ήταν ιδρωμένος. Τον αγκάλιασα για να δω αν χτύπησε, τον ρώτησα τι έχει, μου είπε να περάσω στο πίσω κάθισμα για να κάτσει μπροστά ο Μάνος. Σε δύο-τρία λεπτά, ξέσπασε η φωτιά».

Έναν χρόνο αργότερα, η ομάδα των σατανιστών αποφάσισε να χτυπήσει ξανά. Τη Μεγάλη Τετάρτη του 1993, στα χέρια τους έπεσε η 28χρονη Γαρυφαλλιά Γιούργα, μητέρα δύο παιδιών και καμαριέρα του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία».
Η γυναίκα επέστρεφε στο σπίτι της στα Γλυκά Νερά, όταν οι Κατσούλας και Δημητροκάλης, υποδυόμενοι τους αστυνομικούς, της ζήτησαν να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο του Κατσούλα. Την οδήγησαν σε ερημικό σημείο στο Κορωπί, όπου της πέρασαν χειροπέδες στα χέρια, την έγδυσαν και τη βίασαν. Στη συνέχεια, ο Κατσούλας της πολτοποίησε το κεφάλι με μια πέτρα, για να μην μπορεί να αναγνωριστεί.

«Ήξερα ότι ήταν Μεγάλη Εβδομάδα και ότι αν κάποιος σκότωνε κάποιον άλλον –εγώ βέβαια είχα πει ότι δεν θέλω καμία συμμετοχή σε κάτι τέτοιο-, θα έπαιρνε εύνοια από τα πνεύματα, θα αποκτούσε περισσότερη δύναμη», είχε δηλώσει η Μαργέτη σε τηλεοπτική της συνέντευξη. «Ήταν Μεγάλη Τετάρτη, μου είχαν πει να μη βγω καθόλου από το σπίτι μου και ότι θα έβγαιναν αυτοί, μήπως βρουν κάποια κοπέλα. Περίμενα τηλέφωνο, αλλά αργούσαν και κοιμήθηκα. Γύρω στις δύο-τρεις, ξημερώματα Μεγάλης Πέμπτης, με πήρε ο Μάκης με ξεψυχισμένη φωνή -δεν ξέρω αν ήταν από κούραση ή κλάματα- και μου διηγήθηκε τι είχε γίνει: είχαν βρει κοπέλα, ξανθιά, ψηλή, με ωραίο σώμα, με μακριά μαλλιά, στο τέλος της γέφυρας του Σταυρού προς Παλλήνη, με ψεύτικες ταυτότητες αστυνομικών που έχει φτιάξει ο Μάκης και της είπαν να τους ακολουθήσει. Πρώτα την πήγαν σε κάποιο σημείο και μετά στο Κορωπί. Μου είπε ότι της πολτοποίησε το κεφάλι».

«Ήταν κοινό μυστικό για τελετές που γίνονταν στην περιοχή της Κάντζας και των Γλυκών Νερών, αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα έφταναν σε τέτοιο σημείο» – αστυνομικός

Η Αστυνομία είχε κινητοποιηθεί από την πρώτη κιόλας δολοφονία, για να εντοπίσει τους δράστες. Δεν ήταν σαφές τι ακριβώς είχε συμβεί. Τα ελάχιστα απομεινάρια του ανήλικου κοριτσιού δεν έδωσαν πολλά στοιχεία για επεξεργασία, ωστόσο οι αστυνομικοί «αντιλαμβάνονταν ότι δεν επρόκειτο για μια απλή δολοφονία, με κίνητρο τη ληστεία ή την ασέλγεια».

Η Δήμητρα Μαργέτη.

Όπως εξομολογήθηκε στο VICE ένας από τους αστυνομικούς που τότε χειρίστηκε την υπόθεση, «Ήταν κοινό μυστικό για τελετές που γίνονταν στην περιοχή της Κάντζας και των Γλυκών Νερών, εκεί στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο του Καμπά, αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα έφταναν σε τέτοιο σημείο. Δεν μπορούσαμε να το συνειδητοποιήσουμε ότι τρεις έφηβοι, στην ουσία, θα έφταναν να θυσιάσουν δύο αθώες γυναίκες για την τρέλα τους».

Χρειάστηκε ένας ισχυρός χαρακτήρας και δύο πιο αδύναμοι, για να συντελεστούν δυο –αποδεδειγμένα- ειδεχθή εγκλήματα. Τρία όμορφα και νέα παιδιά έμπλεξαν σε έναν μεθυστικό μυστικισμό. Τον Ασημάκη Κατσούλα έδειξαν ως ηθικό αυτουργό οι δύο συγκατηγορούμενοί του.

Η Μαργέτη δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «μας είχαν απειλήσει πως ό,τι και αν πούμε, θα μας σκότωναν μετά. Αυτά που έχω περάσει εγώ από αυτόν τον άνθρωπο, ακόμη και ο ίδιος ο Σατανάς δεν θα τα έχει κάνει στα θύματά του, αν υπάρχει. Εσείς και ο κόσμος μπορείτε να καταλάβετε ότι εμείς πιεζόμασταν ψυχολογικά δύο χρόνια;». Ο δε Δημητροκάλης, αφού ομολόγησε τις πράξεις του, ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να «σώσει» κάποιους νέους από τον Κατσούλα: «Ομολόγησα μόνος μου και “έδωσα” και άλλα παιδιά που ήταν μιλημένα, για να μην ξανάρθουν σε επαφή με αυτόν τον τύπο. Εξυπηρετούσε τις ανωμαλίες του».

«Υπάρχουν (σ.σ. άλλοι) πιο ψηλά στην ιεραρχία από μένα. Δεν ήμουν εγώ ο αρχηγός», ισχυρίστηκε ο ίδιος ο Κατσούλας.

Στις 28 Ιανουαρίου 1994, πραγματοποιήθηκε η αναπαράσταση των δύο εγκλημάτων. Οι τρεις συλληφθέντες κρίθηκαν προφυλακιστέοι ύστερα από ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα, ως άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια, για την πρόληψη τέλεσης αδικημάτων από μέρους τους και ως ύποπτοι φυγής. Παράλληλα, ποινική δίωξη ασκήθηκε και στους Χ. Ζαβρά, Μ. Αναγνώστου, Β. Αγγελοπούλου, Μ. Ριγάκη και Α. Ριγάκη.

ΜΜΕ

Η υπόθεση των «Σατανιστών της Παλλήνης» συνέπεσε με την άνθηση των ιδιωτικών καναλιών στην Ελλάδα. Τα τρία αυτά παιδιά, με τα νεανικά τους πρόσωπα, την ομορφιά και τη μυθολογία περί Σατανισμού, ήταν σίγουρο στοίχημα για υψηλή τηλεθέαση. Το θέμα μονοπωλούσε για μέρες τα δελτία ειδήσεων, καταλάμβανε τεράστιο χώρο στην ύλη των εφημερίδων.

Η Δρ Αγγελική Καρδαρά έχει ασχοληθεί διεξοδικά με το θέμα της κάλυψης της υπόθεσης των «Σατανιστών της Παλλήνης» από τα ΜΜΕ. Η διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, φιλόλογος, συγγραφέας και συνεργάτιδα του Πανεπιστημίου Αθηνών στο πλαίσιο των e-learning προγραμμάτων, έχει μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώθηκε το προφίλ των δραστών στα ΜΜΕ της εποχής και έχει δημοσιεύσει τα συμπεράσματά της.

«Εκτενή ρεπορτάζ που επιχείρησαν να αποτυπώσουν το προφίλ των δραστών της υπόθεσης της Παλλήνης δημοσιεύτηκαν στον Τύπο και πραγματοποιήθηκαν στους τηλεοπτικούς σταθμούς, κατά την περίοδο που εξετάζουμε. Η μεγαλύτερη έμφαση δόθηκε στο πρόσωπο των δραστών, παρά στην ψυχοσύνθεση και το εγκληματικό προφίλ τους. Μάλιστα, έγινε προσπάθεια να “ερμηνευθούν” οι αποτρόπαιες πράξεις τους με μια ανάλυση της φυσιογνωμίας τους. Το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ στηρίχτηκε στη φράση “οι δολοφόνοι με τα αγγελικά πρόσωπα”», σημειώνει η Δρ Καρδαρά.

Εκτενείς ήταν οι αναφορές στον τρόπο τέλεσης των εγκλημάτων. «Θεωρώ ότι οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που είδαν το φως της δημοσιότητας δεν προσέφεραν στην ενημέρωση των πολιτών, πέρα από το να τους φορτίσουν συναισθηματικά, να τους συγκινήσουν και να τους τρομοκρατήσουν. Εδώ, ασφαλώς, πρέπει οι δημοσιογράφοι, με τα συλλογικά όργανά τους, πλέον να θέσουν κάποια όρια στο τι συνιστά ενημέρωση και τι όχι. Σε τόσο συγκλονιστικές υποθέσεις, όπου η μέθοδος διάπραξης των εγκλημάτων είναι άγρια, ασφαλώς μπορεί να γίνει αναφορά ότι το έγκλημα έχει διαπραχθεί με ειδεχθή τρόπο και να δώσουν οι δημοσιογράφοι εκείνα τα στοιχεία που προσθέτουν κάτι σημαντικό στην ενημέρωση. Σε καμία περίπτωση όμως, να μη δώσουν στη δημοσιότητα λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο μίμησης από συμπολίτες μας, σοκάρουν και προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη οδύνη στις οικογένειες των θυμάτων», τονίζει η ειδικός που είναι και συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕΜΕ).
Σύμφωνα με την έρευνά της, τα ημίωρα (μεσημβρινά και βραδινά) δελτία ειδήσεων καλύφθηκαν πολλές φορές έως και κατά τα 2/3 της χρονικής τους διάρκειας από τις αναφορές στην υπόθεση, για περίπου δέκα ημέρες (από τις 29/12 έως και τουλάχιστον το πρώτο πενθήμερο του 1994). «Πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένα ρεπορτάζ, έγινε ένας βομβαρδισμός από φιλμ αρχείου με πλάνα από την προσαγωγή των κατηγορουμένων στον ανακριτή (30/12) και τις φειδωλές δηλώσεις των Κατσούλα-Δημητροκάλη, προβλήθηκαν συνοπτικές συνεντεύξεις με “ειδικούς” (ιερείς, αστυνομικούς, ψυχολόγους κτλ.). Όσον αφορά την έντυπη δημοσιογραφία, το σύνολο των μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων αφιέρωναν, επί τουλάχιστον μια εβδομάδα, κατά μέσο όρο πέντε με έξι σελίδες στο θέμα. Μάλιστα, η έντυπη δημοσιογραφία είχε και δημοσιογραφικές “επιτυχίες” με δημοσιεύσεις αυθεντικών κειμένων από τις διενεργούμενες ανακρίσεις. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Πολιτεία άργησε να αντιδράσει μπροστά σε όλον αυτόν τον πανικό, βγάζοντας μια απόφαση για απαγόρευση δημοσίευσης του ανακριτικού υλικού τη δέκατη μέρα από την έκρηξη της υπόθεσης», σημειώνει.

Την υπεράσπισή τους ανέλαβαν τα μετέπειτα «μεγάλα» ονόματα των ποινικολόγων, όπως ο Σάκης Κεχαγιόγλου και ο Αλέξης Κούγιας.

Η ίδια σχολιάζει ότι «δημιουργήθηκε “σατανιστική υστερία”, έντονη τρομοκρατία του κοινού, που καλλιεργήθηκε πολύ από την έμφαση που δόθηκε σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της υπόθεσης, στα συνεχή και εκτενή ρεπορτάζ, αλλά και στην ταύτιση μεγάλου μέρους της νεολαίας με τον σατανισμό. Ο ίδιος ο χρόνος, ωστόσο, απέδειξε ότι τα περισσότερα συμπεράσματα ήταν βεβιασμένα και δεν ανταποκρίθηκαν στα πραγματικά δεδομένα».

Όσον αφορά τη δίκη, η Δρ Καρδαρά επισημαίνει ότι τηλεοπτικός σταθμός είχε εξασφαλίσει, κατ’ αποκλειστικότητα, την απευθείας κάλυψη της δίκης σε εθνικό δίκτυο. Ωστόσο, ύστερα από αίτημα της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, το δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφασή του, απέκλεισε τα ηλεκτρονικά μέσα από την αίθουσα, κρίνοντας ότι η δημοσιότητα θα έβλαπτε τα χρηστά ήθη, λόγω της φύσης των εγκλημάτων που η υπόθεση συμπεριελάμβανε. Έτσι, η δίκη πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών.

Δίκη

Η δίκη στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο ξεκίνησε τελικά στις 23 Ιουνίου 1995. Οι κατηγορίες με τις οποίες οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης οδηγήθηκαν στο εδώλιο ήταν για την κατά συναυτουργία τέλεση δύο ανθρωποκτονιών, την αντιποίηση δημόσιας εξουσίας, την παράνομη κατακράτηση, την αρπαγή ανηλίκου, την καθύβριση του θρησκεύματος και τη σύσταση συμμορίας προς διάπραξη κακουργημάτων.

Την υπεράσπισή τους ανέλαβαν τα μετέπειτα «μεγάλα» ονόματα των ποινικολόγων, όπως ο Σάκης Κεχαγιόγλου και ο Αλέξης Κούγιας. Οι κατηγορούμενοι περιέγραψαν λεπτομερώς τη ζωή τους μετά τη μύηση στον σατανισμό, αλλά αποφεύγοντας να μιλήσουν για τις εγκληματικές τους πράξεις. Οι δυο «μικροί» τα έριξαν όλα στον Κατσούλα.

«Όλοι οι δικηγόροι που κυριάρχησαν αργότερα στις ποινικές δίκες ήταν εκεί», θυμάται ο φωτορεπόρτερ του Έθνους Χάρης Γκίκας. «Τουλάχιστον στην αρχή, ήμασταν όλοι εκεί. Καθόμασταν δίπλα στους κατηγορούμενους, μπορούσαμε να τους αγγίξουμε, αν θέλαμε. Η κάλυψη ήταν συνεχής και το πανελλήνιο διψούσε για λεπτομέρειες».

«Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι η Μαργέτη φορούσε σταυρό. Σαν κρεμαστό – το είχαμε σχολιάσει όλοι τότε» – Χάρης Γκίκας, φωτορεπόρτερ

Αρκεί να δει κανείς πλάνα της εποχής από τη δίκη και θα διαπιστώσει τι ακριβώς εννοεί ο Χάρης Γκίκας. Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι κάθονται σχεδόν οκλαδόν μπροστά στο εδώλιο των κατηγορουμένων, ανάμεσα σε δικηγόρους υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής. Στα πλάνα, βλέπει τους κατηγορούμενους να αντιδρούν σε όσα ακούγονται. Τραγικές φιγούρες οι συγγενείς των νεκρών κοριτσιών που περιγράφουν το δράμα τους παραστατικά, με έντονες αντιπαραθέσεις με την υπεράσπιση.

Στις 27 Ιουνίου 1995, ο εισαγγελέας προτείνει την ενοχή και την επιβολή της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής για τους Α. Κατσούλα, Ε. Δημητροκάλη και Δ. Μαργέτη. Τελικά, την 1η Ιουλίου του 1995, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο καταδίκασε τον Ασημάκη Κατσούλα σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 12 ετών και δέκα μηνών και τον Μάνο Δημητροκάλη σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης εννέα ετών και δέκα μηνών. Η Δήμητρα Μαργέτη καταδικάστηκε σε κάθειρξη 17 ετών και τεσσάρων μηνών για απλή συνέργεια σε κάθε μία από τις ανθρωποκτονίες και αρπαγή ανηλίκου. Το μόνο που της αναγνωρίστηκε ήταν η ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας.

Δύο χρόνια αργότερα, οι καταδικασθέντες ζήτησαν την επανεξέταση κατ’ ουσίαν της υπόθεσης, από ανώτερο όργανο.

Η δίκη σε δεύτερο βαθμό ξεκίνησε στις 8 Δεκεμβρίου 1997, στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που συνεδρίασε στη δικαστική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, με τους Κατσούλα, Δημητροκάλη και Μαργέτη να αποσκοπούν στη μείωση της ποινής που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο όργανο.

Ο Χάρης Γκίκας ήταν πάλι εκεί. «Αυτό που θυμάμαι ήταν ότι η Μαργέτη φορούσε σταυρό. Σαν κρεμαστό – το είχαμε σχολιάσει όλοι τότε. Ήταν άλλοι άνθρωποι. Η Μαργέτη είχε αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν, οι άλλοι δύο ήταν περιποιημένοι», λέει.

«Είχα παρακολουθήσει αρκετές συνεδριάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης στο Εφετείο Αθηνών της οδού Σωκράτους, κάτι το οποίο ήταν εύκολο εκείνη την εποχή, όταν ήμουν στο ξεκίνημα της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας και υπήρχε η δυνατότητα να το συνδυάσω με τις υποχρεώσεις μου. Το να δεις πρόσωπα και πράγματα από κοντά προσδίδει κάποιου είδους αυξημένη παραστατικότητα μόνον στο ρεπορτάζ, όχι αξιοπιστία σε επιστημονικά εγχειρίδια. Εκτός αν εμπλακείς και αξιοποιήσεις με συγκεκριμένη μεθοδολογία τι έχουν να πουν τα πρόσωπα. Δεν το έκανα αυτό, ούτε και είχα σκοπό να το κάνω», λέει στο VICE ο ποινικολόγος και Δρ Εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου.

Το 1999, λίγο αφότου η υπόθεση είχε τελειώσει οριστικά, ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου εξέδωσε μια μονογραφία με τίτλο Η Υπόθεση των Σατανιστών της Παλλήνης – Μια Εγκληματολογική Προσέγγιση (εκδόσεις Παπαζήση). «Ήταν μια επιλογή βασισμένη κυρίως στο ότι στο πλαίσιο εργασίας στο μεταπτυχιακό του Ποινικού Τομέα είχα εκπονήσει μια εργασία για το μάθημα της εγκληματολογίας υπό τον καθηγητή κύριο Κουράκη, κυρίως με υλικό από τον Τύπο, κάτι το οποίο ήταν και η πρώτιστη πηγή τότε, την προ διαδικτύου εποχή. Πολλά χρόνια αργότερα, αναφέρθηκα εγκληματολογικά στην υπόθεση στο βιβλίο μου Ανθρωποκτόνοι κατ΄ Εξακολούθηση και κατά Συρροή – Το Ελληνικό Παράδειγμα (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2013). Σε καμία περίπτωση δεν με ενδιέφερε να γράψω για την υπόθεση, τους δράστες ή τα θύματα σαν σε μυθιστόρημα, παρότι γνωρίζω ότι αυτά ενδιαφέρουν το κοινό», εξηγεί.

/www.vice.com