ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η συγκλονιστική έκκληση των κατοίκων δέκα μέρες μετά την φωτιά στο Μάτι- Αποχαιρετιστήρια λόγια που ραγίζουν καρδιές

Γράφει

η Μαργαρίτα Τζαγκαράκη
Φωτογραφίες

ο Γιάννης Κέμμος

Έρημη πόλη, πού πήγαν όλοι; Αυτό αναρωτιέσαι περπατώντας στο καμένο Μάτι. Νεκρική σιγή σε μια περιοχή που έσφυζε από ζωή ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Μία ησυχία πιο διαπεραστική κι από την κολλημένη κόρνα ενός αυτοκινήτου.

Τα καμένα δέντρα που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια, τα κατεστραμμένα σπίτια, οι στάχτες, τα μαύρο και η μυρωδιά του καμένου, μάρτυρες της μεγάλης καταστροφής σου πλακώνουν την ψυχή.

Δέκα μέρες μετά την φονική πυρκαγιά, στους δρόμους συναντάς κυρίως κλιμάκια που εργάζονται πυρετωδώς για την επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος, εργάτες και των συνεργείων καθαρισμού, άνδρες της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας καθώς και εθελοντές, πολλούς εθελοντές. Η αλληλεγγύη των πολιτών που προσφέρουν εφόδια και εθελοντική εργασία είναι συγκινητική.

Κλιμάκιο του στρατού εξακολουθεί να λειτουργεί κέντρο βοήθειας στην περιοχή, ενώ μέσα στον οικισμό είδη πρώτης ανάγκης διανέμει ακόμη ένα έκτακτο κέντρο που έχει στηθεί μέσα σε καφετέρια. Ρούχα, παπούτσια, πάνες, σεντόνια, τρόφιμα όλα είναι διαθέσιμα για εκείνους που έζησαν από τη μία στιγμή στην άλλη τον απόλυτο εφιάλτη. Το πολιτιστικό κέντρο φροντίζει για το φαγητό των πυρόπληκτων και τους πάει εκεί που μένουν.

Ακόμα και για τα ζωάκια έχουν φροντίσει. Σε κάθε γωνιά βρίσκει κανείς δοχεία με νερό αλλά και τροφή. Μία γάτα καπνισμένη κάνει την εμφάνισή της και μας νιαουρίζει ναζιάρικα λες και θέλει να μας πει τα όσα τρομαχτικά έζησε.

Οικογένειες ξεκληρίστηκαν, γονείς έζησαν το χειρότερο μαρτύριο: έχασαν τα παιδιά τους. Σπίτια και περιουσίες που χτίστηκαν με κόπο και ιδρώτα έγιναν στάχτες μέσα σε λίγα λεπτά. Τεράστιες εκτάσεις πρασίνου χάθηκαν. Το Μάτι έζησε τον απόλυτο εφιάλτη.

Εικόνες που λυγίζουν και τον πιο δυνατό, εικόνες που αποτυπώνουν τη φρίκη και το φονικό πέρασμα της πύρινης λαίλαπας. Μπαίνοντας στα παραδομένα στις φλόγες σπίτια εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια σου τραγικές εικόνες αγωνίας, πανικού και φρίκης. Μάνες με παιδιά, ηλικιωμένοι γονείς να τρέχουν να σωθούν και να κραυγάζουν καθώς δίπλα τους οι φλόγες αγκάλιαζαν τα σπίτια και τα δέντρα. Και τώρα μόνο ξύλα, καμένοι τοίχοι, δοκάρια και σωροί κάρβουνα να κείτονται κάτω στο δάπεδο.

Οι πόρτες των αυλών και οι κολόνες έχουν πια γεμίσει με κηδειόχαρτα για αυτούς που έσβησαν μέσα στις πύρινες γλώσσες και τον μαυροκόκκινο καπνό.

Περπατώντας μέσα στα καμένα το μάτι μου πέφτει σε μία παρτιτούρα καρφιτσωμένη σε τοίχο. Ο συνθέτης έδωσε και όνομα «Ρέκβιεμ για το Μάτι». Και ξαφνικά λες και οι νότες βγαίνουν έξω από το πεντάγραμμο και σε παρασύρουν σε ένα δραματικό χορό.

Η ζωή συνεχίζεται, λένε. Ποιος, όμως, αλήθεια μπορεί να ζητήσει από όλους όσοι έζησαν την τραγωδία να ξεχάσει ό,τι συνέβη εκείνο το ματωμένο απόγευμα της Δευτέρας στο Μάτι; Αυτές οι εικόνες θα τους «κυνηγούν» μία ζωή, «έγραψαν» μέσα στην ψυχή τους.

Κι όμως εκείνοι δεν εγκαταλείπουν. Μπορεί οι εικόνες που άφησε πίσω της η φονική πυρκαγιά στο Μάτι να κρύβουν πίσω τους χιλιάδες συναισθήματα, όπως πόνο, αγωνία, μάχη για επιβίωση, όμως κρύβουν και ελπίδα που αυτήν τη φορά πρέπει να αναγεννηθεί κυριολεκτικά από τις στάχτες.

Γιατί μπορεί στο Μάτι το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας να έχει «παραδοθεί» στη μαυρίλα, ωστόσο εκείνοι θέλουν να συνέλθουν. Τώρα είμαστε ακόμα σε κατάσταση σοκ, μας λένε. «Οι μέρες που έρχονται θα είναι δύσκολες, τότε φοβάμαι ότι θα αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε τι μας βρήκε».

Όλοι έχασαν και κάποιον δικό τους. Σύζυγο, πατέρα, μητέρα, κόρη, γιο, παππού, γιαγιά, φίλο, συνάδελφο, γείτονα. Πώς μπορείς να ζεις πια χωρίς εκείνους. Κι όμως υπάρχουν κι αυτοί που αρνούνται να αφήσουν τον χρόνο να παγώσει σε εκείνη την αποφράδα μέρα που γέμισε με τόσο ανείπωτο θρήνο τις ψυχές τους. Προτιμούν να κουβαλάνε τον δικό τους σταυρό αλλά ο τόπος τους να αποκτήσει και πάλι ζωή.

«Δεν πρέπει να παγώσει ο χρόνος και τα πράγματα να μείνουν έτσι» μας λέει μία εθελόντρια. Πρέπει να πατήσουμε στα πόδια μας και να συνεχίσει η ζωή. Όχι μόνο για εμάς αλλά και για αυτούς που νοσηλεύονται τώρα και αργά ή γρήγορα θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αυτοί θα μας χρειαστούν τότε όσο ποτέ».

Ο φόβος τους είναι ότι όσο ο εφιάλτης είναι νωπός, και το θέμα στην επικαιρότητα θα υπάρχουν χέρια να τους βοηθούν και να τους στηρίζουν. Τι θα γίνει όμως μετά; Όταν σβήσουν τα φώτα, όταν το θέμα δεν είναι πρώτο στις ειδήσεις;

«Χρειαζόμαστε χέρια και για μετά, να μην μας ξεχάσουν» μας λένε με μία ανεξάντλητη πηγή δύναμης που δοκιμάστηκε μαρτυρικά από την κόλαση επί γης. «Πρέπει να συνεχιστεί η ζωή εδώ για να μην ερημώσει ο τόπος».

Με βήμα βαρύ κι ένα σφίξιμο στην ψυχή τους λέμε «Καλή δύναμη» και τους αποχαιρετούμε. «Να ξανάρθετε» μας λένε. Μία πρόσκληση, σχεδόν, παράκληση…

NEWSBEAST.GR