ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥΚΡΗΤΗ

Η συνοικία του Γενί Τζαμί

γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

 

 

Η συνοικία απλωνόταν μεταξύ της Χανιώπορτας, της Λεωφόρου Καλοκαιρινού, της οδού Τυλίσσου και της Λεωφόρου Νικ. Πλαστήρα δυτικά του παλιού νοσοκομείου «Πανάνειο» και της περιοχής που ονομαζόταν παλιότερα «Περβόλα» μέχρι την πλατεία της Χανιώπορτας.  Κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας η περιοχή ήταν γεμάτη περιβόλια και πιο αραιοκατοικημένη σε σχέση με την εικόνα που παρουσίαζε κατά τις μεταγενέστερες περιόδους της Τουρκοκρατίας, της Κρητικής Πολιτείας και μέχρι σήμερα.

Στους χάρτες του 16ου και 17ου αι. αποτυπώνονται στενοί και άναρχα διαρθρωμένοι δρόμοι που ακολουθούσαν τις γραμμές των κατοικιών που υπήρχαν σε αυτούς.  Πολλοί στρατώνες βρίσκονταν εκεί όπως επίσης ανεμόμυλοι και 28 κυκλικές γούβες γεμάτες σιτάρι, πελώριες, επτά βήματα κάθε μία, από την πλατεία του Παντοκράτορα προς την πλευρά της Λ. Πλαστήρα.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, οι ορθόδοξοι ναοί με τις ενορίες τους συμπλήρωναν την εικόνα αυτού του απομακρυσμένου προαστίου. Έτσι λοιπόν, μέσα στα όρια της συνοικίας Γενί τζαμί υπήρχαν  κατά την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας οι ενορίες του Αγίου Γεωργίου Τουρλωτού, του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, της Παναγίας Κεράς Θαλασσομάχισσας, της Παναγίας Καταφυγής, της Κερά Ελεούσας, της Κερά Πολίτισσας, ο Ναός  του Εσταυρωμένου και μερικοί ευκτήριοι οίκοι.

Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας μετά την παράδοση του Χάνδακα το 1669 όπως αναφέρεται στα τουρκικά έγγραφα των χρόνων εκείνων, από το Καμαράκι μέχρι τη Χανιώπορτα δεν υπήρχε ζωή και κίνηση και η συνοικία μετατράπηκε σε κατεξοχήν μουσουλμανική. Διατηρείτο η χριστιανική ονομασία τη γειτονιάς: Παντακράτου μαχαλεσί, δηλαδή γειτονιά του Παντοκράτορα.

Αναφέρεται επίσης με τις ονομασίες Κερά Λεούσα μαχαλεσί και Αι Γιώργη Τουρλωτό μαχαλεσί, από τις ορθόδοξες εκκλησίες που βρίσκονταν στη συνοικία. Στην απογραφή του 1881 είχε 2964 Μουσουλμάνους και μόλις 378 Χριστιανούς. Η γειτνίασή της με την Πύλη του Παντοκράτορα (Χανιώπορτα) που ήταν η κύρια είσοδος και έξοδος των κατοίκων της υπαίθρου από τη νότια και νοτιοδυτική ενδοχώρα, οδήγησε στη δημιουργία καφενείων, ταβερνών και χανιών κυρίως στην απόληξη της συνοικίας προς την πλατεία του Παντοκράτορα.

Μετά το 1700 ο Χατζή Αλί πασάς άρχισε να αγοράζει διάφορα ακίνητα στην περιοχή, μεταξύ των οποίων και μια μικρή πλατεḯτσα γύρω από την εκκλησία του Εσταυρωμένου.  Την γκρέμισε και έχτισε ένα τζαμί γνωστό ως Γενί τζαμί ή Χατζή Αλί πασά τζαμισί.

Περπατώντας προς τη Χανιώπορτα, τα δρομάκια δεξιά και αριστερά της λεωφόρου Καλοκαιρινού έχουν μείνει όπως ήταν την εποχή της ενετικής κυριαρχίας. Όλα αυτά τα δρομάκια οδηγούσαν σε κήπους και φυτεμένους χώρους, δένδρα και ποτιστικά περιβόλια και άφθονα φοινικόδεντρα.

Η συνοικία Γενί κατέληξε να είναι το πιο ακάθαρτο, βρώμικο και ανθυγιεινό τμήμα του Μεγάλου Κάστρου, ενώ γύρω από τα καφενεία του Γενί τζαμιού είχε δημιουργηθεί εστία κακοποιών, ψευτοπαλληκαράδων και φανατισμένων τουρκοκρητικών.

Χριστιανικά μαγαζιά δεν υπήρχαν μέχρι το 1906-1907 και οι χριστιανοί που αναγκάζονταν να περάσουν από εκεί δέχονταν τις επιθέσεις των τούρκων νταήδων. Στην περιοχή ήταν εγκατεστημένα τα αλμπάντικα, τα σωμαράδικα, μερικά σαράτσικα και 2-3 χαλκιάδικα. Αλμπάντικα ήταν τα μαγαζιά που πετάλωναν τα ζώα και οι αλμπάντηδες ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι.

Στην οδό Ματίου υπήρχε το χαμάμι του Βαρδάκη, «στη βορινή πλευρά  του ισόγειου και της τριώροφης οικοδομής και κατοικίας του μεγαλέμπορου Γ. Βαρδάκη που ήταν το πρώτο που χτίστηκε στην πόλη μας από μπετόν αρμέ από τον μηχανικό Μαραγιάννη. Το χαμάμ το είχε νοικιάσει ο Τούρκος Αλή Αγάς και μετά την ανταλλαγή το πήρε ο Αναστάσης Ζορμπάς από την Προύσα ο λεγόμενος «κουμπάρος» που μετά αγόρασε το μικρό χαμαμάκι».

Στη λεωφόρο Καλοκαιρινού, απέναντι από το Γενί τζαμί υπήρχαν τα χάνια του Βρέντζου και του Τζουλιά και η ταβέρνα του Μεζιέτ Αλή δίπλα στο τζαμί.

Η συνοικία παρέμεινε υποβαθμισμένη και μετά  την αποχώρηση των Οθωμανών. Αποθήκες, εργοστάσια, εργαστήρια και βιοτεχνίες δημιουργούσαν μια κάθε άλλο παρά υγιεινή και ευπρεπή κατάσταση. Σχόλιο με τίτλο «Κατάστασις φρικώδης» στην Κρητική Εστία της  24ης Απριλίου του 1914, μιλάει για εργαστήριο καθαρισμού εντοσθίων στη συνοικία Γενί τζαμί πλησίον του Πανανείου νοσοκομείου και την κατάσταση που επικρατούσε από τη μη ύπαρξη οχετού στην περιοχή.

Και ενώ τα δέντρα που σχημάτιζαν τη δενδροστοιχία που αναφέρεται στην περιγραφή του Στέφανου Νικολαΐδη, φυτεύτηκαν και στις δύο πλευρές της βασικής οδικής αρτηρίας από την πλατεία των Τριών Καμαρών (πλατεία Ελευθερίας) προς τα δυτικά, το δενδροφυτεμένο τμήμα του δρόμου έφτανε μέχρι τη διασταύρωση της Πλατιάς Στράτας (Λ. Καλοκαιρινού) με τη σημερινή οδό Αγίου Μηνά, αφήνοντας το υπόλοιπο τμήμα προς τα δυτικά εντελώς γυμνό.

Το Γενί τζαμί μετατράπηκε σε σχολείο, το Α’ δημοτικό σχολείο ή «Ανωγειανό σχολείο».

Σήμερα, η περιοχή αυτή νότια της Λ. Καλοκαιρινού χαρακτηρίζεται από τα ίδια στενά φιδίσια δρομάκια που διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη γραφικότητά τους παρά τις σύγχρονες αλλοιώσεις. Στις βασικές οδούς Κουρμούληδων, Σάθα, Πανασανού, Τσιριντάνηδων, Ζουδιανού, Δευκαλίωνος, τα παλιά χαμηλά σπιτάκια και όσα κτήρια βαλκανικής αρχιτεκτονικής έχουν απομείνει, συνυπάρχουν με όμορφα νεοκλασικά και με μικρές διώροφες κατοικίες της δεκαετίας του 1950-60. Η δόμηση εξακολουθεί να είναι πολύ πυκνή και άναρχη ενώ οι πολυώροφες κατοικίες φαντάζουν αταίριαστες μέσα στα παλιά αυτά σοκάκια.

http://www.ntelogo.com