ΕΛΛΑΔΑ

Θύελλα για τη διάταξη του νέου ποινικού κώδικα για υφ’ όρων απόλυση καταδικασθέντων για τρομοκρατία

Παρά την επιχείρηση διάψευσης από τον Μιχάλη Καλογήρου το άρθρο 110Α ορίζει «… Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα δεκατέσσερα έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει δεκαέξι έτη»

Άνοιξε ο δρόμος σε πολυισοβίτες και καταδικασθέντες για εγκλήματα τρομοκρατίας να αιτηθούν την υφ’ όρων απόλυσή τους με βάση τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα, που τέθηκαν από τη Δευτέρα σε ισχύ. Οι αιτήσεις τους θα κρίνονται από τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων, τα οποία και θα αποφαίνονται αν αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για να γίνουν ή όχι δεκτές. Παρά τις σχετικές διαψεύσεις χθες από το υπουργείο Δικαιοσύνης, το άρθρο 110Α του νέου Ποινικού Κώδικα ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «… Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα δεκατέσσερα έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει δεκαέξι έτη».

Μάλιστα, όπως ανάφεραν νομικοί μιλώντας στο protothema.gr ακόμη και αν υποτεθεί πως η όποια νέα κυβέρνηση καταργήσει τις επίμαχες διατάξεις του νέου ποινικού Κώδικα με νόμο, αυτές θα βρίσκονται σε ισχύ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και αυτό καθώς, όπως έλεγαν, στο Ποινικό Δίκαιο ισχύει η πάγια αρχή που θέλει τον ευμενέστερου νόμο να είναι να είναι εκείνος που θα «μετράει» για την ποινική αντιμετώπιση του κατηγορουμένου.

Έτσι, με βάση τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα, αίτηση για υφ’ όρων απόλυση, έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν όλοι οι ισοβίτες και πολυισοβίτες αλλά και οι καταδικασθέντες για συμμετοχή στη «17Ν» αρκεί να έχουν εκτίσει 16 χρόνια. Και αυτό ανεξάρτητα από το πόσες φορές ισόβια τους έχουν επιβάλλει τα δικαστήρια. Στη περίπτωση δε των καταδικασθέντων για συμμετοχή στη «17Ν» όλοι έχουν εκτίσει 16 χρόνια κάθειρξης.

Όσοι κατάδικοι πληρούν αυτή την προϋπόθεση και αναμφίβολα και οι καταδικασθέντες για συμμετοχή στη «17Ν», μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για υφ΄ όρων απόλυση και κατ’ οίκον περιορισμό.

Να σημειωθεί πως μέχρι σήμερα, αν κάποιος κρατούμενος είχε πειθαρχική ποινή ή του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, δύσκολα μπορούσε να βρεθεί εκτός φυλακής. Τώρα, με τις νέες διατάξεις εμπόδιο στην αποφυλάκισή του, προβλέπεται ότι αποτελεί μόνο αμετάκλητη καταδίκη του για κάποιο ποινικό αδίκημα που διέπραξε, πέραν φυσικά αυτών για τα οποία καταδικάσθηκε.

Έτσι, τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17Ν μετά την έναρξη εφαρμογής του νέου Ποινικού Κώδικα, όπως είναι ο φερόμενος ως αρχηγός Αλέξανδρος Γιωτόπουλος που εκτίει 16 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη, αλλά και οι άλλοι καταδικασθέντες σε πολλές φορές ισόβια ως μέλη της «17Ν» μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για υφ όρων απόλυση και κατ΄οίκον έκτιση της ποινής που τους έχει επιβληθεί.

Σύμφωνα με εισαγγελείς το άρθρο 110Α του νέου Ποινικού Κώδικα δίνει τη δυνατότητα στους Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, Σάββα και Χριστόδουλο Ξηρό και τον Βασίλη Τζωρτζάτ , να υποβάλλουν αίτημα αποφυλάκισης και να κριθούν από δικαστικό συμβούλιο. Αρκεί να έχουν εκτίσει ήδη 16 χρόνια στη φυλακή, ενώ ο Δημήτρης Κουφοντίνας που κρατείται στις αγροτικές φυλακές του Βόλου θα μπορεί να υποβάλλει το αίτημα για αποφυλάκιση αρχές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου.

Εξάλλου, με τον νέο Ποινικό Κώδικα (άρθρο 187) προβλέπεται πως όσοι συγκροτήσουν τρομοκρατική οργάνωση και δεν προλάβουν να ολοκληρώσουν το σκοπό για τον οποίο τη συγκρότησαν τιμωρούνται με μειωμένη ποινή (ελαφρυντική περίσταση). Αντίθετα για την εγκληματική οργάνωση προβλέπονται μεγαλύτερες ποινές ακόμη και αν τα μέλη της δεν προλάβουν να τελέσουν αξιόποινες πράξεις. Με απλά λόγια, δηλαδή, αν κάποιοι συγκεντρωθούν για πουλήσουν ναρκωτικά αλλά τελικά δεν το καταφέρουν θα τιμωρηθούν με ποινή από πέντε μέχρι 15 έτη κάθειρξη. Αντίθετα, αν συγκροτήσουν τρομοκρατική οργάνωση για να «χτυπήσουν», για παράδειγμα, κυβερνητικούς στόχους και δεν προλάβουν, τιμωρούνται με πολύ μικρότερες ποινές, ίσως και το μισό από την ποινή που προβλέπεται για την εγκληματική οργάνωση.

Η δήλωση Καλογήρου

Απαντώντας χθες, στα σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου με δήλωσή του τα διέψευσε. Ο κ. Καλογήρου δήλωσε χαρακτηριστικά τα εξής:

«Τα δημοσιεύματα που κυκλοφορούν σύμφωνα με τα οποία πολυισοβίτες για τρομοκρατία θα μπορούν να αποφυλακιστούν με βάση το νέο Ποινικό Κώδικα, είναι πρόχειρα, ψευδή και επιχειρούν να εμπλέξουν την μεταρρύθμιση των ποινικών κωδίκων στην προεκλογική αντιπαράθεση.

Η αντιμετώπιση των πολυισοβιτών με τον νέο Ποινικό Κώδικα είναι βαρύτερη απέναντι σε όλες τις κατηγορίες εγκλημάτων.

Ενδεικτικά, με τον παλιό Ποινικό Κώδικα όποιος είχε περισσότερες καταδίκες ισόβιας κάθειρξης, έπρεπε να παραμείνει στη φυλακή για 19 έτη, ενώ με τον νέο ποινικό κώδικα 25 έτη.

Παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΠΔ. 62/2014 δεν εμπίπτουν στην πιλοτική εφαρμογή του θεσμού της ηλεκτρονικής επιτήρησης όσοι έχουν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη.

Συνεπώς, σήμερα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη ο εν λόγω θεσμός στις περιπτώσεις που αφορούν τα προκείμενα δημοσιεύματα.

Πέραν αυτού, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι κανένα αίτημα αποφυλάκισης από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε αυτή, αφού απαιτείται απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, που κρίνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις».

Τι ορίζει το άρθρο 110Α του νέου Ποινικού Κώδικα

Ωστόσο, το άρθρο 110Α του νέου Ποινικού Κώδικα είναι σαφές και αναλυτικά προβλέπει τα εξής:

1. Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορούν, με αίτησή τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 106 παρ. 1, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 284 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον έχουν εκτίσει: α) προκειμένου για φυλάκιση, το ένα πέμπτο αυτής, β) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα δύο πέμπτα αυτής και γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δεκατέσσερα έτη.

2. Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο καταδικασθείς πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεπτά έτη, ακόμη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό.

3. Αν ο καταδικασθείς εργάζεται, κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας.

4. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά την προηγούμενη παράγραφο. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα πέμπτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, για δώδεκα έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός πέμπτου ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δώδεκα ετών, προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα δεκατέσσερα έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει δεκαέξι έτη.

5. Για την απόλυση του καταδικασθέντος κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη.

6. Ο απολυθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να ευρίσκεται προκαθορισμένες ώρες της ημέρας εκτός του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού του αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής του σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί. Οι ώρες απουσίας του καταδικασθέντος από τον τόπο του κατ’ οίκον περιορισμού του και το σύνολο των υποχρεώσεών του καθορίζονται είτε με το βούλευμα που διέταξε την απόλυσή του είτε μετά τη χορηγηθείσα απόλυση, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Με διάταξή του, ο ίδιος εισαγγελέας είτε κατόπιν αίτησης του καταδικασθέντος είτε αυτεπαγγέλτως, αποφασίζει για την αλλαγή του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού, την τροποποίηση του προγράμματος των ωρών απουσίας του καταδικασθέντος από αυτόν και την επιβολή ή τροποποίηση των υποχρεώσεων του τελευταίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 106 παρ. 2.

7. Η απόλυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να μη χορηγηθεί, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 106.

8. Η απόλυση μπορεί να ανακληθεί, αν ο καταδικασθείς δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέστηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο μέλλον. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο καταδικασθείς διατηρεί πάντως το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105Β.

9. Η απόλυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αίρεται, όταν ο καταδικασθείς, κατά το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 10, τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα με δόλο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης της απόλυσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο καταδικασθείς στην περίπτωση αυτή δικαιούται να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105Β, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105Β παρ. 1. Το ίδιο ισχύει αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί απόλυση κατ’ άρθρο 105Β, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 109. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, αν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί στον καταδικασθέντα η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105Β, χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση να θεωρείται ότι έχει ήδη εκτιθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 109.

10. Η με το παρόν άρθρο χορηγούμενη απόλυση εκτείνεται μέχρι του χρονικού σημείου της χορήγησης στον καταδικασθέντα της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105Β.