LIFESTYLE

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου

 

Το φθινόπωρο του 1964 ένα μικρό «σκάνδαλο» αναστάτωσε τα συντηρητικά ήθη της Ελλάδας, αναδεικνύοντας με εκκωφαντικό τρόπο τις υπερβολές και τις ακρότητες κάποιων ηθών της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες την ακολουθούν σε ένα βαθμό μέχρι σήμερα.

Σε μια διαφημιστική αφίσα ελληνικής ταινίας, η οποία είχε αναρτηθεί έξω από κεντρικό αθηναϊκό κινηματογράφο, απεικονίζονταν μια νεαρή, γυμνή κοπέλα, ν’ αγκαλιάζεται μ’ ένα νεαρό, επίσης γυμνό. Οι δύο νέοι δεν ήταν άλλοι από την Ζωή Λάσκαρη και το Σπύρο Φωκά, στην αφίσα που διαφήμιζε την ταινία «Εγωισμός», η οποία προβάλλονταν εκείνες τις ημέρες στους κινηματογράφους. Η φωτογραφία φάνταζε ιδιαίτερα τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής, παρά το γεγονός ότι οι θεατές δεν έβλεπαν κάποιο «ευαίσθητο» σημείο από τα σώματα των δύο ηθοποιών, παρά μόνο αν άφηναν τη φαντασία τους ελεύθερη. Ωστόσο, στην Ελλάδα του 1964 φαίνεται ότι ακόμα και η φαντασία αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο προσβολής της δημόσιας αιδούς. Έτσι, η αστυνομία σκέπασε τα σώματα της αφίσας, λογοκρίνοντας ουσιαστικά ένα δομικό συστατικό της ταινίας, όπως ήταν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της. Η ιστορία της αφίσας όμως είχε και συνέχεια, από τη στιγμή που η παρέμβαση της αστυνομίας κρίθηκε υπερβολική. Έτσι, η Λάσκαρη, που ακόμη έκανε τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο πέντε χρόνια μετά την ανάδειξη της ως Σταρ Ελλάς, απάντησε στην… «πρόκληση» της αστυνομίας, με μία νέα. Φωτογραφήθηκε στο μπάνιο του σπιτιού της – μέσα στις σαπουνάδες – για λογαριασμό της εβδομαδιαίας εφημερίδας Εμπρός (03.10.1964), η οποία αφιέρωσε το πρωτοσέλιδό της (και μία σελίδα στο εσωτερικό) στην «Ανατομία ενός κοινωνικού φαινομένου και…. της Ζωής Λάσκαρη», όπως ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος, που έφερε την υπογραφή του Σταμάτη Φιλιππούλη. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν η δημοφιλία της ταινίας «Εγωισμός», καθώς και των πρωταγωνιστών της, να εκτοξευθεί! Κάτι που δεν μπορούσαν να φανταστούν ούτε ο Φίνος – η παραγωγή ήταν της Finos Film -, ούτε ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος είχε γράψει το σενάριο, ενώ είχε κάνει και τη σκηνοθεσία.

Η υπόθεση της ταινίας «Εγωισμός» ήταν η εξής: Μια κακομαθημένη κοπέλα, η Μαρία (Ζωή Λάσκαρη) ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της και για το πως η ίδια θα περνάει καλά, αδιαφορώντας για τους γύρω της. Ο εγωκεντρικός της χαρακτήρας την οδηγεί στο να κάνει δεσμό με τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της, τον Κώστα. Κι αυτό για να την εκδικηθεί την αδελφή της (Τζένη Ρουσσέα), αλλά και για να μπορεί να πληρώνει τα χρέη που της δημιουργεί η σπάταλη ζωή της. Ο Κώστας είναι τραπεζικός υπάλληλος και για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της ερωμένης του, γίνεται καταχραστής. Ωστόσο ένας κακός χαρακτήρας δεν μπορεί να εκτιμήσει τις θυσίες ενός ανθρώπου και σύντομα οδηγείται στο επόμενο λάθος. Στην περίπτωση της Μαρίας, το επόμενο «λάθος» της έχει να κάνει με την εγκατάλειψη του Κώστα, για χάρη ενός άλλου νέου, του Γιώργου τον οποίο γνώρισε όταν χάλασε το αυτοκίνητό της και τον ερωτεύτηκε πραγματικά. Ο παθολογικός εγωισμός της μετατρέπεται σε απύθμενο έρωτα για έναν άντρα που την αγαπά μεν, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να ανεχτεί τα καπρίτσια της. Όταν μάλιστα ο Γιώργος μαθαίνει τα λάθη της πρόσφατης ζωής της, την εγκαταλείπει και η Μαρία κλονίζεται ψυχολογικά. Με τη βοήθεια της αδελφής της, η οποία την έχει συγχωρήσει, θα συνέλθει και θα ξανασμίξει με τον Γιώργο. Ο Κώστας ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται στη φυλακή, εξαιτίας των καταχρήσεών του, αλλά η γυναίκα του τον περιμένει υπομονετικά.

Η οντισιόν του Φωκά και η απόρριψη της Ναθαναήλ

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το παρασκήνιο που κρύβεται πίσω από την ταινία. Πρώτα από όλα, ο Σπύρος Φωκάς είχε μόλις γυρίσει από το εξωτερικό, έχοντας γυρίσει σημαντικές ταινίες, όπως ήταν η ιστορική πλέον ταινία «Ο Ρόκκο και τα Αδέλφια του», δίπλα στον Αλέν Ντελόν και την Κλαούντια Καρντινάλε. Ο ίδιος λοιπόν είχε ανεβάσει ιδιαίτερα τις μετοχές του στο διεθνές καλλιτεχνικό στερέωμα και ήταν ξεκάθαρο ότι η καριέρα του θα συνέχιζε να περιλαμβάνει και διεθνείς συνεργασίες. Ωστόσο, ο Γιάννης Δαλιανίδης, όταν του πρότεινε να συμμετάσχει στην ταινία «Εγωισμός» τον ενημέρωσε ότι πρώτα θα έκανε…δοκιμαστικό γύρισμα! Ο Φωκάς το δέχθηκε, έκανε το δοκιμαστικό και φυσικά, ο Δαλιανίδης τον πήρε στην ταινία. Άλλωστε, ένα βασικό χαρακτηριστικό κάθε μεγάλου πραγματικά ηθοποιού είναι ο 100% επαγγελματισμός, ο αυτοσαρκασμός και η προθυμία του να «τσαλακώνει» τον εαυτό του για τις ανάγκες κάθε ρόλου, αλλά και κάθε ταινίας που το απαιτεί. Θα έλεγε κανείς δε, ότι ο Δαλιανίδης στην ταινία αυτή έβγαλε όλο τον «σκληρό» επαγγελματισμό του, αφού είχαμε και άλλο φαινόμενο προστριβών με το καστ των ηθοποιών: Ο κορυφαίος έλληνας σκηνοθέτης είχε αρχικά σκεφθεί ως πρωταγωνιστικό δίδυμο στην ταινία τη Ζωή Λάσκαρη και την Έλενα Ναθαναήλ, που θα υποδύονταν τις δύο αδελφές. Κατά το πρώτο γύρισμα, όμως, η 17χρονη τότε Ναθαναήλ δεν τα πήγε τόσο καλά για τα δεδομένα του Δαλιανίδη και μετά απο κάποια ατυχή περιστατικά έχασε όχι μόνο το ρόλο της στην ταινία, αλλά και το συμβόλαιο της με την Finos Film. Βαρύ χτύπημα για τη νεαρή ηθοποιό, η οποία όμως δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε τις προσπάθειές της και στη συνέχεια έκανε μια πολύ μεγάλη καριέρα στον ελληνικό κινηματογράφο. Όσον αφορά στον ρόλο της στην ταινία, τελικά τον πήρε η Τζένη Ρουσσέα. Η οποία έδωσε τον καλύτερο εαυτό της, έστω κι αν δεν απέφυγε κάποιες υποκριτικές υπερβολές. Η Ζωή Λάσκαρη ωστόσο ήταν το μεγάλο όπλο της ταινίας, τόσο με την εξαιρετική ερμηνεία της, όσο και με την σέξι εμφάνισή της, η οποία απέπνεε έναν εξαιρετικό ερωτισμό, πάντα όμως στα όρια της τέχνης. Από την πλευρά του, ο Σπύρος Φωκάς, ήταν πολύ καλός, ωστόσο ήταν φανερό ότι έκανε προσπάθειες για να μην μείνει στη σκιά της Λάσκαρη. Κάτι που κατά την προσωπική μας γνώμη, μάλλον δεν τα κατάφερε. Άλλοι κορυφαίοι ηθοποιοί που συμμετείχαν στην ταινία ήταν οι Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Ελένη Ζαφειρίου, Άγγελος Μαυρόπουλος, Ρίτα Μουσούρη, Αλέκος Τζανετάκος (ατυχής έμπνευση του σεναρίου να αποτελεί ο ίδιος τον κολλητό φίλο του πρωταγωνιστή, καμία χημεία με τον Σπύρο Φωκά), Λάκης Κομνηνός, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Εύα Κοταμανίδου, Άγγελος Αντωνόπουλος και πολλοί άλλοι. Η ταινία «Εγωισμός» προβλήθηκε τη σεζόν 1964-1965, έκοψε 344.675 εισιτήρια και ήρθε στην 9η θέση ανάμεσα στις 93 ταινίες της σεζόν εκείνης. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα, η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου και η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα.

Η «Μουσίτσα», η εποχή των σινερομάντζων και ο «άπειρος» Δαλιανίδης

Άραγε αν σήμερα αναφέραμε σε ένα παιδί 18 χρονών τον όρο «σινερομάντζο», τι θα καταλάβαινε; Μάλλον τίποτα. Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, είναι πολύ δύσκολο σήμερα η γενιά των υπολογιστών, του Facebook, του Instagram και του Google Play να σκεφθεί ότι κάποτε υπήρχαν μόνο περιοδικά, όχι τηλεόραση, και κάθε εβδομάδα κάποια περιοδικά δημοσίευαν σε συνέχειες ιστορίες με σκίτσα. Όσο κι αν έχουν προλάβει τα σκίτσα μέσα από ιστορίες cartoons σε περιοδικά, είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουν ότι τέτοιες ιστορίες μπορούσαν να παρουσιάζονται σε περιοδικά, είτε εικονογραφημένες με σκίτσα, είτε με πραγματικές φωτό των πρωταγωνιστών, καρέ-καρέ. Τις δεκαετίες του 60, του 70 και του 80 ακόμα, όμως, τα σινερομάντζα ήταν πολύ της μόδας και προκαλούσαν το μεγάλο ενδιαφέρον των αναγνωστριών κυρίως. Και ήταν τόσο διαδεδομένα που ακόμα και ελληνικές ταινίες αποτυπώνονταν ως σινερομάντζα σε ιστορικά περιοδικά της κάθε εποχής, είτε ως ένα πρωτότυπο promo της ταινίας, είτε ως επιστέγασμα της επιτυχημένης εμπορικής τους πορείας. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ταινία «Μουσίτσα», η οποία γυρίστηκε το 1959 από την Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που τότε έκανε τα πρώτα της βήματα και προσπαθούσε να καθιερωθεί στον ελληνικό κινηματογράφο. Η ταινία αυτή λοιπόν δημοσιεύθηκε με τη μορφή σινερομάντζου στο ιστορικό περιοδικό Θησαυρός για 16 εβδομάδες, ξεκινώντας από το τεύχος 1180, το οποίο κυκλοφόρησε στις 6 Ιουλίου του 1961. Η «Μουσίτσα» αποτελεί μια σχετικά γνωστή ταινία της Βουγιουκλάκη, η οποία σαφώς και δεν μπορεί να πιστωθεί στις επιτυχημένες της. Παρά το γεγονός ότι εκείνη την εποχή έκανε το ξεκίνημά της στο χώρο, από τότε κιόλας είχε δείξει στοιχεία του δυναμικού της χαρακτήρα, τα οποία την ωθούσαν στο να προσπαθεί να υπερκεράσει τις ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών της και να φαίνεται εκείνη πάντα «ένα πλάνο μπρος». Εκείνη την εποχή όμως δεν διέθετε την πείρα ώστε να μπορέσει να διαχειριστεί το ταλέντο της, με αποτέλεσμα από τη μια η ερμηνεία της να καλύπτει άγαρμπα τις αντίστοιχες των συμπρωταγωνιστών της, από την άλλη όμως η ερμηνεία αυτή δεν ήταν σε τόσο premium και ουσιαστικά επίπεδα, ώστε να βοηθήσει την ταινία να αναδειχθεί στο σύνολό της. Έστω κι αν η «Μουσίτσα» ήταν για την Βουγιουκλάκη η 11η ταινία της καριέρας της – ακολούθησε η «Αστέρω», την ίδια χρονιά.

Ο «άπειρος» Δαλιανίδης 

Για να είμαστε ωστόσο δίκαιοι, μερίδιο ευθύνης σε αυτή την εξέλιξη είχε σίγουρα και ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος είχε γράψει το σενάριο της ταινίας, αλλά είχε κάνει και την σκηνοθεσία. Κι αυτό διότι για τον Δαλιανίδη η ταινία αυτή αποτέλεσε από τις πρώτες σκηνοθετικές του απόπειρες, οπότε ίσως ήταν και για τον ίδιο δύσκολο χωρίς την κατάλληλη εμπειρία, να διαχειριστεί τόσο ταλαντούχους ηθοποιούς όπως η Βουγιουκλάκη. Και όλα αυτά συνέβαιναν, τη στιγμή που συμπρωταγωνιστές της Βουγιουκλάκη στη «Μουσίτσα» ήταν μεγάλα ονόματα του ελληνικού σινεμά και θεάτρου, όπως ο Ανδρέας Μπάρκουλης, ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Κούλης Στολίγκας, ο Θανάσης Βέγγος, η Αλέκα Στρατηγού και πολλοί άλλοι. Οι εν λόγω ηθοποιοί δεν κατάφεραν να «αναπνεύσουν» ερμηνευτικά δίπλα στη Βουγιουκλάκη, με αποτέλεσμα το μεγάλο τους ταλέντο να μην αποτυπωθεί στο όλο αποτέλεσμα. Έτσι η «Μουσίτσα» έμεινε στην ιστορία ως μια ταινία αρκετά ανάλαφρη, με αρκετό χιούμορ, αλλά τις περισσότερες φορές «τραβηγμένο από τα μαλλιά». Η υπόθεση ήταν η εξής: Μια ζωηρή και ατίθαση κοπέλα, η Αλίκη (Αλίκη Βουγιουκλάκη), εργάζεται σε εφημερίδα και αναλαμβάνει να πάρει συνέντευξη από έναν επιστήμονα που πρόκειται να έρθει στην Ελλάδα. Παράλληλα γνωρίζεται με ένα συνάδελφο (Ανδρέας Μπάρκουλης) που εργάζεται σε άλλη εφημερίδα. Όταν η Αλίκη χάσει την άφιξη του αεροπλάνου του επιστήμονα, φτιάχνει μια δική της συνέντευξη, προσπαθώντας να καλύψει το λάθος της. Μαθαίνοντας ωστόσο ότι η άφιξη του επιστήμονα έχει ματαιωθεί, επιμένει ότι ο ξένος ήρθε και παρουσιάζει κάποιον άλλο στη θέση του. Η απάτη της αποκαλύπτεται από τον συνάδελφό της, ο οποίος όμως την αγαπά και θα την παντρευτεί μετά την απόλυσή της. Παρά τις ατέλειες ωστόσο, η ταινία που προβλήθηκε τη σεζόν 1958-1959, έκοψε 72.095 εισιτήρια και βρέθηκε στην 5η θέση ανάμεσα στις 51 ταινίες της σεζόν εκείνης. Η μουσική ήταν του Τάκη Μωράκη, ενώ στο τραγούδι εμφανίζεται και η Νάνα Μούσχουρη, η οποία εκείνη την εποχή έκανε τα πρώτα της βήματα. Φυσικά δεν θα μπορούσε και η ίδια η Βουγιουκλάκη να μην τραγουδά. Μεγάλη ήταν η επιτυχία του τραγουδιού «Ρίκο Ρίκο Ρίκοκο» που ερμήνευσε η ίδια, σε στίχους-μουσική Τάκη Μωράκη-Γιώργου Γιαννακόπουλου.