ΕΛΛΑΔΑ

Ιστορικοί και νομικοί στηρίζουν πολίτες της Θεσσαλονίκης που μηνύθηκαν από απογόνους του κατοχικού φρουράρχου της πόλης

Ο Χρυσοχόου είχε συνεργαστεί με τις ναζιστικές δυνάμεις – Είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του διαβόητου ναζί Μαξ Μέρτεν – Η οδός της Θεσσαλονίκης που έφερε το όνομά του μετονομάστηκε από το διορισμένο από τη χούντα Δημοτικό Συμβούλιο

Ιστορικοί, νομικοί και πολιτικοί επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ανταποκρινόμενοι στο από 9/1/2019 κάλεσμα του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ), 1967-1974, συνέταξαν και συνυπέγραψαν κείμενο υποστήριξης προς τον Αλέκο Γρίμπα, τον Σπύρο Σακέττα, και τον Τριαντάφυλλο Μηταφίδη, από την Θεσσαλονίκη, που ενάγονται από τους απογόνους του κατοχικού φρουράρχου της πόλης στρ. Αθανάσιου Χρυσοχόου με την κατηγορία της «προσβολής μνήμης νεκρού».

Ο λόγος είναι ότι υποστήριξαν με ανοιχτή επιστολή τους προς το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης την αποκαθήλωση του ονόματος του στρ. Αθανάσιου Χρυσοχόου, που απέδωσε σε δρόμο της πόλης το 1971 το Δ.Σ. που διόρισε η Χούντα.

Ακολουθεί το κείμενο υποστήριξης που φέρει τον τίτλο «Η ιστορία δεν δικάζεται»:

«Οι πολιτικές σκοπιμότητες που επικράτησαν στη μεταπολεμική περίοδο και ακύρωσαν τη νομοθετημένη τιμωρία των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων, επιτρέπουν, 75 χρόνια μετά την Απελευθέρωση της χώρας μας, στους απογόνους του διορισμένου κατοχικού Φρούραρχου Θεσσαλονίκης Αθανάσιου Χρυσοχόου, να καταθέσουν αγωγή αποζημίωσης 600.000 ευρώ συνολικά και προσωπική κράτηση έξι μηνών στον καθένα για «προσβολή μνήμης νεκρού», κατά τριών πολιτών της Θεσσαλονίκης, των Αλέξανδρου Γρίμπα, Σπυρίδωνα Σακέττα, Τριαντάφυλλου Μηταφίδη.

Οι ενάγοντες συνειδητά αποσιωπούν σειρά αποφάσεων των κατοχικών κυβερνήσεων με τις οποίες διορίζουν τον Αθανάσιο Χρυσοχόου, από τον Ιούλιο του 1941 και σ΄ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, σε σειρά καίριων θέσεων. Θέσεις οι οποίες, σε συνδυασμό με τις αποφάσεις που παίρνει και τη δραστηριότητα που αναπτύσσει, τον τοποθετούν στον εσμό των συνεργατών των κατακτητών, όπως αυτοί προσδιορίζονται στην πρώτη Συντακτική Πράξη «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των Προδοτών», που θεσπίστηκε στις 14 Οκτωβρίου 1944, καθώς και στις αντίστοιχες που ακολούθησαν.

Η πορεία του συνταγματάρχη Αθ. Χρυσοχόου συνιστά άλλη μία χαρακτηριστική περίπτωση αποκατάστασης, όπως εκείνη των στελεχών της Ειδικής Ασφάλειας Αθηνών, στις τάξεις των ευυπόληπτων πολιτών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διορισμένος από τον Γερμανό κατακτητή κατοχικός Φρούραρχος Θεσσαλονίκης επιβραβεύεται και με την αντιπροεδρία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, σύμφωνα με το κείμενο αγωγής.

Η ιστορική έρευνα έχει πλέον τεκμηριώσει την επανειλημμένα μεθοδευμένη απαλλαγή και αθώωση ατόμων η δράση των οποίων στη διάρκεια της Κατοχής πρόσβαλε βάναυσα το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Η αγωγή αποσιωπά εσκεμμένα την εγκληματική δραστηριότητα των κατοχικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη και των συνεργατών τους, στους οποίους ο Αθ. Χρυσοχόου κατείχε εξέχουσα θέση. Και στην περίπτωση αυτή είναι προφανής η προσπάθεια αναθεώρησης της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία των τριών εναγόμενων να ανατραπεί η απόφαση του διορισμένου χουντικού Δημοτικού Συμβουλίου κα να μετονομαστεί σε Αλβέρτου Ναρ η οδός που φέρει το όνομα του Αθ. Χρυσοχόου, ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης της 26ης Μαρτίου 2018 και της αρμόδιας επιτροπής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας.

Εκτός από την αποκατάσταση πράξεων και παραλείψεων των προηγούμενων κρατικών και δημοτικών αρχών η πρωτοβουλία αυτή συνιστά και επιβεβλημένη συμβολική και ηθική δικαίωση των θυμάτων του μεγαλύτερου εγκλήματος σε βάρος μερίδας του ελληνικού λαού στο πλαίσιο της αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης και της κραυγαλέας παραποίησης των γεγονότων.

Οι εκλεκτικές συγγένειες του Αθ. Χρυσοχόου με τη σκοτεινότερη πλευρά της γερμανικής κατοχής και των οργάνων της συνεχίζονται και μετά τη συντριβή του ναζισμού. Αποδεικνύονται από την επιλογή του να καταθέσει μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του καταζητούμενου για εγκλήματα πολέμου Μαξ Μέρτεν στις 11 Φεβρουαρίου 1959. Ο Μέρτεν καταδικάστηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για παράνομες φυλακίσεις και εγκλεισμούς Ισραηλιτών και Ελλήνων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, φόνους και θανάτους Ισραηλιτών από ασιτία, εκτοπίσεις περισσότερων από 45.000 Εβραίων σε γερμανικά στρατόπεδα.

Κατά συνέπεια, η «προσβολή της μνήμης του», που επικαλούνται οι ενάγοντες, έχει επέλθει από την ίδια την ενεργό συνεργασία του με τους κατακτητές, από τις τραγικές συνέπειές της για τον υπόδουλο λαό, από τις ίδιες τις δικές του επιλογές.

Σε μια δημοκρατική κοινωνία τα ζητήματα της Ιστορίας και της ιστορικής μνήμης δεν κρίνονται στις αίθουσες των δικαστηρίων.»

ΑΠΕ-ΜΠΕ