ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥΚΡΗΤΗ

Κατάβαση στο Φαράγγι «Κουδουμά»: Ένα φυσικό … αγχολυτικό!

Τρεις ώρες κατάβασης και πεζοπορίας από την κορυφή του Κόφινα ως την παραλία μπροστά από την Ιερά Μονή Κουδουμά

Όλα ξεκίνησαν περίπου στις 11.30 το πρωί του περασμένου Σαββάτου. Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχα αποφασίσει να λάβω μέρος στην εκδρομή στην κορυφή του Κόφινα, κι αν διαπίστωνα ότι “με έπαιρνε” να περνούσα και το φαράγγι “Κουδουμά”. Ούτε ορειβατικά μποτάκια έχω, ούτε καν ιδέα για το τί πρέπει να προσέχω ή να έχω μαζί μου! Ξυπόλητο στα αγκάθια πήγε το κορίτσι της πόλης!

Ο Μάρκος, από τη “Θαλόρη” οδήγησε τέσσερα ακόμη άτομα και εμένα στην κορυφή, σε ύψος περίπου 1.200 μέτρων. Στη διαδρομή μας έκανε μία μίνι ξενάγηση, αφού δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε το Μοναστήρι των Τριών Ιεραρχώνστο Λουσούδι. Ό,τι έχει απομείνει από την Αριστοτελική Σχολή Φιλοσοφίας που λειτούργησε στην Κρήτη την περίοδο της Ενετοκρατίας, από τον ιερωμένο φιλόσοφο Ιωσήφ Φιλάγρη στέκεται επίμονα, περιμένοντας την αναστήλωση αλλά και ευρύτερες ανασκαφές για τον ενδεχόμενο εντοπισμό κι άλλων κτιρίων.

Όταν κοιτάς από ψηλά…

Κι αμέσως μετά ήρθε … το δέος! Δεν είναι και λίγο, βέβαια, να στέκεσαι στην κορυφή του Κόφινα και μπροστά σου να βλέπεις, μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, πράσινο και γαλάζιο! Δεν “φταίει” μόνο το ότι κοιτάς από ψηλά… η γη μοιάζει με ζωγραφιά, γιατί εκεί στο Νότο της Κρήτης, η ανθρώπινη παρέμβαση είναι μικρή κι όσοι πέρασαν από εκεί στάθηκαν με σεβασμό μπροστά σε όσα … εν σοφία εποίησε!

Η θέα από ψηλά … κόβει την ανάσα

Σταθήκαμε εκεί ψηλά και ρίξαμε μια ματιά σε όσα … μας περίμεναν. Ο καιρός ήταν ιδανικός, θερμοκρασία σχετικά υψηλή για τα δεδομένα της περιοχής και της εποχής, χωρίς βροχή. Οι “μυημένοι” στα φαράγγια και την πεζοπορία διαπίστωσαν γρήγορα ότι δεν επρόκειτο για εύκολη υπόθεση.Όσο για μένα; Με τα αθλητικά μου παπουτσάκια, που ως τότε είχαν “δει” μόνο παρκέ γυμναστηρίου, με ένα μπουκάλι νερό στην τσάντα στους ώμους (ε, και δύο σάντουιτς, το ομολογώ!) ξεκίνησα να κατεβαίνω πατώντας από πέτρα σε πέτρα. “Πλάκα μου κάνεις…” μονολόγησα για να πάρω απόκριση “Από τώρα;”. Και τότε μου χτύπησε “καμπανάκι”! Δεν έπαιζα κάποιο video game. Κάθε βήμα είχε τη σημασία του, γιατί η κατάβαση τουλάχιστον κατά τα πρώτα 700 μέτρα γινόταν … με χαράδρες και βράχους να παραμονεύουν. Και κυρίως… δεν μπορούσα (ούτε ήθελα όμως) να κάνω … quit!

Τι καιρικές συνθήκες ξερίζωσαν, άραγε, αυτό το τεράστιο δέντρο;

Η διαδρομή ήταν πολύ ευχάριστη, το τοπίο συνεχώς εναλλασσόταν, κι από πέτρες και βράχους, βρεθήκαμε να διασχίζουμε κατάφυτες περιοχές, με πρόβατα και κατσίκια να μας προσπερνούν! Κρεμμύδες, φασκόμηλο, θυμάρι, ρίγανη συναντούσαμε σε κάθε μας βήμα. Κάπου κάπου βλέπει κανείς διάφορες φυσικές σπηλαιώσεις, που λέγεται πως φιλοξενούν ασκητές. Ξεκινώντας, μας είπαν ότι μέσα στο φαράγγι ζούν δύο ασκητές. Ο ένας έχει να φανεί δύο χρόνια. Ποιος ξέρει…

Η έκπληξή μας, όμως, ήταν μεγάλη όταν συναντήσαμε μια σπηλιά που είχε μετατραπεί σε … σπιτικό! Παράθυρο με κούφωμα και τζάμι (!), πόρτα, διακόσμηση με αρκουδάκια, μια εικόνα, μαξιλάρι, ακόμη και … στιγμιαίο καφέ είδαμε! Οι εικασίες έδιναν και έπαιρναν!

– Να είναι άραγε του ασκητή;
– Μπα… Οι ασκητές δε θέλουν μαξιλάρια και φραπέ!
– Μήπως κανενός βοσκού;

Την απάντηση την πήραμε όταν συναντήσαμε ξανά το Μάρκο. Η σπηλιά – σπίτι διαμορφώθηκε σιγά σιγά από ντόπιους που έφτιαξαν ένα χώρο … για διανυκτέρευση. Μην αναρωτηθείτε γιατί να θέλει κανείς να διανυκτερεύσει μέσα σε ένα φαράγγι… Η Φύση, ιδίως εκεί, έχει μια απόκοσμη ομορφιά και γοητεία.

Ύστερα από σχεδόν τρεις ώρες κατάβασης είδαμε μπροστά μας την Ιερά Μονή Κουδουμά, που είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Εκεί σταματήσαμε, ένας δόκιμος μοναχός μαζί με ανθρώπους που εργάζονται για τη Μονή και τακτικούς επισκέπτες, μας υποδέχτηκαν. Ήπιαμε καφέ, ρωτήσαμε για τη Μονή, περιηγηθήκαμε στους χώρους της και κατόπιν πήραμε και πάλι … τον ανήφορο, ακολουθώντας το μονοπάτι προς τον Άγ.Ιωάννη, όπου φτάσαμε περίπου μία ώρα αργότερα.

 

Η θέα από το μονοπάτι προς τον Άγιο Ιωάννη

 

 

Επιστρέψαμε στη βάση μας περίπου στις 18.00 το απόγευμα, σώοι και αβλαβείς, με πολλές εμπειρίες να μοιραστούμε και έκθαμβοι από τη μαγευτική φύση. Όσο για μένα – και νομίζω για κάθε “παιδί” της πόλης – η ηρεμία και η ισορροπία έστω κι ενός διημέρου μέσα στη Φύση και μάλιστα χωρίς κινητό να χτυπάει (στην περιοχή δεν έχει σήμα!) δεν συγκρίνεται με κανένα χλιδάτο και “in” στέκι εντός των τειχών!

http://www.madeincreta.gr