ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Καφενέδες του τώρα και του κάποτε στο Μεγαλο-κάστρο

Της   Ρίκης  Ματαλλιωτάκη

 

 

 

Μη πέσετε στη παγίδα να τα συσχετίσετε με την  των τελευταίων χρόνων ξενόφερτη, Αμερικανο-ευρωπαική συνήθεια της καφετέριας,  δεν έχουν σχέση ούτε καν τέταρτης συγγένειας μεταξύ τους..

Το καφενείο, μοναδικός στον Ελλαδικό χώρο,τόπος συγκέντρωσης κι ανταλλαγής κάθε είδους  απόψεων αφού έχει  φθάσει να χαραχτηρισθεί έως η δεύτερη Βουλή των Ελλήνων, δεν θα μπορούσε με τίποτα να χαραχτηρισθεί  έτσι απλά  σαν ένας τρόπος διασκέδασης όπως οι καφετέριες γιατί στη κυριολεξία δεν είναι κιόλας.

Είναι ένας διαχρονικός, Ρωμαίικος πάνω απ΄ όλα , τρόπος ζωής κι αν δεν το πιστεύετε ρωτήστε κάποιο από τους θαμώνες τους που την συνήθεια τους αυτή τη διατηρούν ως το τέλος της ζωής τους φανατικά αναλλοίωτη.

Ο καφές του καφενέ επ΄ ουδενί λόγο δεν διαθέτει τη γεύση  ενός καφέ του σπιτιού τους.. Η πρέφα ή το τάβλι  που παίζονται εκεί μέσα κι οι νίκες που  συνοδεύονται με τσικουδιά και οφτή πατάτα το χειμώνα , με μπύρα ή με ουζάκι το  καλοκαίρι, το υποβρύχιο , τα γλυκά του κουταλιού, και γενικά όλα τα εδέσματα του έχουν μια εντελώς  διαφορετική γεύση από εκείνη που έχουν τα  ίδια  πράγματα σε οποιοδήποτε άλλο επιφανειακά όμοιο   χώρο χώρο.

Ξεχασμένα καφενεία μιας πάλαι ποτέ όντως «Ωραίας Ελλάς» αλλά  και αιωνόβιοι σχεδόν  καφενέδες  της πόλης μας σαν αυτούς που παρουσιάζουν σήμερα οι «Σ»  και οι οποίοι δεν σκοπεύουν να γεράσουν αποδεικνύουν ατράνταχτα τούτη την ελληνική συνήθεια ..

 

Τα κεντρικά καφενεία της πλατείας των Τριών Καμάρων

 

Το πρώτο καφενείο  της πλατείας των  Τριών Καμάρων ανήκε σε ένα Τούρκο  Μπέη από τον οποίο το αγόρασε το 1880 ο Μιχάλης Παπακαλιάτης, μεγαλοκτηματίας του Ηρακλείου. Το λειτούργησε κι ο ίδιος σαν καφενείο, αργότερα τα παιδιά του Μιχάλης , Γιάννης και Μανόλης κι  έσβησε σχεδόν στις τις μέρες μας αφήνοντας πίσω του μια ιστορία που κράτησε περίπου ένα αιώνα..

Από το 1910 όμως κι έπειτα που η πλατεία ξεκινά να αλλάζει το έως τότε χρώμα της πολλά καφενεία αρχίζουν  δημιουργούνται εκεί λόγω της εμπορικότητας του δρόμου. Ρίχνοντας  τη πύλη του Αγίου Γεωργίου φτιάχνεται ο κήπος του Ηρώου, στην αρχή της οδού Πεδιάδος  ο Πουλακάκης  χτίζει το σινεμά του και τριγύρω ξεκινά να γεννιέται  μια γειτονιά όλο καφενεία για να προσφέρουν τη φιλοξενία τους  στους 40.000 κατοίκους της πόλης.

Στο σημείο που βρίσκεται ο σημερινός κινηματογράφος «Αστόρια», (και όταν  το υπερυψωμένο γύρω στα δύο μέτρα αραβικό τοίχος που ξεκινούσε από εκεί, διαπερνούσε την οδό Δαιδάλου και προχωρούσε έως κάτω την οδό Χάνδακος δεν είχε ακόμα πειραχτεί) βρίσκονταν το καφενείο του «Σακαλή» που ανήκε σε ένα  Αρμένη πρόσφυγα, το Ντούλ Τουρ ο οποίος έκανε χαρουμπία και πολίτικους καβρουμάδες. Λίγο πιο πέρα και δίπλα από ένα μεγάλο πλάτανο,  βρισκόταν το αργελατσίδικο  καφενείο του «Κουλαλή» που πήγαιναν όσοι ήθελαν να ρουφήξουν αργιλέ. Όταν κατεδαφίστηκε το τείχος για να χτισθεί το «Αστόρια» το αργελατσίδικο καφενείο του Κουλαλή μεταφέρθηκε σε οίκημα   στην αρχή της οδού Δαιδάλου έως που λίγο αργότερα κι αυτό κατεδαφίστηκε για να αντικατασταθεί από σύγχρονο κατάστημα.

Ακόμα λίγο πιο πέρα, στο τέρμα της οδού Δικαιοσύνης, υπήρξε  η «Επτάλοφος» που λειτούργησε για πολλά χρόνια  σαν  καφενείο, σαν  ταβέρνα αργότερα  και τα τελευταία χρόνια έγινε το «ουζερί του Αρίστου.» ενώ στη πλατεία των Τριών Καμαρών εξακολούθησαν να υπάρχουν πολλά καφενεία και μεταγενέστερα, κατά τη περίοδο 1948-1960.

 

Καφενεία σε άλλα σημεία της πόλης

Ένα άλλο καφενείο εποχής που βρίσκονταν στην αρχή της πλατείας Δασκαλογιάννη ήταν του Αντώνιου Χατσόπουλου. Λειτούργησε σαν καφενείο από το 1902 έως και το 1935 που ο ιδιοκτήτης του μετανάστευσε στην Αμερική και το πούλησε στους Σκόρδο και Μαγριπλή οι οποίοι μετά τον πόλεμο το άφησαν για να ενοικιάσουν τη διπλανή αίθουσα που βρίσκεται σήμερα το Νέο Κέντρο

Στην  πλατεία Καλλεργών , προφανώς από το 1925, υπήρχε το ιστορικό καφενείο «Όλυμπος» που από το μπαλκόνι του εκφώνησε τους πολιτικούς του λόγους ο Ελευθέριος Βενιζέλος Στο ίδιο καφενείο  έγινε η παράδοση της πόλης του Ηρακλείου στον Γερμανό ταγματάρχη Σούλις και τον υπολοχαγό Κέρφιν, από τον τότε νομάρχη Τσατσαρονάκη μετά την πτώση της Κρήτης το 1944.

 

Πλατεία Καλλεργών κάποτε

Ένα άλλο μικρό καφενείο στη πλατεία Καλλεργών ήταν εκείνο  της «κυρά Μαρίας»    Θαμώνες του ήταν οι αραμπατζήδες οι οποίοι κατά την περίοδο 1950-65 , συγκεντρώνονταν και άραζαν τις πρωινές ώρες τα κάρα τους  στην είσοδο του πάρκου  Θεοτοκόπουλου περιμένοντας  να τους δοθεί κάποια μεταφορά για να ξεκινήσουν το μεροκάματο της ημέρας.

Πιο κάτω από τον Όλυμπο βρισκόταν μέχρι και το 1941 το καφενείο του «Στεφαναρά», ψαρέμπορου μετά το 1945 και στα Λιοντάρια το καφενείο «Κέντρο» του Λέκκα

 

Εκεί  σύχναζε κάποιος τύπος, εργολάβος στο επάγγελμα και Καρτεράκης στο επίθετο, έβγαζε από τη τσέπη του διάφορα βότανα του βουνού  και τα έδινε στο καφετζή για να του τα βράσει. Αυτό που έπινε ευωδίαζε τόσο που προκάλεσε και άλλους  να τον μιμηθούν κι έκτοτε το βραστάρι με τα συγκεκριμένα βότανα πήρε το όνομα του: «καρτεράκι».

Στη περιοχή του λιμανιού, κοντά  στο Μπεντενάκι, βρίσκονταν επίσης πολλά από τα καφενεία της πόλης του Ηρακλείου μια και οι εκεί δραστηριότητες απασχολούσαν  το εξήντα τοις εκατό των εργαζομένων της  πόλης κατά τη περίοδο του 1922 κι έκτοτε.

Ω γνωστόν, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή  το Ηράκλειο δέχτηκε 13.000 πρόσφυγες που οι περισσότεροι εξ αυτών  ήταν λιμενεργάτες, λεμβούχοι και  γενικά εργαζόμενοι στην όλη δραστηριότητα του λιμανιού.

Το 1935 λοιπόν προχωρώντας το δρόμο του Αγίου Δημητρίου  που οδηγεί προς το Μπεντενάκι,  συναντούμε το καφενείο-παράγκα  του Αντωνούσα Πλοηγός στο κύριο  επάγγελμα, ευτραφής, με αρκετά σεβαστή κοιλίτσα, φορούσε πάντα το καπέλο του καπετάνιου, και με το μόνιμα άσβηστο τσιμπούκι στο στόμα του γύρναγε τις πρωινές ώρες στο λιμάνι  αγναντεύοντας το πέλαγος..

Το πιο ονομαστό όμως  καφενείο των προπολεμικών χρόνων ( 1925-1940) στην περιοχή ήταν του Τρυπητήρα Τίποτα απολύτως δεν ξεχώριζε και το δικό του χώρο από τους υπόλοιπους, μια τεράστια ξύλινη παράγκα σαν όλα  ήταν κι αυτό πλησίον της σημερινής ταβέρνας Ιππόκαμπος και του λαδάδικου των αδελφών Χάλαρη, μα  είχε  γίνει ονομαστό λόγω της φιλευσπλαχνίας του ιδιοκτήτη.

Ο Τρυπητήρας ήταν κι εκείνος ένας ευτραφής τύπος, με μια κοιλιά πολύ μεγάλη και στρογγυλή που την κάλυπτε πάντα πίσω από μια χωριάτικη  μπροστοποδιά με ρίγες που έφτανε ίσαμε κάτω τα πόδια του. Βοηθούσε όμως πολύ τους αδύνατους και φτωχούς ξεχνώντας πάντα σκόπιμα τα βερεσέδια του και αποφεύγοντας να πάρει λεφτά από θαμώνες που γνώριζε ότι δεν είχαν να πληρώσουν.

Απέναντι από το Λιμενικό Περίπτερο, στην άλλη γωνία του κόλπου του Δερματά και στα πόδια σχεδόν του παλιού ηλεκτρικού εργοστασίου, ξεκίνησε προπολεμικά να λειτουργεί το καφενείο του Ανδρικάκη.

 

 

 

Παράγκα κι αυτό αρκετά μεγάλη και περιτριγυρισμένη με καλάμια, φιλοξένησε πολλές φορές το μεγάλο καραγκιοζοπαίχτη Παπανικολάου  και συχνά, τα προπολεμικά βράδια του 1935, η ιδιαίτερη αυτή καλλιτεχνική  φυσιογνωμία, που αξίζει να σημειωθεί ότι αναγνωρίστηκε μετά θάνατον, συναγωνίζονταν  στη τέχνη του σκληρά με το καραγκιοζοπαίχτη Χαρίλαο που έδινε τη δική του  παράσταση στο καφενείο του Αντωνούσα.

Το καφενείο του Ανδρικάκη συνέχισε τη λειτουργία του έως και το 1960. Η παρουσία του αυτοκινήτου όμως από εκεί κι έπειτα  που έδιδε το δικαίωμα και την άνεση στους Ηρακλειώτες  να κινούνται και εκτός πόλης, την έκλεισε κι αυτή όπως και όλα σχεδόν τα καφενεία ή τα ταβερνοκαφενεία από τη περιοχή του  λιμανιού μέχρι και το Καράβολα

Σο καφενέ της  Ruga Maistra (25ης   Αυγούστου) έπινε το καφέ του ο γέρο- Βενιζέλος.

 

Μαΐου του 1934 επί της Λωφόρου25ης Αυγούστου, λίγα μόλις μέτρα  παρακάτω από την Εθνική Τράπεζα, αρχίζει να λειτουργεί  ένας καφενές  που έγινε ειδικά για να εξυπηρετεί τις ανάγκες τούτου του δρόμου που  ανέκαθεν υπήρξε ένας από τους πλέον εμπορικούς δρόμους της πόλης του Ηρακλείου.

Ο πρώτος ιδιοκτήτης του Νικόλαος Πευκιανάκης, «βαμμένος Βενιζελικός» στις πολιτικές του πεποιθήσεις, έχει όχι μόνο τη τύχη να συναντήσει το ίνδαλμά του  αλλά και  την ευχαρίστηση  να σερβίρει επανειλημμένως το μεγάλο Έλληνα  ηγέτη, το γέρο Βενιζέλο, ο οποίος κάθε που ερχόταν στο Ηράκλειο  επέλεγε πάντα αυτό το καφενείο για να πιει το καφέ του .

Σερβίρει επίσης το γέρο Παπανδρέου,  το Σοφοκλή Βενιζέλο, το τότε  διοικητή της Τράπεζας Αθηνών κ. Λιάσκο που έβαλε και το θεμέλιο λίθο στην Εθνική Τράπεζα της πόλης μας, καθώς ακόμα  και  άλλους πολιτικούς που πέρασαν από εκεί λόγω ακριβώς της εμπορικότητας του δρόμου που βρίσκονταν το μαγαζί του.

Το 1948  δίπλα στο πατέρα , στο μικρό καφενείο αρχίζει να δουλεύει και ο γιος  μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις της Εμπορικής Σχολής. Από τότε ο γιός  Αντώνης  Πευκιανάκης είναι πλέον εκείνος  που εξυπηρετεί τους Ηρακλειώτες λεφτάδες  της Ruga maistra  που κάποτε (ίσως και μέχρι σήμερα ) όλων σχεδόν τα γραφεία βρίσκονταν εκεί:

Σερβίρει το καφέ στα γραφεία των αδελφών Λιαναντωνάκη που διέθεταν πρακτορείο της Shell, αποικιακά είδη καθώς και την εταιρία ραδιοφώνων «Έρσεα»

Στα γραφεία των Πολυχρονίδη και Φραγκούλη που είχαν την αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων VOLVO καθώς επίσης και λάστιχα αυτοκινήτων.

Στα γραφεία  της Mobil oil του Αριστείδη του Κουφάκη, στα γραφεία εδωδίμων αποικιακών των Λιαπάκη- Κόπακα και ο νεαρός καφετζής  τρέχει ασταμάτητα  για να προλάβει να εξυπηρετήσει και τις ανάγκες αρκετών επίσης υπηρεσιών που στεγάζονταν τότε στον περιβόητο τούτο ιστορικό δρόμο:

Του παλιού Ταχυδρομείου που βρίσκονταν εκεί ακριβώς που βρίσκεται η σημερινή ΕΤΒΑ. Του παλιού ΟΤΕ που βρισκόταν πάνω από το παλιό Ταχυδρομείο, της Ολυμπιακής Αεροπορίας που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το καφενείο του, της Εμπορικής Τράπεζας που βρισκόταν στο ίδιο σημείο που βρίσκεται έως και σήμερα καθώς  και άλλων πολλών που δεν είναι δυνατόν να τους  διατηρεί ακόμα στη μνήμη του μετά το πέρασμα τόσων χρόνων.

Το ωράριο του καφενείου ήταν όμοιο με εκείνο της εμπορική κίνησης αφού και η χρησιμότητα του  διαρκούσε μονάχα για όσο ήταν τα γύρω  γραφεία ανοικτά , για το λόγο αυτό μάλιστα   δεν σέρβιρε ποτέ τίποτα άλλο  εκτός από καφέ, που κόστιζε  μόλις  0,50 λεπτά..

Σήμερα, εβδομήντα χρόνια  αργότερα, το μικρό  τούτο καφενείο εξακολουθεί να διατηρεί τη πρώτη του χρησιμότητα εξυπηρετώντας τις γύρω υπηρεσίες και τα  εμπορικά καταστήματα δίχως εξωτερικά να παρουσιάζει καμιά ιδιαιτερότητα. Για όποιους  όμως διαθέτουν την ικανότητα  να προχωρούν στα ενδότερα του παρελθόντος και να «αφουγκράζονται τις οσμές του»,  δεν θα είναι καθόλου δύσκολο να αισθανθούν  εκεί μέσα  τη παρουσία του ηγέτη που μεγάλωσε τα σύνορα της Ελλάδας..

Ο Καφενές του «Σαρανταυγά»

 

Ένας αιώνας  ύπαρξης στη κεντρική αγορά του Ηρακλείου

 

Το όνομα του Γιώργη Σταθάκη, γιου ενός παπά από το Σμάρι, άλλαξε πολύ εύκολα , όπως συνήθως συμβαίνει σε όλα τα χωριά της Κρήτης, κι έγινε Παπαδάκης, λόγω του ιερατικού επαγγέλματος  του πατέρα του (το παπαδάκι, το παπαδάκι..)

Άλλαξε όμως  και για δεύτερη φορά, κάτι που συνήθως δεν συμβαίνει πολύ εύκολα, κι αιτία και τούτη τη φορά υπήρξε πάλι το ιερατικό επάγγελμα του πατέρα του που προφανώς τον ακολουθούσε σαν κισμέτ:

Όπως επίσης  συνήθως συνέβαινε κάποτε στα χωριά της Κρήτης, ο παπάς αντί για χρήματα πληρώνονταν  για τις υπηρεσίες του με φαγώσιμα  είδη  που λάμβανε σε μικρή ή μεγάλη ποσότητα σε αντίστοιχα καλάθια που κρατούσε  ένας πιτσιρικάς που τον ακολουθούσε.

Τα σαράντα αυγά που έλαβε μια μέρα ο γιος του παπά από το Σμάρι, ο Γιώργης, και η σκωπτική διάθεση των χωριανών να πειράξουν το νεαρό παπαδοπαίδι: (- τι έχεις μέσα στο καλάθι βρε;

-Σαράντα αυγά..

-Και τι θα τα κάνεις τόσα αυγά μωρέ;

– Θα τα φάω…

-Μπράβο, θα φας σαράντα αυγά ;

– Ναι, θα φάω σαράντα αυγά..

-Σαράντα-υγα…σαράντα-υγα..) ήταν η αιτία της δεύτερης άτυπης μεν, ουσιαστικότατης δε και μόνιμης στο εξής  αλλαγής του επιθέτου μια και πλέον κανένα από την οικογένεια δεν τον βρίσκουν με άλλο επίθετο.

Εν καιρώ λοιπόν ο μικρός εκείνος «Σαρανταυγάς» γυρνώντας από τη Σμύρνη που μεγαλώνοντας υπηρέτησε ως χωροφύλακας, κι ένα χρόνο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, ενοικίασε το οίκημα, ιδιοκτησία της οικογένειας Τζέρμπη, και  στην ίδια ακριβώς μορφή με τη σημερινή δημιούργησε κι άρχισε να λειτουργεί  το μικρό καφενέ υπηρετώντας παράλληλα  και τη θητεία του στη Χωροφυλακή και δη στη προσωπική φρουρά του Βενιζέλου.

Άγνωστο γιατί, το μικρό καφενείο δίχως τίποτα το ιδιαίτερο, παρουσίασε μια   ανέλπιστη επιτυχία  η οποία με τα χρόνια όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αντίθετα συνεχώς αυξανόταν και πιο πολύ.

Μαγνήτης έλξης για όλους του πότες, μόνιμους και περαστικούς, του χαραχτηριστικότερου κρητικού ποτού, της τσικουδιάς, που την συνοδεύουν μεζέδες που ουδεμία σχέση δεν  έχουν με κονσέρβα, ογδόντα χρόνια τώρα προκαλεί συνωστισμό στη κεντρική αγορά του Ηρακλείου οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και οποιαδήποτε εποχή του χρόνου από τις δέκα το πρωί έως τις δέκα το βράδυ με μια πελατεία που δεν διαχωρίζεται από τάξεις και ηλικίες.

Το καφέ και τη ρακί τους στου «Σαρανταυγά» τη πίνουν από φοιτητές έως συνταξιούχοι, από τριαντάρηδες και μεσήλικες έως εβδομηντάρηδες, από νομάρχες και  δήμαρχοι έως πολιτικά πρόσωπα του βεληνεκούς μιας Παπαρήγα, ενός Σαμαρά και μιας Νατάσας Καραμανλή.

Αναμφίβολα  το μικρό αυτό  μαγαζί  αποτελεί ένα στολίδι της πολιτιστικής κληρονομιάς  της πόλης του Ηρακλείου  μια και σίγουρα είναι από τους πλέον αυθεντικά παραδοσιακούς , δίχως ίχνος φολκόρ, χώρους  του είδους του  από όσους το  τελευταίο διάστημα προσπάθησαν να βγάλουν προς τα έξω τούτη την εικόνα. Του λόγου το αληθές αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το καφενείο του  «Σαρανταυγά» στην κεντρική αγορά του Ηρακλείου , παραμένει επί ογδόντα ολόκληρα χρόνια ακριβώς όπως τη πρώτη ημέρα που άνοιξε.

«ΚΟΛΕΓΙΟ»

Σαράντα χρόνια  δεν προσφέρει κανένα αλκοολούχο ποτό εκτός από ρακί.

Πάνε περίπου σαράντα χρόνια που ο Γιάννης Τσαντηράκης αγανάκτησε να βρει άκρη στη Πολεοδομική υπηρεσία έως ότου βγάλει  άδεια καφενείου σε ένα  παμπάλαιο κτίριο της οδού Γιαννιτσών, πρώτης ιδιοκτησίας κάποιου συχωρεμένου πλέον Σιδεράκη,  του οποίου η ιστορία αξίζει το κόπο επειδή από μόνη της μιλά για «ελληνοτουρκική φιλία» πολύ πριν αρχίσουν να μιλάνε γιαυτήν τα  εκατέρωθεν μεγάλα, κρατικά συμφέροντα:

Το κτίριο, όχι στη σημερινή του μορφή φυσικά, ανήκε έως το 1918 σε ένα Τούρκο δικαστή που δίκαζε κατά πως λέει η ζώσα ακόμα  προφορική παράδοση  σε μια παράγκα ακριβώς εκεί απ΄ έξω.

Ο άνθρωπος λοιπόν όταν, ίσως και λόγω της δουλειάς του , κατάλαβε έγκαιρα  ότι δεν θα αργούσαν να τους εκπατριστούνε, αποφάσισε να το πουλήσει αλλά προτίμησε κατ΄ αρχήν να το διαπραγματευτεί με ένα Έλληνα, τον μετέπειτα ιδιοκτήτη, που τα διαφορετικά τους θρησκεύματα δεν εμπόδισαν σε τίποτα  να είναι ο καλύτερος του φίλος.

« Φεύγουμε» του λέει, «και δεν θέλω να πάει σ’  αλλουνού χέρια,  δώσε μου ότι έχεις να το πάρεις εσύ.»

« Μακάρι να μπορούσα, πάνω από ένα λοίγκι όμως  δεν  έχω τίποτα άλλο, κι αν στο δώσω μετά δεν θα έχω τίποτα εγώ, δώσετο αλλού να πάρεις και τα λεφτά σου κανονικά » απαντά αρνούμενος να εκμεταλλευτεί  τη περίσταση  ο Σιδεράκης.

Το φιλότιμο όμως  ασφαλώς δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό προσόν, γιατί αν ήταν σίγουρα και ο Τούρκος δικαστής δεν θα πήγαινε αμέσως μετά στο συμβολαιογραφείο να κάνει την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του στον Έλληνα φίλο του δίχως εκείνος ούτε καν να το ξέρει..

Το οίκημα με αυτή τη τόσο ανθρώπινη ιστορία  για το αμέσως επόμενο, πολύ μεγάλο μάλιστα διάστημα, παρέμεινε βουβό,  πέτρες και τοίχοι μοναχά που τίποτα  το αξιόλογο δεν συνέβαινε στο εσωτερικό τους.

Εδώ και περίπου  σαράντα χρόνια όμως, από τότε που το έπιασε στα χέρια του ο σημερινός ενοικιαστής και ιδιοκτήτης του  καφενείου «Κολέγιο» ο χρόνος λες κι αποφάσισε ξανά να παγώσει μέσα του για να διατηρήσει την παράδοση των Ελληνικών και δη των Κρητικών καφενείων αλώβητη..

«Εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι έχουν περάσει από εδώ και οι τριάντα οκτώ έχουν πεθάνει από τη ρακί» λέει χαριτολογώντας ο κύριος Τσαντηράκης θέλοντας προφανώς να δείξει το μέγεθος της κατανάλωσης του ντόπιου αλκοολούχου προϊόντος μας.  « Εδώ» συνεχίζει  «δεν θα βρεις ούτε μπύρα, ούτε ρετσίνα, ούτε κρασί,   το μαγαζί δεν προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από καφέ, κι αυτόν μόνο τα  πρωινά, αλλά έχει  καμιά τριανταριά κιλά  ρακί  κατανάλωση ημερησίως σκέτη.. Όταν λέμε σκέτη με το παραδοσιακό μεζέ της μόνο δηλαδή , μια οφτή  πατάτα ,  λαχανάκι,  μια ελίτσα,  ένα παξιμαδάκι, αυτά, όχι περίσσια πράγματα. Εξάλλου εκείνος που ξέρει να πίνει ρακί δεν τρώει και πολύ, ίσα για τη ρέγουλα, κι όσοι έρχονται εδώ είναι συστηματικοί ρακοπότες.   Για να καταλάβεις, πριν εικοσιπέντε χρόνια, παραμονή του Αγίου Μηνά είχαμε κλείσει τα τζάμια και τις πόρτες και  ξεχάσαμε να φύγουμε, πίναμε ασταμάτητα μέχρι την επαύριο! Και όχι για κέρδος μη φανταστείς, παρέα είμαστε κι έτσι συνήθως γίνεται εδώ πέρα. Όσοι έρχονται, που κατά το πλείστον είναι φίλοι, άλλες φορές δεν πληρώνουν τίποτα, άλλες φορές πάλι πληρώνουν αδρά, ανάλογα τα κέφια που λένε..

Από κάτι τέτοια πήρε και τ΄ όνομα του το μαγαζί που το έδωσε μάλιστα ο συχωρεμένος ο δάσκαλος των φωτογράφων της πόλης του Ηρακλείου, ο γέρο Μάρκογλου που ήταν τακτικός θαμώνας, κάθε απόγευμα μετά τις έξη που τον έχανες που τον έβρισκες εδώ πέρα. Έως ότου αγανάκτησε κι η γυναίκα του μια μέρα και τον ρωτά : « Στο Θεό σου βρε Γιώργο, που πας κάθε απόγευμα μετά τις έξη και χάνεσαι..» «Στο κολέγιο..» απάντησε  περιπαιχτικά  εκείνος αλλά αυτή προφανώς δεν κατάλαβε τον εμπαιγμό.

Μερικές ημέρες αργότερα, ένας φίλος του γέρο Μάρκογλου, ο γιατρός ο Νικηφοράκης συγκεκριμένα , τον αναζητά στο φωτογραφείο και  η γυναίκα του, η οποία δεν έχει καταλάβει ακόμα, τον πληροφορεί πως «ο Γιώργος δεν είναι εδώ, είναι στο Κολέγιο..»

Στην επόμενη συνάντηση τους ο γιατρός γεμάτος περιέργεια ρωτά το φωτογράφο «μα που είναι βρε αυτό το κολέγιο που πας και δεν το ξέρω εγώ.» «Έλα  αύριο το απόγευμα γύρω στις έξη που είναι η ώρα μου, να σε πάω να  σου φύγει η περιέργεια» του απαντά ο γέρο- Μάρκογλου και έτσι ακριβώς έγινε.

«Μα εδώ είναι καφενείο, τι κολέγιο μου λες» παρατηρεί γεμάτος έκπληξη ο, ανίδεος  ως τότε στις συνήθειες του άλλο, γιατρός.

«Λάθος, κολέγιο είναι» έρχεται αποστομωτική η απάντηση. Για  σκέψου  πόσα μαθαίνεις παρατηρώντας όλους αυτούς που μπαίνουν εδώ μέσα ..»

 «ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ»

 

Στη γειτονιά της Μεσκηνιάς.

Την εποχή ακόμα που η συνοικία της σημερινής Χρυσοπηγής  Ηρακλείου φιλοξενούσε μέσα στις εκατοντάδες σπηλιές της τους λεπρούς και τους μεσκήνηδες  της νήσου Κρήτης με αποτέλεσμα να  έχει μετατραπεί  κυριολεκτικά και μεταφορικά  σε  συνοικία των φτωχών και των απόκληρων της πόλης…

 

Την εποχή ακόμα που οι Τούρκοι μέσα από τα υπολείμματα της αλλοτινής ισχύς τους  διαφέντευαν όχι μόνο το Μεγάλο Κάστρο αλλά ολάκερη τη Κρήτη..

Την εποχή ακόμα που καν δεν υπήρχε όχι μόνο δρόμος αλλά ούτε έστω σοκάκι, ούτε έστω καλντερίμι κι οι δύστυχοι τούτοι έπρεπε να διασχίζουν ρέματα για να πηγαίνουν από τη μια μεριά στην άλλη..

 

Την εποχή ακόμα που όλοι αυτοί προσπαθούσαν να συγκροτήσουν μια υποτυπώδη κοινωνία για να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους, περίπου δηλαδή προς τα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου, ένας   πανύψηλος και γεροδεμένος άντρας από το Αμάρι Ρεθύμνης,  παλικάρι σε σώμα και ψυχή έρχεται, εγκαθίσταται εκεί και ξεκινά τη λειτουργία ενός καφενέ σε σπηλιά!

Καφενείο η «Συνάντηση» το πρωτονόμασε προφανώς επειδή ήταν όντως το μοναδικό  σημείο κοινής  συνάντησης μιας μερίδας απόκληρων που αποδιώχνονταν από όλη την υπόλοιπη κοινωνία..

Ο Αντωνής Πηγουνάκης, ο οποίος  παρ΄ ότι αγράμματος εντελώς έχει ήδη απολυθεί από το στρατό  με το βαθμό του αξιωματικού  επ΄ ανδραγαθίας, πολύ σύντομα μετατρέπεται σε φόβο και τρόμο των Τουρκαλάδων της πόλης ενώ  το γιαταγάνι  του, που υπάρχει ακόμα στην οικογένεια σαν ιερό κειμήλιο, είναι διαπιστωμένο ότι το πήρε από δυο Τούρκους  που πείραξαν Χριστιανούς και τους  έσφαξε.

Η μνήμη του διατηρείται μέχρι  σήμερα σαν θρύλος στη γειτονιά και υπερήλικοι, που  κι αυτοί κρατούν  τις μνήμες τους  ζωντανές από διηγήσεις , απερίφραστα ομολογούν πως ήταν ο μοναδικός άνδρας τη συνοικίας τους , και όχι μόνο,  που κατάφερε να επιβληθεί στους Τούρκους σε σημείο που να ζητά και να λαμβάνει έως ακόμα και τις χανούμισσες που επέλεγε, να τις κρατά δυο-τρεις μέρες για να  περνά καλά και μετά να τις επιστρέφει πίσω.

Η σπηλιά δυστυχώς που τον έζησε για κάποια  χρόνια ήταν εκείνη που του πήρε και τη ζωή σε  αρκετά  νεαρή ηλικία. Ένας μικρός κήπος με ζαρζαβατικά που υπήρχε πάνω της και το απαραίτητα συχνό πότισμα που χρειάζονται για να αναπτυχθούν , ήταν και η αιτία μιας κατολόσθισης που προκάλεσε το θάνατο του.

Αυτόπτες μάρτυρες όμως που ζούσαν έως και πριν μερικά χρόνια, όπως ο γέρο Ψαράς που είχε το κρεοπωλείο στη Κεντρική αγορά του Ηρακλείου, βεβαίωναν ότι αν ήταν λιγότερο γενναίος και περισσότερο δειλός  σίγουρα και δεν θα είχε πεθάνει με ένα τόσο  φρικτό θάνατο.

Η σπηλιά, έλεγε, έπεφτε κομμάτια κομμάτια και ο Αντωνής  θα προλάβαινε να σωθεί αν δεν περίμενε πρώτα να βγουν όλοι όσοι βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή  στο καφενείο του και μετά αυτός.

Δεν πρόλαβε , όταν πλέον είχε μείνει εντελώς μόνος η σπηλιά έπεσε μαζεμένη, τον πλάκωσε και τον ίδιο δεν τον  έβγαλαν παρά μονάχα νεκρό.

Με το διωγμό όμως του 1922, από την  Τουρκοκρατούμενη πια σημερινή  Ίμβρο, πατρίδα του πατριάρχη Βαρθολομαίου, είχε έλθει εν τω μεταξύ ο Βασίλης Πίπης, τελειόφοιτος του εκεί Σχολαρχείου και ηλεκτρολόγους στο επάγγελμα,  από τους πρώτους που παρουσιάστηκαν στο Ηράκλειο και στη Κρήτη γενικότερα.

Και αν ο Αντωνής Ζηδιανάκης δεν πρόλαβε να φύγει πλήρης ημερών, πρόλαβε όμως και πάντρεψε τη κόρη του με τον ευφυή, σαν όλους τους συμπατριώτες του, Μικρασιάτη ο οποίος  όχι μόνο  δεν πτοείται από τη θανατική συγκυρία που προκάλεσε το καφενείο –σπηλιά, αλλά  αντίθετα το αναδιοργανώνει όπως μπορεί και εξακολουθεί να το λειτουργεί  παράλληλα με το κύριο του επάγγελμα.

 

Το καφενείο λοιπόν που εξακολουθεί να διατηρεί το ίδιο ζεστό  όνομα, «Συνάντηση»,  ξεκινά πλέον να εξυπηρετεί τους πρόσφυγες που είναι κατά το πλείστον οι νέοι κάτοικοι της περιοχής. Μετατρέπεται  σε στέκι  λιμενεργατών και ψαράδων που γίνονται οι μόνιμοι θαμώνες του και οι οποίοι κουβαλούν   από τη Ντία κρεμανταλιές τα ψάρια και τους λαγούς ,  τα ψήνουν  και τα τρώνε εκεί δημιουργώντας έτσι κάθε φορά  και μια καινούργια αφορμή για ένα μικρό γλέντι.

Σιγά σιγά η εξυπνάδα του Μικρασιάτη που τον στρέφει  σε κινήσεις έξυπνες όπως  αυτή της αγοράς ραδιοφώνου στην περίοδο της κατοχής,- το  μαγικό κουτί που τους έφερνε πρωτόγνωρα  τα νέα  στ΄ αυτιά τους από  τον υπόλοιπο κόσμο-, το καλό και προσεγμένο φαΐ πάνω απ΄ όλα   ασφαλώς,   μα και άλλες συγκυρίες  σαν τα μεγάλα πανηγύρια, που διαρκούσαν έως και μια εβδομάδα, στο όνομα της Ζωοδόχου Πηγής, προστάτιδας  εκκλησίας της συνοικίας, (που συνέπεσε να βρίσκετε δίπλα ακριβώς στο καφενείο),  γίνονται όλο και μεγαλύτερος πόλος έλξης που μαγνητίζει τον κόσμο φέρνοντας τον προς το μαγαζί του.

Η εικόνα τούτη εξακολουθεί να διατηρείται  έως και το 1958 που ο Βασίλης ο Πίπης πεθαίνει αφήνοντας όμως πίσω του τη φήμη του καφενέ του που με τα χρόνια  μεγαλώνει ασταμάτητα τόσο που να προκαλεί  την επιθυμία να το επισκεφτούν   υψηλά ιστάμενα άτομα όπως  π.χ. υπουργικά συμβούλια και των δύο παρατάξεων ο Μάνος Χατζηδάκης  και άλλοι πολλοί.

Σήμερα η συνοικία των λεπρών χάθηκε και τη θέση της στο νέο κόσμο πήρε η Χρυσοπηγή, δεν χάθηκε όμως και το καφενείο «Συνάντηση».

Μπορεί βέβαια να μη το βρείτε με το ίδιο όνομα, ούτε και σε μορφή σπηλιάς φυσικά,   αν το αναζητήσετε όμως θα το βρείτε με το όνομα του έξυπνου Μικρασιάτη , «Το καφενείο του Πίπη»

Μα  αν δεν το βρείτε ούτε κι έτσι μην ανησυχείτε, σίγουρα θα το βρείτε  σε κάποιο από τους πολλούς τουριστικούς οδηγούς που το καταχώρησαν στις σελίδες τους για το καλό φαί και την άψογη φιλοξενία του ….

 

 

 

Πολύτιμες πληροφορίες για το παρόν κείμενο πάρθηκαν από τη μελέτη του Μανόλη Δεδελετέκη ( Εφημ. «ΤΟΛΜΗ» 24-10- 1997 )