ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κρήνες, βρύσες, νεροκουβαλητές και μπουγάδες, στο παλιό Ηράκλειο

 

Του Δημήτρη Σάββα

Μπορεί και σήμερα ορισμένοι δημότες να αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα σχετικά με την ύδρευση διαφόρων περιοχών της πόλης μας όμως… πάντοτε το Ηράκλειο έδινε την εντύπωση μιας διψασμένης πολιτείας.Από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, οι Βενετοί επεδίωξαν την μεταφορά τρεχάμενου νερού. Παράλληλα με τις τόσες φροντίδες και δαπάνες για την κατασκευή και συντήρηση δεξαμενών και πηγαδιών, έδιναν ένα συνεχή αγώνα, ειδικά τους τελευταίους αιώνες της κυριαρχίας τους, για την εξασφάλιση αυτού του αγαθού. Πάντοτε οι υπεύθυνοι της διοίκησης της Κρήτης προς την Κεντρική Κυβέρνηση της Βενετίας με τις εκθέσεις τους προσπαθόυσαν να διεκτραγωδήσουν την άθλια κατάσταση που βρισκόταν η πόλη μας, σχετικά με το ζήτημα του νερού.

Δεν είναι τυχαίες οι προσπάθειες κάποιων αξιωματούχων που έκαναν τεράστιες προσπάθειες να διοχετεύσουν νερό στον Χάνδακα με διάφορες κρήνες, οι οποίες έφεραν το όνομά τους.

Στο Φαλτέ Τζαμί, εκεί που ήταν ο ναός του Σωτήρος, τον οποίο γκρέμισαν οι ηγέτες της “εθνοσωτηρίου” επαναστάσεως του 1967, υπήρχε η κρήνη του Αγίου Σωτήρος ή η κρήνη Bembo όπως την ξέρουν αρκετοί. Είναι αυτή που βρίσκεται δίπλα στον σημερινό Κουμπέ, ένα αγαπημένο στέκι για τον καφέ ή το αναψυκτικό πολλών Ηρακλειωτών. Αργότερα, ο Δούκας Sagredo έκανε μια κρήνη στο βορειοδυτική πλευρά της Λότζια, την οποία ονόμασε κρήνη Sangredo. Λέγεται ότι τα νερά σ’ αυτή την κρήνη ερχόταν έξω από τις Τρεις Καμάρες, ακολουθούσαν το σημερινό δρόμο της Δικαιοσύνης και κατέληγαν στο λιμάνι, όπου χύνονταν στη θάλασσα. Τα νερά αυτά προέρχονταν από πηγή. Ακόμα, η κρήνη της Πλατειάς Στράτας ποτ βρισκόταν στη σημερινή Λεωφόρο Καλοκαιρινού κοντά στο Καμαράκι. Η κρήνη Μοροζίνι η οποία και σήμερα βρίσκεται στην πλατεία Ελευθ. Βενιζέλου και η τροφοδοσία της γινόταν με νερό προερχόμενο από τις Αρχάνες. Κάποια άλλα νερά προερχόμενα από πηγές που βρισκόταν έξω από τη Χανιόπορτα ήταν η αιτία στο να δημιουργήσουν οι Βενετοί μια ωραιότατη κρήνη κοντά στο Μποδοσάκειο σχολείο, την κρήνη Priouli ή την Βρύση Ντελή Μάρκου. Αυτός που την έκτισε ονομαζόταν Priouli, με αποτέλεσμα να ονομασθεί έτσι και η κρήνη. Επί Βενετικής κυριαρχίας επίσης ο Στέργιος Σπανάκης στο βιβλίο του με τίτλο η ύδρευση του Ηρακλείου, κάνει λόγο για την κρήνη Partapaglia που πιθανότατα τροφοδοτούνταν με νερά από τη περιοχή της Πηγάιδας, τα οποία ήταν άφθονα! Η κρήνη που μόλις αναφέραμε αλλά και η συγκεκριμένη θέση Παρταπάλια, βρισκόταν κάτω από το Μαρτινέγκο. Η γύρω περιοχή είχε πολλούς κήπους αφού το νερό ήταν άφθονο.

Οι Τούτκοι είχαν άλλη αντίληψη για το νερό. Πίστευαν ότι έχει άμεση σχέση με τη θρησκεία τους. Έδωσαν λοιπόν ειδικό βάρος στην κατασκευή κρηνών, ή τροποποίηση κάποιων που υπήρχαν, δημιούργησαν υδραγωγεία και μετέτρεψαν τις εκκλησίες του Μεγάλου Κάστρου σε Χαμάμια. Λέγεται ότι στον Χάνδακα, τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ότι οι κρήνες έφταναν τις εβδομήντα, κάτι που κάνει γνωστό στο οδοιπορικό του ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή. Η εξασφάλιση και η κατανάλωση νερού από τον οποιοδήποτε σήμαινε για τους Τούρκους συγχωρεμό στους πεθαμένους τους. Σύμφωνα με τον αείμνηστο Μηνά Βαρδαβά, ο οποίος τόσα πολλά μας έχει αφήσει για το παλιό Ηράκλειο και έχει διασώσει αρκετά στοιχεία εκείνης της εποχής, μας φέρνει κοντά στις βρύσες του Μεγάλου Κάστρου. Τότε που αυτές είχαν χαζινέδες, εκεί όπου γινόταν η αποθήκευση του νερού. Βρύσες υπήρχαν σε κάθε συνοικία. Σε κάθε περιοχή συνήθως συναντούσε κανείς ένα τζαμί και μια βρύση τουλάχιστον.

Τέτοιες βρύσες έχουμε τέρμα της σημερινής οδού των Χορτατσών στο Μπεντενάκι, ή Οβραϊκή συνοικία όπως την έλεγαν οι παλιότεροι. Ανηφορίζοντας την οδό Χάνδακος βόρεια από το Ιπποκράτειο, ήταν η βρύση “Ζερκιγιά” με μεγάλο χώρο όπου οι νοικοκυρές έπλεναν ρούχα. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές οικονομικές μετανάστριες, ικανές για όλες τις οικιακές εργασίες. Στην περιοχή της παλιάς Αγροτικής Τράπεζας ήταν η βρύση του Ιδομενέα και στην πλατεία των Ένδεκα Ευκαλύπτων ή πλατεία του Ρήγα Φεραίου, υπήρχε η βρύση του Καρά – Καντή. Στην αρχή της οδού Γιαννίκου συναντάμε άλλη μια βρύση του Κουμπαρατζή όπως λεγόταν και στην ίδια σχεδόν γειτονιά, στη μέση της οδού Παναγιώτη Νικουσίου ήταν η βρύση του Κομάτα. Πιο πάνω στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα, εκεί όπου σήμερα γίνονται οι εργασίες για το Πολιτιστικό Κέντρο, ακριβώς απέναντι στον τεκέ, ήταν άλλη μια βρύση, τα Τρία Νερά όπως λεγόταν.

Είχε βέβαια η συγκεκριμένη περιοχή πολλά νερά, Πηγάιδα την έλεγαν οι παλιότεροι και έτσι την θυμούνται σήμερα αρκετοί. Στην μικρή πλατεία του Λάκκου αρχίζει ένας ανηφορικός δρόμος. Πρόκειται για την οδό Μυλοποτάμου όπου κι εκεί υπήρχε η βρύση του Μπραϊμ Μπαμπού. Στην περιοχή ακόμα του Απολλώνειου Νοσοκομείου στην οδό Άλμπερτ, πίσω από τη σημερινή εκκλησία της Παναγίας των Σταυροφόρων, ήταν η βρύση του Μερτζά. Επίσης μια άλλη βρύση ήταν του Φιντίκ Πασά στην οδό Πεδιάδος και η βρύση του Χανιαλή στην οδό Ζωγράφου. Στην διαστάυρωση των δρόμων Κ. Παλαιολόγου και Γρεβενών υπήρχε βρύση με το όνομα Γενιτσάρ Αγά. Αυτή η περιοχή είχε επικρατήσει από τους παλιότερους να λέγεται και Κατρουλοσόκακο. Το όνομα αυτό δεν ήταν τυχαίο αλλά απόρροια της φυσικής ανάγκης των Καστρινών, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο στη συγκεκριμένη γειτονιά. Εξάλλου υπήρχαν τα στενοσόκακα, ο ελάχιστος φωτισμός, ελλιπή θα τον χαρακτήριζα, το μέρος ήταν κατηφορικό και γενικά οι προϋποθέσεις ήταν άριστες στο να… ξαλαφρώσει κανείς! Όσο για τις μυρωδιές, ήταν κι αυτές στο πρόγραμμα να τις υπομένουν οι περίοικοι.

Βρύσες ακόμα υπήρχαν στην οδό Μαλικούτη, στην οδό Κυδωνίας ήταν η βρύση του Μπαρμπούτη και στη διασταύρωση της Λεωφ. Καλοκαιρινού με την οδό Σάθα ήταν η Μεγάλη Βρύση, όπως την ήξεραν οι Καστρινοί.

Οι βρύσες ήταν ένας τόπος που συγκεντρώνονταν οι γυναίκες για να μάθουν διάφορα νέα. Κάτι ανάλογο με τα καφενεία των ανδρών. Στις βρύσες ανθούσε το κουτσομπολιό. Πολλές βέβαια νοικοκυρές έπαιρναν και δουλειά μαζί τους, εφόσον χρειαζόταν να περιμένουν κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα. Συχνοί ήταν οι καυγάδες και τα μαλλιοτραβήγματα μεταξύ τους, όπως ο παρακάτω στίχος το επιβεβαιώνει:“Ωφου! το πως πιαστήκανε και ξεμελλιαστήκανε”.

Τελικά κατόρθωναν, ύστερα από πολλές περιπέτειες να πάρουν νερό για το σπίτι τους. Πολλά σπίτια για να εξυπηρετούνται είχαν πηγάδια ή σαρνίτσα, από τα οποία προμηθευόταν το νερό για τη λάτρα του σπιτιού. Ήταν νερό βροχής. Ο κ. Μαρίνος Ιδομενέως μας κάνει λόγο γι’ αυτά τα σαρνίτσια, με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο:

“Με το σαρνίτσι που ’χομε

σασμένο στην αυλή μας

δε λείφτεται ποτές νερό

στη λάτρα τη δική μας”

και φυσικά δεν θα μπορούσε το σαρνίτσι να μην έχει και τη μεταφορική του έννοια:

“Σαρνίτσι μοιάζει η αγάπη σου

που πάτο δεν ποτάσσει

κι όσο νερό να κουβαλώ

μια μέρα δα το χάσει”.

Απαραίτητο λοιπόν το νερό για το σπίτι και τότε και σήμερα. Θείο δώρο για τους ανθρώπους και ευλογημένος είναι ο κάθε τόπος που έχει αυτό το αγαθό! Ένα επάγγελμα που εκείνα τα χρόνια το έκαναν και οι Τούρκοι και οι Χριστιανοί στο παλιό Ηράκλειο, ήταν εκείνο του νερουλά ή του νεροκουβαλητή. Είχαν βέβαια και την απαιτούμενη σιρμαγιά, τον εξοπλισμό δηλαδή, που τους επέτρεπε να κάνουν το επάγγελμα. Είχαν λοιπόν στον ώμο τους ένα μακρύ ξύλο και σε κάθε άκρη κρεμόταν ένα δοχείο πετρελαίου, ο γκαζοντενεκιές όπως λέγεται σήμερα. Τα δυο αυτά δοχεία το ένα μπροστά και το άλλο πίσω, τα γέμιζαν με πόσιμο νερό και για μια στραθιά το κάθε δοχείο στοίχιζε 50 λεπτά, περίπου.

Προπολεμικά οι νερουλάδες είχαν αναβαθμίσει τεχνολογικά τη σιρμαγιά τους και είχαν καρότσι με το οποίο κουβαλούσαν το νερό σε ντενεκέδες. Συνήθως το καρότσι είχε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου και χωρούσε δώδεκα, δηλαδή δυο σειρ΄ς από έξι η κάθε σειρά.

Οι νερουλάδες τα γνώριζαν όλα και μάλιστα ήξεραν πόσες στραθιές νερό κατανάλωνε ένα σπίτι, κανείς δε μπορούσε να τους ξεφύγει. Υπάρχει όμως το ερώτημα, πώς χρησιμοποιούνταν αυτά τα δοχεία του φωτιστικού πετρελαίου για πόσιμο νερό ή και για άλλες χρήσεις, αφού θα μύριζαν πετρέλαιο;

Η μυρωδιά του πετρελαίου εξαφαζινόταν αφού τα δοχεία εκτείθονταν στον ήλιο. Όσο περισσότερες μέρες τα άφηναν στον ήλιο, τόση μυρωδιά υποχωρούσε. Στα χωριά η χρησιμοποίηση του γκαζοντενεκιέ ήταν πολυτέλεια. Τη ντενέκα τη χρησιμοποιούσαν ως δοχείο αφού χωρούσε αρκετό νερό και την έδεναν με τη βουρλιά (ένα χονδρό σχοινί με βούρλα φτιαγμένο) στο γεράνι (εκείνο το ξύλο που είχε ένα αντίβαρο) προκειμένου να βγάζουν το νερό από το πηγάδι. Το επόμενο δίστιχο που ακολουθεί είναι αρκετά κατατοπιστικό:

“Βάσανα έχει η βουρλιά

που σέρνει τη ντενέκα

βάσανα έχει κι ο άνθρωπος

πούχει γλωσσού γυναίκα”.

Βέβαια η ιστορία του γκαζοντενεκιέ ή της ντενέκας είναι πολύμορφη και πολυποίκιλη. Θυμάμαι πολλές φορές στις κοινοτικές συνήθως εκλογές κατά τη δεκαετία του εξήντα ή του εβδομήντα, που έλεγαν, συνήθως οι συγγενείς στον υποψήφιο κοινοτικό σύμβουλο, θέλοντας να τον προετοιμάσουν αλλά και να τον προφυλάξουν: “Αν δε βγεις την Κυριακή, σίγουρα θα σου χτυπήσουν τη ντενέκα”. Ας είαι όμως… Οι νεροκουβαλητές κουβαλούσαν και θαλασσινό νερό για λουτροθεραπεία, προοριζόμενο για τις πάσχουσες αλλά και τους πάσχοντες από αθροιτικά Καστρινούς. Ένα γαϊδουράκι λοιπόν με 4 δοχεία που σκεπάζονταν ανά δυό πάνω σε ξύλο που στηριζόταν με σχοινιά αριστερά και δεξιά στο σωμάρι και όλα πήγαιναν καλά. Εκτός του πόσιμου νερού και του θαλασσινού, υπήρχε και το νερό για τη λάτρα του σπιτιού, για το πλύσιμο των ρούχων και ο,τιδήποτε άλλο προέκυπτε. Οι νερουλάδες, εφόσον δεν πληρώνονταν ντελόγο και ήθελαν να κρατήσουν σημειώσεις ως προς τις οφειλές, χρησιμοποιούσαν τις τσέτουλες οι οποίες ήταν μικρά ξυλαράκια και το καθένα έφερε χαραγματιές, οι οποίες χαραγματιές ξεχωριστά η κάθε μια, σήμαινε και το χρέος του καθένα προς το νερουλά.

Προαναφέραμε τη λάτρα του σπιτιού. Πραγματικά τόσες και τόσες δουλειές είχε η νοικοκυρά εκείνης της εποχής να κάνει στο σπίτι. Οι οικογένειες ήταν μεγαλύτερες, πολυμελείς συνήθως. Ώρες ατέλειωτες σκυμμένη στο πλυσταριά να πλύνει τα διάφορα ρούχα. Ένα ξεθέωμα ήταν η μπουγάδα, μια συνεχής ορθοστασία. Η λύτρωση όμως γι’ αυτές έρχεται αρχές της δεκαετίας του εξήντα. Πραγματικά στην πόλη του Ηρακλείου αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους τα πλυντήρια, ειδικά σε σπίτια ευπόρων οικογενειών. Η κούραση που επέρχονταν από τη μπουγάδα στο πλυσταριό, αρχίζει να μετριάζεται, χάρη στην εμφάνιση των θαυματουργών αυτών συσκευών. “Πατάς ένα κουμπί και κάααθεσαι!” όπως το έλεγε χαρακτηριστικά ο μακαρίτης Μίμης Φωτόπουλος. Η μηχανοποίηση της ζωής προχωρούσε και τα ηλεκτρικά πλυντήρια ρούχων χρησιμοποιούνταν στην πόλη μας. Ένας πραγματικός ευεργέτης της νοικοκυράς. Δυο με τρία χρόνια πιο μπροστά, στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, σ’ ένα κείμενό του ο Γιάννης Καιροφύλας γράφει για τα πλυντήρια στην Αθήνα:

“Στην πρωτεύουσα λειτουργούσαν ήδη 25 ηλεκτρικά πλυντήρια και πολύ σύντομα έλεγαν ότι θα γλινονταν 35. Καθένα εξυπηρετούσε 60 πελάτες, κάνοντας περί τις 100 μπουγάδες την ημέρα. Χίλιες πεντακόσιες Αθηναίες έπλεναν ήδη τα ρούχα του κάθε μέρα στα ηλεκτρικά πλυντήρια και 45 άτομα κατάργησαν τη σκάφη. Για το πλύσιμο 3,1/4 οκάδων ρούχων η αμοιβή ήταν 12.000 δρχ. Με άλλες 3.000 δρχ. μπορούσε η κάθε νοικοκυρά να έχει και τα ρούχα της στεγνά”.

Όμως οι μνήμες παραμένουν! Κάποιες σκέψεις και κάποιες εικόνες μας γυρίζουν πίσω σε σκληρά αλλά όμορφα χρόνια. “Βλέποντας” το μπουγαδοκόφινο σκεπασμένο με μια μαντήλα και πάνω σ’ αυτή ριγμένη τη στάχτη. Στη συνέχεια έριχναν ζεστό νερό με το κάρτο και τα απόνερα λέγονταν αλουσές, τα οποία χρησιμοιποιούσαν για σκούρα ρούχα. Ακόμα το ξέβγαλμα με το τελευταίο νερό στα ασπρόρουχα ρίχνοντας μέσα εκείνη τη χαλάζια σκόνη, το λουλάκι, όπως το έλεγαν. Και τόσα άλλα τα οποία σήμερα μας φαίνονται απίστευτα, τα οποία επωμίζονταν οι νοικοκυρές εκείνης της εποχής!

Για το κείμενο αυτό, πληροφορίες πήρα από το βιβλίο του μεγάλου ιστοριοδίφη και Κρητολόγου Στέργιου Σπανάκη, από τα δημοσιεύματα επίσης του Μηνά Βαρδαβά.

Επίσης σημαντικότατη βοήθεια μου παρείχαν ο πάντα ακούραστος κ. Γιάννης Δασκαλάκης και η ευγενέστατη φιλόλογος κ. Γεωργία Ορφανού. Τους ευχαριστώ θερμά!