ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια γειτονιά και κάποιες συνήθειες στο μεταπολεμικό Ηράκλειο! -Λες και ήταν χθες!

 

Από το Δημήτρη Σάββα

 

Τραγούδια με νόημα, με αναμνήσεις και διάφορα βιώματα, τραγούδια που ο χρόνος και η λησμονιά δε μπορούν να τα σβήσουν. Οι παλιές γειτονιές ήταν τότε κάτι το διαφορετικό. Σ’ αυτές χτυπούσε η “καρδιά” της πόλης. Ανθρώπινες, καταδεχτικές, πρόσχαρες! Κάπως έτσι! Αυτό το χρώμα και αυτή τη μοναδική ζωντάνια είχαν και οι γειτονιές του Ηρακλείου. Εκείνα τα ήσυχα βράδια που βεγγέριζαν με τις ώρες οι άνθρωποι και συζητούσαν ατέλειωτα.

Είχε περάσει ο πόλεμος, αφήνοντας έντονα τα σημάδια της σκληρότητάς του. Έντονα και ανοικτά. Οι άνθρωποι φοβισμένοι και ταλαιπωρημένοι απ’ όλα αυτά τα γεγονότα, βρήκαν τελικά τη δύναμη και το κουράγιο δειλά – δειλά να ορθοποδήσουν. Έτσι γίνεται συνήθως, έτσι έπρεπε να κάνουν κι εκείνοι. Η ζωή είναι μπροστά και τους ανήκει. Κάποια πράγματα πρέπει να ξεχαστούν όσο γίνεται, κάποια άλλα θα πρέπει να τα ιεραρχήσουν και να τους δώσουν την προτεραιότητα που τους έπρεπε. Η δεκαετία του πενήντα φαίνεται να είναι μια από τις πιο καθοριστικές για το μέλλον της πόλης μας. Κατά την διάρκεια της, αλλάζει, ή μάλλον αρχίζει ν’ αλλάζει η όψη της.

Ο πληθυσμός της αυξάνεται σιγά – σιγά και όσο περνούν τα χρόνια ο βαθμός της αύξησης αυτής γίνεται πιο εκρηκτικός θα έλεγα. Η ανοικοδόμηση σημειώνει κι αυτή πρόοδο, η εμφάνιση του μπετόν κάνει όλο και πιο έντονη την παρουσία του, ολοκληρώνονται διάφορα έργα, ενώ τα ήθη αρχίζουν να υφίστανται την επίδραση καταλυτικών αλλαγών σε σημείο που να προκαλούν ένα δικαιολογημένο ξάφνιασμα στην Ηρακλειώτικη κοινωνία. Μια κοινωνία που δέχεται τις βαθειές αλλαγές σ’ όλους σχεδόν τους τομείς που ορισμένες φορές ενδεχομένως να την κλονίζουν και να θέλουν να την ανατρέψουν από τα θεμέλιά της, αφού αρχίζει η επιβολή νέων αντιλήψεων και ιδεών από τις οποίες πολλές διατηρούνται και μέχρι σήμερα.

Η πόλη μας βρίσκεται σε διαφορετικούς ρυθμούς, εντελώς αντίθετους μ’ εκείνους της προπολεμικής περιόδου. Οι μεγαλύτεροι που είχαν συνηθίσει σ’ ένα άλλο – εντελώς αντίθετο – τρόπο ζωής, δικαιολογημένα δείχνουν να ξαφνιάζονται. Όμως είναι γραφτό η εξέλιξη να επικρατήσει, να κάνει δυναμικά την εμφάνισή της, ακόμα και όταν είναι σε βάρος κάποιων ρομαντικών συνηθειών αλλά και ονειροπολήσεων.

Τη δική της γειτονιά, την αγαπημένη γειτονιά όπως την ονομάζει, μας περιγράφει η κυρία Ελευθερία Παπαδοδημητράκη – Δεληγιαννάκη, η οποία τη δεκαετία του πενήντα ήταν μαθήτρια της Εμπορικής Σχολής από την οποία απεφοίτησαν πολλοί Ηρακλειώτες και Ηρακλειώτισσες. Η Σχολή βρίσκονταν στην πλατεία Κορνάρου, στο Ναό του Σωτήρα. Στεγάζονταν στο ισόγειο του Ναού και στον πρώτο όροφο ήταν το Γυμνάσιο των Θηλέων. Η Εμπορική Σχολή ήταν μεικτή, φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια. Τα αγόρια φορούσαν πηλίκιο με κόκκινη ρίγα και είχαν ως σήμα τον κερδώο Ερμή, αντίθετα με τους μαθητές των άλλων Γυμνασίων που είχαν την κουκουβάγια και την άσπρη ρίγα. Οι μαθήτριες της Εμπορικής Σχολής φορούσαν μαύρη ποδιά με κόκκινο γιακά ενώ οι άλλες μαθήτριες φορούσαν άσπρο γιακά με μαύρη επίσης ποδιά. Μέχρι τα τέλη περίπου της δεκαετίας του πενήντα λειτούργησε στην πλατεία Κορνάρου η Εμπορική Σχολή Ηρακλείου. Διευθυντής ήταν ο μαθηματικός κ. Χρυσός, πάρα πολύ αυστηρός. Λογιστική έκανε ο Διαμαντάκης. Το μάθημα της Γυμναστικής γίνονταν από τον Αρναουτάκη, το μάθημα των Τεχνικών από έναν ευγενέστατο άνθρωπο και εκπαιδευτικό τον Ρωμάνο, επίσης ευγενέστατος και πολύ υπομονετικός με τα παιδιά ήταν ο καθηγητής Νυστεράκης που έκανε τα Φιλολογικά μαθήματα και κυρίως την Έκθεση και τέλος, καθηγητής Γαλλικών ήταν ο Φαρσαράκης, ο οποίος είχε ένα χέρι! Αργότερα, τέλη του πενήντα με αρχές της δεκαετίας του εξήντα, η Εμπορική Σχολή μεταφέρθηκε στο κτήριο που σήμερα είναι δίπλα στις εγκαταστάσεις του Τένις, λίγο πριν από το ανακαινισμένο μέγαρο του Φυτάκη, το ξενοδοχείο “Μέγαρο”.

Θυμάται λοιπόν η κυρία Ελευθερία Δεληγιαννάκη την Αγροτική Τράπεζα καθώς και το αρχοντικό του Μιχελιδάκη. Στην οδό Μιχελιδάκη μας “ξεναγεί” στα διάφορα σπίτια των Παλιεράκη, Σπανάκη, στο δικό της σπίτι, στα σπίτια των Βαγιάκη, του Παντουβάκη που είχε τις γραφομηχανές, του Κασαβέτη, του Παπαδάκη που είχε και τα παπούτσια και του Κόπακα που είχε τα μαλλιά. Επίσης μας λέει για τοφούρνο της γειτονιάς της και για ένα μεγάλο περβόλι δίπλα στο οποίο έμενε μια κοκκινομάλλα κοπελιά. Μια σκηνή κι ένα θέαμα που τραυμάτισε την παιδική ψυχή της ένα πρωινό: Την κοπέλα αυτή που ήταν αριστερή, είδε να την οδηγούν με βίαιο τρόπο στο απόσπασμα. Ήταν άλλες εκείνες οι εποχές, είχαν τη χαρακτηριστική τους σκληρότητα, ένα φρικτό θέαμα για τα μάτια ενός παιδιού!

Συνεχίζοντας την ξενάγησή της μας “φέρνει” στην Πλατιά Στράτα, στο ζαχαροπλαστείο του Βαγγέλη, που βρίσκονταν στη γωνία, στο αρωματοπωλείο του Γιαννίκου Γκίκα και επίσης το γωνιακό φούρνο του Νεραντζούλη. Δεξιά τώρα στην Πλατιά Στράτα ήταν τα καταστήματα του Σαμάρκου, του Γιαννούλη, του Παπαδάκη, του Φαϊτάκη, του Τσούμπα και το περίφημο ζαχαροπλαστείο του Προβατίδη. Αριστερά του δρόμου το κατάστημα του Αρχοντάκη, το καφεκοπτείο του Νεράντζη, το ζαχαροπλαστείο “Άνταμς” με τον Κίμωνα και τον Μάκη, καθώς και το βιβλιοπωλείο Αλεξίου, λίγο προτού φθάσουμε στο κέντρο. Εκεί συναντούσε κανείς το χωροφύλακα με τη βαρέλα που ρύθμιζε την κίνηση, γραφικός και ωραίος, με τη σφυρίχτρα του και με το άσπρο του κράνος! Μια συνήθεια που μόνο για λίγες ώρες απολαμβάνουν οι Ηρακλειώτες την παραμονή της Πρωτοχρονιάς! Τότε, ήταν θέαμα καθημερινό. Αριστερά ο δρόμος που μας φέρνει στο λιμάνι, η 25η Αυγούστου, η οδός Πλάνης όπως την θυμούνται οι παλιότεροι. Μαγαζιά κι εδώ, όπως του Φανουράκη, του Μιχαηλίδη, το κουρείο Παπαδοδημητράκη (του μπαμπά μου), το ωρολογοποιείο του Παντουβάκη και στη γωνία το γνωστό περίπτερο του Μακρυμίχαλου, που και σήμερα υπάρχει.

Δεξιά του δρόμου η Βικελαία Βιβλιοθήκη. Χαρά μεγάλη είχε το κάθε παιδί όταν πήγαινε για να διαβάσει σ’ αυτή. Εμείς πηγαίναμε συχνά, αγαπούσαμε τη Βικελαία και επάνω η Λέσχη με τους αριστοκράτες! Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί και άλλοι οικονομικοί παράγοντες του τόπου μας “ξημεροβραδιάζονταν”. Δεν ήταν μόνο οι αριστοκράτες του Ηρακλείου που σύχναζαν εκεί, αλλά πολλές φορές έρχονταν και διάφοροι από τα χωριά για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους ή τα προϊόντα τους. Αφού τέλειωναν τη δουλειά τους πουλώντας τα, έκαναν τα πάντα για να τα “επενδύσουν” στη Λέσχη των επιστημόνων που προαναφέραμε (αριστοκρατών) αλλά και στις άλλες χαρτοπαιχτικές λέσχες που υπήρχαν στην πόλη μας. Τότε λοιπόν ο εισαγγελέας του Ηρακλείου Τσεβάς, απαγόρευσε τη λειτουργία τους, γιατί υπήρχε πράγματι κοινωνικό πρόβλημα και πολλές οικογένειες πραγματικά στερούνταν τα αναγκαία είδη διατροφής για τα παιδιά τους. Κάποιοι στη συνέχεια ζήτησαν να λειτουργούν τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς, απλά για να μη ξεχαστεί και ξεφτύσει το έθιμο αυτό της χαρτοπαιξίας.

Στη λέσχη των επιστημόνων που λειτουργούσε μέχρι και τη δεκαετία του εβδομήντα, προσφέροντας και φαγητό και πολλοί ήταν εκείνοι που πήγαιναν να δειπνήσουν κυρίως και μετά να χαροπαίξουν. Είχε έναν καταπληκτικό μάγειρα, τον Κυριάκο, όπως θα θυμούνται οι μεγαλύτεροι. Ο γνωστός Κυριάκος· που τα παιδιά του σήμερα στη Λεωφόρο Δημοκρατίας εξακολουθούν να κάνουν τη γνωστή ταβέρνα!

Και συνεχίζει η κυρία Ελευθερία Δεληγιαννάκη: “Πάνω από τη λέσχη των επιστημόνων, στην ταράτσα της Βικελαίας, ήταν η σειρήνα, την οποία τετράχρονο παιδί το 1940 την είχα ακούσει να “ουρλιάζει”. Πόλεμος, πόλεμος!!

Από το δρόμο αυτό μπροστά από τη Βικελαία περνούσε καθημερινά η σκούπα του Δήμου και όλα ήταν πεντακάθαρα! Εκεί στα Λιοντάρια χτυπούσε η καρδιά αυτής της πόλης με τα ρακάδικα – ουζερί του Κουμαντάκη και του Παπατσαρά. Μαγαζιά υψηλών απαιτήσεων με αριστοκρατικούς πελάτες, με ωραίους μεζέδες!”. Και η μπουγάτσα από τον Κιρκόρ, τί σου έλεγε; Πράγματι, τα δύο αυτά μπουγατσατζίδικα της πόλης μας, άφησαν και συνεχίζουν να αφήνουν εποχή, για την ποιότητά τους. Κάποτε, σε κάποια συζήτηση που είχα με τον αγαπητό φίλο, τον αρχιτέκτονα και πρώην αντιδήμαρχο Κώστα Σχιζάκη, όταν κάποτε ο Γιάννης Τσαρούχης επισκέφθηκε το Ηράκλειο, ζήτησε τρία πράγματα. Να δει το Μουσείο της Αγίας Αικατερίνης με τις εικόνες του, να πάει στην εκκλησία του Αγίου Ματθαίου και τέλος να καθίσει στα μπουγατσαδίδικα της πλατείας των Λιονταριών, προκειμένου να απολαύσει την καταπληκτική αυτή μπουγάτσα, ο ίδιος και η παρέα του!

Και εκείνο το “νυφοπάζαρο”! Ποιός Ηρακλειώτης και ποιά Ηρακλειώτισσα, δεν θυμάται αυτό το “πάνω – κάτω” από την οδό Έβανς εκεί που είναι το κτήριο της Φρουράς Ηρακλείου, μέχρι την γειτονιά της Ανάληψης, εκεί που ήταν τα “Βαλκάνια”. Το νυφοπάζαρο ήταν σε έξαρση, κυρίως το Σαββατοκύριακο κατά τις δεκαετίες του πενήντα και εξήντα. Πολλές φορές η Τροχαία αναγκάζονταν να κόψει την κυκλοφορία των οχημάτων στην Λ. Δικαιοσύνης. Η βόλτα άρχιζε από τις 7 το απόγευμα και τέλειωνε στις 10 το βράδυ. Μετά, ο κόσμος καταλάγιαζε και πήγαινε για φαγητό, αλλά κυρίως για κανένα γλυκό στα τότε γνωστά στέκια που ήταν το ζαχαροπλαστείο του Ραυτόπουλου, το ζαχαροπλαστείο αλλά και εστιατόριο του Ρεγγινάκη, του Προβατίδη, το καφέ “Τέρψις” στα Λιοντάρια, το ξενοδοχείο “Κάντια” απέναντι από τη Νομαρχία, εκεί που παλιά ήταν το “Κατράντζος Σπορ” και άλλα σημεία που μου διαφεύγουν.

Το νυφοπάζαρο άρχισε να φθίνει αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα και οι λόγοι ήταν δύο: Ο πρώτος είναι ότι δημιουργήθηκαν πολλά στέκια και ο κόσμος που είχε πιο μεγάλη οικονομική άνεση έδινε το ραντεβού του σε κάποιο απ’ αυτά. Ο δεύτερος λόγος ήταν η εμφάνιση του αυτοκινήτου αλλά και της περίφημης βέσπας, όπου ο νεαρός έπαιρνε την κοπελιά του και πήγαινε όπου ήθελε, για να μη γίνεται στόχαστρο των άλλων.

Επίσης πολλοί ήταν εκείνοι που προτιμούσαν το χώρο της σημερινής πλατείας Ελευθερίας, τον Άγνωστο Στρατιώτη, όπως χαρακτηριστικά τον έλεγαν οι παλιότεροι. Εκεί σίγουρα θα τους μάγευαν οι μουσικοί ήχοι της Φιλαρμονικής και η νοστιμιά των σιροπιαστών γλυκών του “Νέου Κέντρου”. Η Φιλαρμονική Ηρακλείου έχει φυσικά τη δική της ιστορία, μια ιστορία κάμποσων δεκαετιών! Στο κιόσκι λοιπόν της πλατείας Ελευθερίας θα θυμούνται οι παλιότεροι τη Δημοτική Φιλαρμονική με τον αρχιμουσικό Μηνά Τζωρτζάκη, πατέρα του σημερινού αρχιμουσικού Γιάννη Τζωρτζάκη και του Λεωνίδα Τζωρτζάκη (εγγονού του Μηνά) επίσης αρχιμουσικού σήμερα. Η οικογένεια Τζωρτζάκη βγάζει αρχιμουσικούς τρίτης γενιάς και έχει ο Θεός! Αλλά και ο προπάππος του κυρίου Γιάννη Τζωρτζάκη ήταν μουσικός και μάλιστα κατά την περίοδο του 1883 είχε πείσει τον Σουλτάνο μαζί με άλλους για να γίνει κάποια αποκριάτικη εκδήλωση στο Μεγάλο Κάστρο. Πρόκειται για την πρώτη δημόσια αποκριάτικη εκδήλωση των Χριστιανών, στην οποία υπήρχαν και μουσικοί. Μη φανταστείτε βέβαια για κάποια Φιλαρμονική ή κάποια ορχήστρα εγχόρδων. Στην εφημερίδα “Μεσόγειος” αρχές Μαρτίου 1973 ο Μηνάς Ι. Τσαγκαράκης κάνει αναφορά για τον προπάππο του κ. Γιάννη Τζωρτζάκη, που λέγεται Αντώνιος Βέκιος και θεωρούνταν εξαίρετος μουσικός μαζί με τον Χαρίδημο Ζαχαριάδη. Ας δούμε το απόσπασμα:

“Και τώρα να, και η μουσική. Δεν πρόκειται βέβαια περί Φιλαρμονικής ή ορχήστρας εγχόρδων. Πρόκειται για “τα καλά παιχνίδια” του Μεγάλου Κάστρου! “Τα καλά παιχνίδια που τ’ απήρτιζαν οι ξακουστοί μουσικοί της εποχής εκείνης, ο Αντώνιος Βέκιος με το λαγούτο του και ο Χαρίδημος Ζαχαριάδης, ο βιολιτζής. Η εμφάνισις των “καλών παιχνιδιών” προκαλεί θύελλαν ενθουσιασμού. Όπισθεν των “καλών παιχνιδιών” ακολουθούν οι εορτασταί εις μεγάλην ομάδα. Επικεφαλής των, ο αρχηγός των καλντιριμιτζήδων του Ηρακλείου ο θρυλικός Ε. Σαατσάκης ή Γιαννικος. Οι εορτασταί είχον άλλοι μεν περιβληθεί πολυτελείς ενδυμασίας, σαλβάρια τσόχινα, με φέσι σπαστό, ή μαύρο σαρίκι, ή κούκο μαύρο”.

Ήταν 25η Μαρτίου 1950 όταν έκανε την εμφάνισή της η ανασυγκροτημένη πλέον Δημοτική Φιλαρμονική. Οι μουσικοί της, παλιοί και νέοι, λόγω της οικονομικής δυσχέρειας του Δήμου να αγοράσει στολές, φορούσαν στρατιωτική ενδυμασία. Ένα δημοσίευμα εφημερίδας της εποχής έχει ως τίτλο: “Η συγκρότησις δημοτικής μουσικής” και μας λέει: “Το απόγευμα της παρελθούσης Κυριακής εγένετο εις τον Δήμον, εξέτασις δια την πρόσληψιν 28 μουσικών προς οριστικήν συγκρότησιν της Φιλαρμονικής του Δήμου και εκπαίδευσιν αυτών. Την εξεταστικήν επιτροπήν απετέλεσαν ο αρχιμουσικός της Μεραρχίας Κρήτης και οι κ.κ. Βασ. Νουφράκης, Ν. Καζακίδης, Ευστράτιος Καλογερίδης, Μ. Μανουσάκης και η κυρία Φανή Χριστοφοράκη. Η επιτροπή αύτη ευγενώς προσφερθείσα, θα παρακολουθήσει την εκπαίδευσιν των μουσικών μέχρις ότου η μπάντα καταστεί απολύτως ικανή δια δημοσίας εμφανίσεις”.

Πολλοί από τους μουσικούς της δεκαετίας του πενήντα, στις αρχές της βέβαια, διέπρεψαν, π.χ. ο διεθνούς φήμης ντραμίστας Μιχάλης Αρχαγγελάκης, ο πιανίστας Γιώργος Παπαδάκης, ο πιανίστας Τόλης Τζωρτζάκης και οι αρχιμουσικοί Γιώργος Σπανάκης και Γιάννης Τζωρτζάκης. Σήμερα βλέπω τον σπουδαίο μαέστρο και εξαιρετικό συνάδελφο κ. Γιάννη Τζωρτζάκη να τρέχει και διαρκώς να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες με όρεξη και υπέρμετρο ενδιαφέρον. Πάντοτε ένας αιώνιος έφηβος, ακούραστος, γελαστός, προσιτός. Τα χρόνια περνούν, η πόλη μεγαλώνει μαζί και οι γειτονιές, που γίνονται απρόσωπες, αφιλόξενες, ακατάδεκτες, χάνοντας εκείνη τη μοναδική ζεστασιά και γραφικότητα. Μαζί τους κι εκείνη… η παλιά γειτονιά, η κάθε παλιά γειτονιά με τις διάπλατα ανοιγμένες αυλόπορτες που έκρυβαν μέσα τους τα λογής – λογής πολυεύοσμα λουλούδια τους, εκείνες τις Καστρινές αυλές!

Η παλιά γειτονιά…, με τα κοντά πεζούλια και τις απογευματινές παρέες, συνήθως από γυναίκες, δεν υπάρχει πια! Οι άνθρωποι απομονώθηκαν, κλείστηκαν στα σπίτια τους, στον εαυτό τους, βλέποντας τηλεόραση και “απολαμβάνοντας” τους εκκωφαντικούς θορύβους των τροχοφόρων, οι οδηγοί των οποίων βγάζουν τα απωθημένα τους με τα συχνά και έντονα αποκρουστικά μαρσαρίσματα. Το Καστρινό νυφοπάζαρο, κι αυτό δεν υπάρχει. Εκείνοι οι όμορφοι απογευματινοί περίπατοι, που το Σαββατοκύριακο γιγαντώνονταν, θα μείνουν στη μνήμη μας για να τους διηγούμαστε στους επόμενους. Ακόμα οι βόλτες προς το Μπεντενάκι που έδιναν την ευκαιρία στους μεγαλύτερους, άλλοτε ν’ αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο, ήρεμο, και άλλοτε να τους αγγίζει ενοχλητικά πολλές φορές, ο άγριος πελαγίσιος Βοριάς δεν έχει καμμιά σχέση με τη βίαιη και τεχνητή βόλτα – πορεία, που πολλές φορές οι διαδρομείς την επενδύουν και μουσικά μ’ ένα γουόκμαν και η οποία γίνεται στη νεονομασθείσα οδό “Μπάϊ – μπας”, στο σημερινό λιμενοβραχίονα.

Άλλη εκείνη η εποχή, διαφορετική η κοινωνική και η κοσμική ζωή της πόλης μας. Οι χαρές, οι συγκινήσεις, οι εκδηλώσεις, οι άνθρωποι γενικά, είχαν και ήταν, κάτι το διαφορετικό. Είχαν μέσα περισσότερη αγάπη, ανθρωπιά αξίες που φρόντιζαν να τα μεταδίδουν στο διπλανό τους, να τα μοιράζονται με το γείτονά τους. Έτσι όπως πρέπει να γίνεται.

Κλείνοντας αυτή την αναφορά μου, θέλω να ευχαριστήσω την κυρία Ελευθερία Δεληγιαννάκη για τις πολύτιμες πληροφορίες της, την πάντα ευγενέστατη κυρία Γεωργία Ορφανού για τις καθοριστικές παρεμβάσεις της και συμβουλές της, και φυσικά τον σεβαστό και ακούραστο μαέστρο, τον αγαπητό συνάδελφο κ. Γιάννη Τζωρτζάκη. Τους ευχαριστώ από καρδιάς.

.patris.gr/