ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μια γυναίκα κυκλοφορεί με ταξί και εξιστορεί τις εμπειρίες της

Γράφει

η Ελεάνα Κηπουρού

Με κίνδυνο να στοχευθώ και να μην ξαναβρώ ποτέ ταξί σε όλο το λεκανοπέδιο Αττικής αποφάσισα να αφηγηθώ τις εμπειρίες μου με την κίτρινη φυλή, σαν βετεράνος του είδους.

Για να μην παρεξηγηθώ, είμαι ταγμένη λάτρης των ταξί. Έχουν σταθεί δίπλα μου σε καλές και κακές στιγμές, με έχουν σώσει από άπειρα αργοπορημένα ραντεβού, συνεντεύξεις για δουλειά, εξεταστικές κτλ κτλ. Όποιος βρίσκεται εκεί έξω και έχει την ίδια κάκιστη σχέση με το χρόνο όπως εγώ, μπορεί να καταλάβει την αίσθηση της νίκης που νιώθω όταν κάθομαι αναπαυτικά στην πίσω θέση, κι ας κλαίω μέσα μου τα 5-10-15 ευρώ. Είναι και ο βασικός λόγος που τα χρήματά μου τελειώνουν πάντα πριν τις 25 του μήνα.

Όταν τολμάω να αναφερθώ βέβαια σε φίλους και γνωστούς για αυτή μου την καθημερινή -σχεδόν- συνήθεια, οι περισσότεροι με κοιτάνε με βλέμμα αποτροπιασμού και σχόλια του στιλ «σιγά μη δώσω λεφτά σε ταξί» και άλλα τέτοια επαναστατικά, ξεχνώντας ότι έχουν αμάξι, άρα δε με καταλαβαίνουν. Γιατί μόνο όταν έχοντας περάσει την τελευταία δεκαετία της ζωής σου κάνοντας την απόσταση Κορωπί – Κέντρο, με ότι μέσο μεταφοράς υπάρχει εκεί έξω, μπορείς να εκτιμήσεις την αξία του να φτάνεις σπίτι σου σε λιγότερο από 2 ώρες.

Δεν είναι όμως όλα αγγελικά πλασμένα… Η σχέση μου με τα ταξί έχει περάσει από γκρίνιες και σκαμπανεβάσματα, όπως κάθε παθιασμένη σχέση άλλωστε. Για κάθε ένα ευγενέστατο οδηγό υπάρχουν αρκετοί εκεί έξω που όχι μόνο με φτάνουν στα όρια μου, αλλά με κάνουν να σκέφτομαι σοβαρά να κάνω τη διαδρομή Παγκράτι – Μαρούσι με ποδήλατο.

Χρόνο να έχω, να αρχίζω να διηγούμαι περιστατικά που μου έχουν τύχει με ταξί, από αστεία, περίεργα μέχρι και επικίνδυνα. Περιστατικά που με έχουν κάνει να ψάχνω να κρατηθώ από τα χερούλια και κάποιες φορές με έχουν κάνει να στραφώ στο Θεό, για να φτάσω ολόκληρη στο σπίτι μου. Κάποιες από τις παρακάτω φυλές οδηγών ταξί θα τις αναγνωρίσεις με ευκολία κι εσύ. Οι παρακάτω εμπειρίες ζωής που δυστυχώς δεν αποτελούν αποκύημα φαντασίας, σίγουρα θα σε κάνουν να ταυτιστείς, στις διαδρομές σου στην Αθήνα.

Ο ζεν πρεμιέ

Είναι ο ταξιτζής που (πιστεύει ότι) έχει περισσότερες επιτυχίες και από Έλληνα ποδοσφαιριστή με μοντέλα. Συνήθως τον πετυχαίνω όταν έχω νεύρα ή είμαι κουρασμένη και θέλω απλά να φτάσω με ησυχία στον προορισμό μου. Η τελευταία περίπτωση ήταν πριν μερικές ημέρες, όταν μπαίνοντας στο ταξί, ακούω τον 55άρη οδηγό να λέει στο τηλέφωνο «Σε κλείνω τώρα, μπήκε ένας άγγελος». Όχι ρε… σκέφτομαι και κλείνω την πόρτα.

Στα 15 λεπτά της διαδρομής έμαθα το λόγο που τον χώρισε η γυναίκα του, γιατί φαλίρισε η επιχείρηση του στη Ρόδο και πόσο μόνος νιώθει. Κάπου στα ενδιάμεσα θυμόταν ότι είναι βιρτουόζος του φλερτ και γυρνούσε να με κοιτάξει με ένα καινούριο κάθε φορά κολακευτικό σχόλιο. Όλο αυτό δεν θα μου φαινόταν τόσο creepy αν η πλειοψηφία των γυπαετών ταξιτζήδων δεν ήταν στην ηλικία του πατέρα μου.

Ο ξερόλας

Η πιο κλασική κατηγορία οδηγών που κανονικά θα έπρεπε να χαρακτηριστούν προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης, για να μη χάσουμε την ελληνική πατέντα. Ξέρει καλύτερα τη δουλειά σχεδόν όλων μας κι ας έχει σπουδάσει το πανεπιστήμιο της ζωής, αλλά έχε χάρη που έχει να ταΐσει τρία στόματα και δεν έγινε πυρηνικός φυσικός ή πολιτικός για να μας σώσει όλους.

Έχει άποψη για τα πάντα, χωρίς να έχει καμία σημασία ότι ποτέ δεν τον ρώτησα για αυτή, αρκεί που έκανα το λάθος να μπω στο ταξί του.

Ο δικός μου… ξερόλας με πέτυχε ένα βράδυ που γυρνούσα από το γραφείο και έκανα το λάθος να του πω ότι είμαι δημοσιογράφος. Άρχισε να με ρωτάει την άποψη μου για τα πάντα απλά και μόνο για να την διαψεύσει στη συνέχεια πανηγυρικά.

Λίγο πριν σιχτιρίσω, σκέφτηκα πόσο μοναχικά και βαρετά πρέπει να είναι να οδηγείς τόσες ώρες και τον άφησα να φλυαρεί κοιτώντας το κινητό μου. Συμβουλή προς ανυποψίαστους: Ποτέ μην μπεις στη διαδικασία να αντιμιλήσεις μαζί του, δεν πρόκειται να βγάλεις άκρη.

Ο περίεργος

Είναι ήσυχος, ανησυχητικά ήσυχος ίσως σε σημείο που να αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι πέτυχες τζόκερ. Μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο του και ακούς άθελα σου την πιο αμήχανη συνομιλία της ζωής σου, με πρωταγωνιστή τον ταξιτζή και τη γυναίκα του σε στιγμές που δεν θα έπρεπε να ακούει κανείς άλλος. Ή ανοίγει τη μουσική και απορείς πως αυτός ο τυπάκος μπορεί να ακούει στη διαπασών αυτές τις μουσικές του διαβόλου, που έλεγε η γιαγιά μου.

Ο προσωπικός μου Νο1 είναι και θα παραμείνει ένας νεαρός οδηγός που λίγο πριν κατέβω από το ταξί μου έδωσε την κάρτα του. Στη μία πλευρά της κάρτας εμφανίζεται ο ίδιος καθισμένος χαλαρά στο γρασίδι σε ένα αγγλικό προάστιο (;) και μια κόκκινη Ferrari φιγουράρει δίπλα του.

Στην πίσω πλευρά απεικονίζονται τα Μετέωρα τα οποία δεξιά και αριστερά «προστατεύουν» ένας μοναχός μπροστά στη θάλασσα και ο Χριστός. Αμήν. Το photoshop είναι τόσο τραγικά αστείο όσο και εμπνευσμένο που ακόμη και σήμερα η κάρτα κοσμεί το γραφείο μου.

Ο τσακωμένος με την καθαριότητα

Μια εσάνς τσιγαρίλας και κλεισούρας με υποδέχθηκε με το που άνοιξα την πίσω πόρτα. Το ραδιόφωνο έπαιζε ελληνικά καψουροτράγουδα στη διαπασών και αισθανόμουν λες και είχα γυρίσει πίσω στο 1999. Στο μικρό κίτρινο «βασίλειο» του ξεχώριζε το λάβαρο της ομάδας του, ενώ η απροσδιόριστη… μπόχα συνειδητοποίησα ότι προέρχεται τελικά από τον ίδιο, που έδειχνε να έχει να πλησιάσει νερό από τότε που βαφτίστηκε.

Μια ματιά ολόγυρα φανέρωνε την ίδια αδιαφορία και στο αυτοκίνητο, με το τιμόνι να στέκεται ξεχαρβαλωμένο και τα καθίσματα να έχουν διαλυθεί από τα χρόνια.

Το μόνο που ευχόμουν ήταν να μην πετύχω κίνηση στο δρόμο και όταν τελικά βγήκα από ταξί ξεφύσηξα με ανακούφιση. Για το καλό όλων μας αυτή η φυλή ταξιτζήδων έχει αρχίσει να γίνεται είδος υπό εξαφάνιση.

Η drama queen

«Δημήτρη με κοροϊδεύεις; Ξέρεις τι μου λες τώρα;». Είχα κακό προαίσθημα για αυτήν τη διαδρομή, από την ώρα που άναψε τσιγάρο χωρίς καν να με ρωτήσει έστω για το τυπικό, μιας και μάλλον κανείς δεν την είχε ενημερώσει ότι εδώ και καιρό απαγορεύεται σύμφωνα με το νόμο.

Η ξανθιά 45άρα οδηγούσε και ούρλιαζε ταυτόχρονα στο τηλέφωνο στον Δημήτρη, ο οποίος από ότι κατάλαβα είχε κακή ψυχολογία και εκείνη του μιλούσε επιτακτικά και τον πίεζε. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο όταν κατάλαβα ότι δεν κοίταζε καν καθρέφτες και τους διπλανούς οδηγούς γενικότερα, ενώ στα μισά της διαδρομής με ενημέρωσε ότι είχε ξεχάσει να βάλει το ταξίμετρο.

Φυσικά, ήμουν τόσο έξαλλη όταν κατέβηκα που ξέχασα να κοιτάξω ακόμη και τις πινακίδες. Η κατηγορία αυτή προφανώς και δεν περιορίζεται στο θηλυκό φύλο και στάνταρ θα τον/την πετύχεις τη χειρότερη -για εσένα- στιγμή.

Ο γεννημένος στο τιμόνι

Είναι συνήθως 65+, με περιποιημένο, καθαρό όχημα και ξέρει τους δρόμους καλύτερα και από τα δωμάτια του σπιτιού του. Έχει να σου διηγηθεί εμπειρίες μιας ζωής πίσω από το τιμόνι και σίγουρα κάποια στιγμή στη ζωή του, έχει πάρει κούρσα τύπου Ωνάση, με τον οποίο εννοείται έγιναν και φιλαράκια.

Ο συμπαθητικός κατά τ’ άλλα παππούλης δεν θα κέρδιζε επάξια μια θέση στις φυλές ταξιτζήδων που θες να αποφύγεις, αν δεν έβγαζε και όλη του τη μίρλα για το πώς έχει καταντήσει σήμερα η ρημαδοκοινωνία, η νεολαία και τα συναφή και γιατί δεν μέναμε για πάντα στα ήθη και τα έθιμα της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας του ’70.

Αλλά…

Οι παραπάνω φυλές ταξιτζήδων δεν είναι φυσικά οι μόνες που θα πετύχεις, ευτυχώς δηλαδή, γιατί το ποδήλατο στο κέντρο δεν παλεύεται.

Οι παλιές συνήθειες δεν πεθαίνουν έτσι εύκολα, ωστόσο η νέα γενιά ταξιτζήδων με το πεντακάθαρο όχημα, την ευγένεια και τον επαγγελματισμό αρχίζει να γίνεται ο κανόνας παρά η εξαίρεση.