ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Μονή Διοσκουρίου: Από την αρχαιοελληνική παράδοση μέχρι τη χριστιανική

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

«Νη Ζα φάσκω σου και κάτεχε το πώς δε σου φταίω το πράμα σου, έργο μου γη βουλή μου…»

 

 

Χωμένη στην ασφάλεια του  Ψηλορείτη, του ιερότερου μα και συγχρόνως πιο δεσποτικού και επιβλητικού όρους των Κρητών,  στην ανατολική πλευρά της επαρχίας Μυλοποτάμου βρίσκεται εδώ και αιώνες η Μονή Διοσκουρίου.

 

Η Μονή , εκτός των άλλων χωριών που βρίσκονται πλησίον της, προσεγγίζει επίσης  πολύ δυο  χωριά  με χιλιόχρονη ιστορία, την Αξό που υπήρξε μεγάλη, αρχαία  πόλη της Κρήτης,  και  τα Ανώγεια με  το περιβόητο ιερό της Νίδας και όλους τους υπόλοιπους λατρευτικούς θρύλους που έχουν σχέση με το Δία.

 

Κι ίσως γι’ αυτό,  ίσως και λόγω της ιερότητας του όρους  που βρίσκεται, το οποίο ανεξάρτητα από τις εκάστοτε θρησκείες ήταν  ανέκαθεν συνδεδεμένο   με την ψυχή των ορεσιβίων ποιμένων της περιοχής, η Μονή, και με το ίδιο το όνομα της αλλά και με τη διατήρηση ενός εκ των σημαντικότερων  ποιμενικών εθίμων της Κρήτης, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών για ζωοκλοπές,  αποδεικνύει πως η δύναμη της παράδοσης είναι τόσο μεγάλη  που μπορεί να σπάσει το φράγμα του χρόνου, να περάσει μέσα από θρησκείες, και να διαφυλαχτεί ακέραιη  κι αναλλοίωτη εντελώς από την φθορά των αιώνων.

 

Για του λόγου το αληθές ας θυμηθούμε τα αναθήματα  που εξακολουθούν να αφιερώνονται στις εικόνες, με τη διαφορά ότι τότε ήταν πήλινα και σήμερα χρυσά ή ασημένια, τα μνημόσυνα που  για τους  προγόνους μας ήταν οι σπονδές, τα καλοκαιρινά πανηγύρια των παρεκκλησίων με τα σφαχτά που προσφέρονται στο κόσμο και άλλα πολλά…

 Η προφορική παράδοση της Μονής Διοσκουρίου.

Την ίδρυση  της Μονής  η προφορική παράδοση την ανάγει στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όμως και μόνο από το εμφανές αρχαιοελληνικό όνομα της η Μονή Διοσκουρίου ομολογεί ένα  άρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ ενεστώτος και ακόμα  πιο παρελθόντος χρόνου  από αυτόν του Βυζαντίου, καθώς όλες οι ενδείξεις βεβαιώνουν ότι στη θέση του  σημερινού ναού υπήρχε κάποτε λατρευτικό ιερό των Διόσκουρων.

Ως γνωστόν οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης  ήταν γιοι του Δία και της Λήδας κι  αδέλφια της Ωραίας Ελένης. Θεοί του φωτός, προσωποποιούσαν  για τους  αρχαίους Έλληνες την εντιμότητα, την γενναιότητα, τη τόλμη, την ευγένεια και την αρετή καθώς επίσης ήταν και προστάτες των ναυτικών.

 

Συνεπώς, για  όλα τους ετούτα τα προτερήματα οι  πρόγονοι μας τιμούσαν τους  Διόσκουρους σαν θεούς κι όχι σαν ημίθεους,  κι αφού τους θεωρούσαν προστάτες και σωτήρες των θνητών ζητούσαν από αυτούς συμπαράσταση και βοήθεια σε κάθε δύσκολη στιγμή τους.

Όπως λοιπόν μπορεί εύκολα  να καταλάβει κανείς,  για τη μέγιστη δύναμη της παράδοσης στη πορεία των αιώνων στάθηκε πολύ εύκολο  να μεταφέρει  τα σκήπτρα από την λατρεία των ειδωλολατρικών Διόσκουρων  στην λατρεία του Αγίου  Γεωργίου, ο οποίος κατά τη χριστιανική παράδοση διαθέτει τις ίδιες ακριβώς αρετές με αυτούς:

Γόνος αρχοντικής γενιάς, αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού όπως μαρτυρεί και η στολή του, έφερε το τίτλο του κόμητος, όμως πάνω απ’  όλα υπήρξε άνθρωπος ευγενής, γενναίος, και γεμάτος  καλοσύνη για το συνάνθρωπο του… ακριβώς όπως οι Διόσκουροι.

 

Το «ξεκαθάρισμα»

Πέραν του ονόματος όμως υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που ξεπερνούν το όριο των ενδείξεων ακουμπώντας  μετά βεβαιότητας στο όριο των αποδείξεων, και τα οποία  μαρτυρούν  την σημερινή, ειρηνική σχέση της Μονής Διοσκουρίου με το ιερό βουνό και τις, εδώ και αιώνες πριν, παραδόσεις του.

Το ξεκαθάρισμα  λογαριασμών  για ζωοκλοπές,  οι οποίες συνηθίζονταν μα και δυστυχώς   εξακολουθούν να συνηθίζονται  όχι μόνο στο Ψηλορείτη μα κι σ’  ολάκερη τη Κρήτη γενικότερα,  είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα ποιμενικού δικαίου που υπάρχουν στη Μεγαλόνησο  και το αξιοπερίεργο, ή μάλλον αξιοθαύμαστο,  είναι πως  γίνεται μπρος την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, με  την  αναφορά και την επίκληση του ονόματος του Διός.

Ο όρκος, που επιβάλλεται  να  πει ο  άνθρωπος που  οι άλλοι υποψιάζονται  για κλοπή,  έχει άμεση σχέση  με  τις προχριστιανικές συνήθειες και όπως έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα είναι ο εξής;

«Νη Ζα φάσκω σου και κάτεχε το πώς δε σου φταίω το πράμα σου, έργο μου γη βουλή μου…»

Ή, σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή:

 

«Μα το Ζα δε σε πείραξα κι άμε να γυρεύγεις  αλλού το πράμα σου…»

Υπάρχει βέβαια και η εκδοχή, και η πιθανότερη μάλιστα,  στη πορεία του χρόνου οι άνθρωποι να μη γνώριζαν, κι  ούτε καλά- καλά ακόμα και σήμερα  να μη  γνωρίζουν, τι εννοούσαν  λέγοντας «Μα το Ζα…»

Οπότε  δεν αποκλείεται να  μπέρδευαν  την επίκληση του ονόματος του Δία, ή  Ζα  στην αρχαία αιτιατική της Δωρικής Διαλέκτου,  με τη δική μας  κρητική λέξη «ζα» ή «ωζά» που σημαίνει  ζώα, άρα ότι έλεγαν  να το έλεγαν μόνο και μόνο από τη  βαθιά  μέσα τους ριζωμένη παράδοση χωρίς να ψάχνουν την βαθύτερη έννοια.

Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο όρκος   όχι μόνο είχε, αλλά κι  εξακολουθεί να έχει, τόσο  βαθιά  ριζωμένη ισχύ, που αν ο  πιθανός δράστης  τολμούσε τελικά να ακουμπήσει το χέρι του στην εικόνα απαλλασσόταν από κάθε υποψία.

Αντίθετα, αν ήταν αναμεμειγμένος,  ομολογούσε από μόνος του τη κλοπή, ή έστω και τη παραμικρή σχέση του μαζί της, μια και διαφορετικά η παράδοση αναφέρει ότι τιμωρούνταν από τον Άγιο και μάλιστα τιμωρούνταν  πολύ αυστηρά!

 

Ιστορία της Μονής.

Δυστυχώς, συγκεκριμένες έγγραφες  αναφορές για το πότε ακριβώς κτίστηκε η Μονή δεν υπάρχουν. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η Μονή Διοσκουρίου υπήρχε από τα όψιμα χρόνια της Ενετοκρατίας  καθώς  γραπτή αναφορά γι’  αυτήν γίνεται για πρώτη φορά από τον περιηγητή Βασιλικάτα, όχι όμως σαν Μονή αλλά απλώς σαν Δισκούρι, κι επειδή ούτε  χωριό, ούτε οικισμός, μα ούτε καν περιοχή με τέτοιο  όνομα δεν υπάρχει  εκεί κοντά, αυτονόητα συμπεραίνει κανείς  ότι πρόκειται για τη Μονή Διοσκουρίου.

Άρα λοιπόν αφού  η πρώτη  έγγραφη αναφορά χρονολογείται  το 1640, λογικά  το Δισκούρι, όπως πλέον συνηθίζεται να λέγεται, πρέπει να υπάρχει σαν ιδρυθείσα Μονή  τουλάχιστον  από το 1600, την όψιμη δηλαδή εποχή της Ενετοκρατίας μια κι εκείνη τη περίοδο  κτίστηκαν κι άλλα πολλά μοναστήρια εκεί κοντά όπως το Αρκάδι, ο Βόσακος κ.λ.π..

Κατά δε την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και ειδικά στην επανάσταση του 1866,  το Δισκούρι υπήρξε ορμητήριο μεγάλων Κρητικών καπεταναίων, και ιδιαιτέρως του καπετάν Κόρακα. Στο Ιστορικό μουσείο μάλιστα υπάρχουν χειρόγραφα που το βεβαιώνουν  και τα οποία ήταν σταλμένα προς «το πρωτοκαπετάνιο της  Ανατολικής Κρήτης Μιχαήλ Κόρακα για να στείλει βοήθεια  στη Γραμβούσα…»

Δυστυχώς  η Μονή πλήγηκε με  μερική καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1822 καθώς και με ολοσχερή  σχεδόν καταστροφή το 1867,  όταν πυρπολήθηκε  σε αντίποινα  των δραστηριοτήτων της  από τους καπεταναίους, και δεν γνωρίζουμε σε τι κατάσταση απέμεινε  αφού  η ανακαίνιση στη σημερινή της μορφή έγινε το  1890 ή 1897.

Συνοπτικά λοιπόν το Δισκούρι  υπήρξε πάντα ανδρικό μοναστήρι αφιερωμένο στο όνομα του Αγίου Γεωργίου, φτωχό όμως κατ΄ ουσία αφού ακόμα και στη μεγαλύτερη του ακμή δεν  φιλοξένησε πάνω από τέσσερις μοναχούς και  δώδεκα λαϊκούς .

Καταστρέφεται  για πρώτη φορά  το 1822, το 1867 για δεύτερη φορά, ανασυγκροτείται το  1890  ή ίσως  και 1897,  κατά τον σημερινό ηγούμενο πατέρα Ραφαήλ Μαινολά, στη συνέχεια υπάρχει μια μικρή αδελφότητα  εκεί ως  το 1900 που το Δισκούρι καταργείται σαν Μονή αλλά εν τούτοις  παραμένουν μέσα του οι μοναχοί. Το 1935 προσαρτείζεται στη  μονή Χαλέπας, από το 1950  και μετά  ξεκινούν οι κατεδαφίσεις των παλαιών κτισμάτων και  η οικοδόμηση καινούργιων με τσιμέντο και το 2004 αρχίζει  σιγά- σιγά να επαναλειτουργεί ως αυτοδιοίκητη μονή.

Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου

Φορτωμένη  τα αναθήματα  των πιστών,  σαν απτές αποδείξεις της ιερότητας της, βρίσκεται μέσα στο ναό η εικόνα του Αγίου Γεωργίου πάνω στην οποία  γίνεται ο περίφημος όρκος.

Και μπορεί  βέβαια η εκκλησία να έχει διαχωρίσει τη θέση της από τις ανθρώπινες διαφορές, άρα κανείς ιερέας να μη παραβρέθηκε ποτέ  μπροστά σε «ξεκαθάρισμα» για να μπορεί να το βεβαιώσει, απ΄ ότι λέγεται όμως  υπάρχουν  αμέτρητες μαρτυρίες λαϊκών που παραδέχονται ότι  η εικόνα θαυματούργησε επανειλημμένως  σε πολλές περιπτώσεις ψευδομαρτυρίας.

Η πιο πρόσφατη απ΄ όλες, την οποία μάλιστα  υπογράφουν ζώντες υπέργηροι, είναι η περίπτωση ανθρώπου  ο οποίος  αμέσως μετά το ψεύτικο όρκο, με το  που βγήκε έξω  από το μοναστήρι δηλαδή, μπέρδεψε κάπου με αποτέλεσμα  να χάσει το μάτι του.