Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Μόνο τα μάτια μένουν» της Μαρίας Ρουσάκη

Γράφει η Βασιλική Μαλφέση

 

 

Πολύ καλό, ευκολοδιάβαστο και με γρήγορη ροή είναι το βιβλίο της Μαρίας Ρουσάκη με τίτλο «Μόνο τα μάτια μένουν». Η υπόθεσή του ταξιδεύει τον αναγνώστη από ένα ορεινό χωριό του πανέμορφου Ταϋγετου στην πόλη της Καλαμάτας, της Θεσσαλονίκης και αργότερα της Νέας Υόρκης.

Ξεκινάει με την γέννηση του κεντρικού ήρωα το 1920 την ημέρα των βουλευτικών εκλογών και τη σημαντική έκβασή τους για την ελληνική ιστορία, ενώ για τους ανθρώπους της επαρχίας η ζωή συνεχίζει να κυλά όπως πάντα με τις μικρές ανησυχίες της καθημερινότητάς τους. Λευκός καμβάς η ζωή τους που ζωγραφίζεται με τα ίδια χρώματα και τα ίδια τοπία στους ίδιους ορίζοντες καθημερινά.

Ο Περικλής γεννιέται στο χωριό του κι ακολουθεί τον πατέρα του Τζανέτο στα χωράφια και στο εμπόριο, στα παζάρια της Καλαμάτας, όπου και συναντά κι ερωτεύεται τη Γιασεμή . Φεύγει για φαντάρος ,ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος που από ένα ατύχημα στα βουνά της Ηπείρου, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη εκτελώντας χρέη σωματοφύλακα του ταγματάρχη Ιωάννου και της οικογένειάς του.

Καθοριστικός ο ρόλος του εκεί αφού, όταν συλλαμβάνεται η Εβραία σύζυγός του ταγματάρχη και ο ίδιος εκτελείται από τους Γερμανούς, ο Περικλής θα προστατέψει την μικρή Αλιάννα κι αργότερα φεύγουν μαζί για τη Νέα Υόρκη. Μέσα από την υπέροχη υπόθεση η συγγραφέας τοποθετεί τον αναγνώστη στην εποχή εκείνη, με τις πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο, τις δεισιδαιμονίες , τις νοοτροπίες των κατοίκων του χωριού, τις τοπικές ενδυμασίες, τη μόδα, τις μουσικές προσεγγίσεις , τον καλαματιανό χορό, την ζωή χωρίς την ενημέρωση και την επιρροή από τα ΜΜΕ και τη φιλοσοφία της εποχής. Ολοζώντανες είναι οι περιγραφές με τις θαυμάσιες εικόνες της εποχής τότε στον καταπράσινο και γεμάτο βλάστηση Ταϋγετο, αντικρίζοντας από ψηλά την υδάτινη λεκάνη της Καλαμάτας με το σιδηρόδρομο, τα αυτοκίνητα και τα καΐκια.

Η μοίρα του Περικλή αλλάζει κάθε τόσο τα όνειρα αλλά και το δρόμο της ζωής του. Με τον καημό του πατέρα αλλά και των αδερφών του φτάνει στη Νέα Υόρκη όπου εκεί τυχαία συναντά τη Γιασεμή. Θα καταφέρουν να ζήσουν μαζί και να ξεπεράσουν τα εμπόδια , τα διλήμματα και μια δολοφονία; Θα επικρατήσει και θα εκτιμηθεί η αληθινή αγάπη από όπου αντλείται η αφοσίωση, η αγάπη, η πίστη, η συμπαράσταση και η υποστήριξη; Η δύσκολη εποχή δεν τον βοηθά να αναδείξει τα τόσα προτερήματά του, την ομορφάδα του, την εργατικότητά του, την αφοσίωσή του, την καλοσύνη του και ζει με το άγχος, την αμφιβολία και τη μοναξιά της μετανάστευσης , του άγνωστου, με τις δύσκολες αποφάσεις για δουλειές και κέρδη, σε μια άγνωστη πατρίδα και ξένη γλώσσα, νοσταλγώντας τις αναμνήσεις του τόπου όπου γεννήθηκε, των δικών του ανθρώπων, του πατέρα του σκληρού κι ευαίσθητου βουνίσιου άντρα, με τις δυο γυναίκες, τις τέσσερις κόρες και το μονάκριβο γιο. Και δυο ξεχωριστές παραγράφους: «Τι είναι η ιστορία αν δεν τη κουβαλούν οι άνθρωποι στη ψυχή τους;

Κτήμα τους γίνονται οι ήττες, οι θρίαμβοι, οι δημιουργίες των προγόνων από αιώνα σε αιώνα. Ακριβώς όπως τα χωράφια. Πάνω σ΄ αυτήν την Ιστορία ο άνθρωπος καλλιεργεί και στοχάζεται τα λάθη των προηγούμενων γενιών ώστε να μην τα επαναλάβει. Όμως ο άνθρωπος εύκολα λησμονεί. Εύκολα καλλιεργεί το ίδιο μίσος και τις ίδιες μισαλλοδοξίες. Όπως και τα ίδια πάθη και τις ίδιες φιλοδοξίες. Τίποτα δε μένει παρά ψήγματα μιας παλιάς δοξασμένης εποχής». «Ίσως το αίμα που χύθηκε για εκείνους τους συμπολεμιστές του και για την πατρίδα να μην ακούμπησε τα δικά του χέρια, ωστόσο η ψυχή του είχε βαφτεί με το ίδιο κόκκινο χρώμα, το κόκκινο του πόνου αλλά και του πάθους. Ο,τι χαρακώνει την καρδιά γεννά και μια απροσδόκητη δύναμη για ελπίδα».