ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Να μάθεις ν’ ακούς τον άλλον – αυτό είναι που κρατά ενωμένα τα ζευγάρια

Η μη αμυντική διάθεση να ακούτε και να μιλάτε

Εκείνος: «Φωνάζεις!».

Εκείνη: «Φυσικά και φωνάζω, αφού δεν άκουσες λέξη από όσα σου είπα. Δεν ακούς, αυτό είν’ όλο!».

Η ικανότητα της προσεκτικής ακρόασης του συντρόφου είναι αυτή που κρατάει ενωμένα τα ζευγάρια. Ακόμα και στο ζενίθ μιας διαμάχης, ενώ και οι δυο σύντροφοι έχουν κατακλυστεί από συγκινησιακή φόρτιση, είτε ο ένας είτε ο άλλος -και μερικές φορές και οι δύο- είναι δυνατό να προσέξουν πέρα από το θυμό, να ακούσουν και να ανταποκριθούν στην προσπάθεια του συντρόφου για συμφιλίωση. ‘Ομως τα ζευγάρια που οδηγούνται στο διαζύγιο παρασύρονται από το θυμό και προσκολλώνται στις λεπτομέρειες του ζητήματος που έχουν να αντιμετωπίσουν και, φυσικά, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε πρόταση για συμφιλίωση που θα μπορούσε να περιέχεται στα λεγόμενα του συντρόφου.

Η αμυντική στάση του ακροατή παίρνει τη μορφή της αγνόησης ή της άμεσης απόρριψης του παραπόνου του συντρόφου· πολλές μάλιστα φορές η αντίδραση προς αυτό το παράπονο μοιάζει να εκλαμβάνεται σαν επίθεση παρά σαν μια προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς. Φυσικά, σε μια διαφωνία, αυτό που λέει ο ένας από τους δύο συζύγους συχνά παίρνει επιθετική μορφή ή προφέρεται με τόσο αρνητισμό, που είναι δύσκολο να ακούσει κανείς τίποτε άλλο πέρα από τους ήχους της επίθεσης.

Ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση ένα ζευγάρι είναι δυνατό να εντυπώσει σκόπιμα αυτά που ακούει, αγνοώντας τα εχθρικά και αρνητικά μέρη της συζήτησης -τον άσχημο τόνο, τις προσβολές, τα περιφρονητικά σχόλια-, να ακούσει δηλαδή μόνο το βασικό μήνυμα. Για να το πετύχουν αυτό, οι σύντροφοι χρειάζεται να θυμούνται ότι θα πρέπει να θεωρούν την αρνητικότητα ο ένας του άλλου ως μια ανεπιφύλακτη δήλωση του πόσο σημαντικό είναι γι’ αυτούς το ζήτημα, να τη βλέπουν σαν ένα τέχνασμα που επιδιώκει να προσελκύσει την προσοχή τους.

Τότε, αν εκείνη φωνάξει: «Θα πάψεις να με διακόπτεις, για όνομα του Θεού!», εκείνος ίσως είναι περισσότερο σε θέση να της απαντήσει, χωρίς να αντιδράσει ανοιχτά στην επιθετικότητά της: «Πολύ καλά, τέλειωσε αυτά που έχεις να πεις, σε παρακαλώ».

Η πιο ισχυρή μορφή μη αμυντικής ακρόασης είναι, φυσικά, η ενσυναίσθηση. Η ενσυναίσθηση υποδηλώνει ότι ακούμε και ουσιαστικά κατανοούμε τα συναισθήματα που βρίσκονται πίσω από τις λέξεις. Για να μπορεί ο ένας από τους συντρόφους στο ζευγάρι να ενσυναισθάνεται αληθινά τον άλλο, είναι απαραίτητο να κατασιγάσει τις δικές του συναισθηματικές αντιδράσεις, για να μπορέσει να δεχθεί και να αντανακλάσει στη συνέχεια, με βιοσωματικές ενδείξεις, τα συναισθήματα του συντρόφου του.

Χωρίς αυτή τη βιοσωματική εναρμόνιση είναι πιθανό η αίσθηση του ενός συντρόφου για το τι νιώθει ο άλλος να είναι εντελώς λαθεμένη. Η ενσυναίσθηση εκφυλίζεται όταν τα συναισθήματα του ενός είναι τόσο ισχυρά που απλώς υποσκελίζουν οτιδήποτε άλλο.

Η μέθοδος της αντανάκλασης

Μια μέθοδος αποτελεσματικής συναισθηματικής ακρόασης, η οποία ονομάζεται «αντανάκλαση», συνηθίζεται συχνά σε θεραπείες ζευγαριών. ‘Οταν ο ένας σύντροφος διατυπώνει ένα παράπονο, ο άλλος το επαναλαμβάνει με δικά του λόγια, προσπαθώντας να συλλάβει όχι μόνο τη σκέψη αλλά και τα συναισθήματα που την ακολουθούν. Ο αντανακλών σύντροφος βεβαιώνεται με τη βοήθεια του άλλου συντρόφου ότι η επαναδιατύπωση που έκανε βρήκε το στόχο και, αν όχι, ξαναπροσπαθεί μέχρις ότου το επιτύχει -κάτι που μοιάζει απλό, αλλά στην εκτέλεσή του είναι εξαιρετικά περίπλοκο.

Η σωστή αντανάκλαση έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να νιώθουμε ότι μας καταλαβαίνουν, αλλά και να έχουμε την πρόσθετη αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε συναισθηματική αρμονία. Αυτό από μόνο του μερικές φορές μπορεί να αφοπλίσει μια επικείμενη επίθεση και κατορθώνει να συγκρατήσει τις συζητήσεις των παραπόνων ώστε να μην εξελιχθούν σε καβγάδες. Η τέχνη της μη αμυντικής συζήτησης για τα ζευγάρια επικεντρώνεται σε κάποια στοιχεία που εκφράζονται μέσα στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραπόνου, αντί να κλιμακώνονται σε προσωπική επίθεση.

Η φόρμουλα παραπόνου ΧΥΖ

Ο ψυχολόγος Χάιμ Ζινό, ο πρόδρομος των προγραμμάτων αποτελεσματικής επικοινωνίας, πρότεινε την καλύτερη φόρμουλα του παραπόνου, τη φόρμουλα «ΧΥΖ»: «Όταν έκανες το Χ, με έκανε να νιώσω Υ, και θα προτιμούσα χίλιες φορές να είχες κάνει το Ζ».

Για παράδειγμα:

«’Οταν δεν τηλεφώνησες για να μου πεις ότι θα καθυστερήσεις στο ραντεβού μας για δείπνο, ένιωσα εγκατάλειψη και θυμό. Θα προτιμούσα χίλιες φορές να είχες τηλεφωνήσει να μου πεις ότι θα καθυστερήσεις», αντί να πούμε: «Είσαι ένας αναίσθητος, εγωιστής γάιδαρος», όπως συνήθως τίθεται το ζήτημα στους συζυγικούς καβγάδες.

Με λίγα λόγια, η ανοικτή επικοινωνία δεν εμπεριέχει παλικαρισμούς, απειλές ή προσβολές. Ούτε αφήνει χώρο για οποιαδήποτε από τις αναρίθμητες μορφές άμυνας – δικαιολογίες, άρνηση ευθυνών, αντεπίθεση με πικρόχολα σχόλια και τα σχετικά.

Κι εδώ πάλι η ενσυναίσθηση είναι ένα ισχυρό εργαλείο. Τελικά, ο σεβασμός και η αγάπη αφοπλίζουν την επιθετικότητα στο γάμο, όπως και αλλού στη ζωή.

‘Ενας ισχυρός τρόπος για να αποκλιμακώσετε έναν καβγά είναι να κάνετε το σύντροφό σας να καταλάβει ότι μπορείτε να δείτε τα πράγματα από την άλλη σκοπιά, και πως αυτή η άποψη μπορεί να έχει αξία, ακόμα κι αν εσείς δε συμφωνείτε μ’ αυτήν.

‘Ενας άλλος τρόπος είναι το να αναλαμβάνετε την ευθύνη, ή ακόμα και να ζητάτε συγγνώμη, αν διαπιστώσετε ότι εσείς σφάλατε. Αξιοπιστία σημαίνει -αν μη τι άλλο- να κάνετε σαφές ότι ακούτε και ότι μπορείτε να αναγνωρίσετε τα συναισθήματα που εκφράζονται, ακόμα κι αν δεν μπορείτε να συμφωνήσετε λέγοντας: «Βλέπω ότι στενοχωρήθηκες».

Και σε άλλες στιγμές, όταν δεν υπάρχει καβγάς, η αξιοπιστία επιβάλλει να επαινέσετε και να εγκωμιάσετε το σύντροφο ή τη σύντροφο, εφόσον βρίσκετε κάτι που μπορείτε να εκτιμήσετε ειλικρινά και να επαινέσετε. Αυτή η αίσθηση επιβεβαίωσης είναι φυσικά ένας τρόπος να βοηθήσετε το έτερόν σας ήμισυ να ηρεμήσει, ή να αποταμιεύσετε συναισθηματικό κεφάλαιο με τη μορφή θετικών συναισθημάτων.

Στην πράξη

Επειδή αυτοί οι ελιγμοί πρέπει να επιστρατεύονται κατά τη διάρκεια μιας αντιπαράθεσης, οπότε η συναισθηματική διέγερση είναι σίγουρα υψηλή, θα πρέπει να εξασκούμαστε σ’ αυτούς αδιάκοπα, αν θέλουμε να τους επιστρατεύσουμε όταν τους έχουμε περισσότερο ανάγκη. Κι αυτό διότι ο συγκινησιακός εγκέφαλος αναλαμβάνει τις συνήθεις αντιδράσεις που διδάχθηκε σε παλαιότερες φάσεις της ζωής, στη διάρκεια επανειλημμένων στιγμών θυμού και θλίψης, και οι οποίες έτσι γίνονται κυρίαρχες.

Επειδή και η μνήμη και η αντίδραση είναι και οι δύο συγκινησιακά προσδιορίσιμες, σε τέτοιες στιγμές θυμού ή θλίψης μάς είναι δύσκολο να θυμηθούμε και να εφαρμόσουμε στην πράξη τις αντιδράσεις που συνδυάζονται με πιο ήρεμες στιγμές.

Αν μια πιο παραγωγική συναισθηματική αντίδραση δεν είναι τόσο οικεία ή δεν εφαρμόζεται σωστά, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να τη δοκιμάσουμε στη διάρκεια μιας σοβαρής κρίσης.

Για τους λόγους αυτούς οι πιο πάνω στρατηγικές πρέπει να ελεγχθούν και να δοκιμαστούν κατά τη διάρκεια ήρεμων και όχι πιεστικών ανταλλαγών, αλλά και στον «πυρετό της μάχης», αν θέλουμε να λειτουργήσουν ως μια επίκτητη πρώτη αντίδραση (ή, τουλάχιστον, ως μια όχι και τόσο αργοπορημένη δευτερογενής αντίδραση) στο ρεπερτόριο του συγκινησιακού κυκλώματος.

Στην ουσία, αυτά τα αντίδοτα ενάντια στη συζυγική αποσύνθεση αποτελούν μια συνοπτική «επανορθωτική αγωγή» στον τομέα της νοημοσύνης της καρδιάς.