ΑΤΑΞΙΝΟΜΗΤΑΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι Έλληνες διερμηνείς των Γερμανών. Ήταν προδότες, συνεργάτες του κατακτητή ή διπλοί κατάσκοποι και ήρωες της αντίστασης;…

Μία από τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ελληνικής ιστορίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής είναι η δράση των διερμηνέων εκείνη την περίοδο. Οι επιλογές και η συμπεριφορά των διερμηνέων, αλλά και η συμπεριφορά ντόπιων έναντι των κατακτητών τους αποτελούν ένα πολύ λεπτό ζήτημα και εγείρουν το εξής ερώτημα: επρόκειτο για ανήθικους ανθρώπους που δεν δίστασαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον εχθρό ή για πατριώτες που χρησιμοποίησαν την ιδιότητά τους προκειμένου να συνδράμουν την Εθνική Αντίσταση;

Οι ντόπιοι ως διερμηνείς Βάσει των στοιχείων που αντλούνται από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία των διερμηνέων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων και δη στις κατακτημένες περιοχές, αποτελείται από τον γηγενή πληθυσμό αυτών των περιοχών. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στη βιογραφία της Ελληνίδας διερμηνέως Μαρίας Δημάδη, η οποία εργάστηκε στο γερμανικό φρουραρχείο του Αγρινίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αφού οι κατακτητές εγκαταστάθηκαν στην πόλη, άρχισαν την αναζήτηση ιταλόφωνων και γερμανόφωνων κατοίκων.

Στη συνέχεια, οι υποψήφιοι, εάν κρίνονταν κατάλληλοι, εξαναγκάζονταν να ασκήσουν τα καθήκοντα του διερμηνέα. Ο Αργύρης Φουρτούνας, ένας άλλος Έλληνας που υπηρέτησε ως διερμηνέας στο φρουραρχείο της Αίγινας και στο οχυρό του «Τούρλου», γράφει στην αυτοβιογραφία του ότι ορισμένες φορές οι Γερμανοί έφερναν μαζί τους δικούς τους διερμηνείς. Παρόλα αυτά, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν μπορούσε πάντα να διαπιστωθεί εάν επρόκειτο για Έλληνες ή Γερμανούς υπηκόους.

Μία από τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ελληνικής ιστορίας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής είναι η δράση των διερμηνέων εκείνη την περίοδο. Οι επιλογές και η συμπεριφορά των διερμηνέων, αλλά και η συμπεριφορά ντόπιων έναντι των κατακτητών τους αποτελούν ένα πολύ λεπτό ζήτημα και εγείρουν το εξής ερώτημα: επρόκειτο για ανήθικους ανθρώπους που δεν δίστασαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον εχθρό ή για πατριώτες που χρησιμοποίησαν την ιδιότητά τους προκειμένου να συνδράμουν την Εθνική Αντίσταση; Οι ντόπιοι ως διερμηνείς Βάσει των στοιχείων που αντλούνται από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία των διερμηνέων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια πολεμικών συρράξεων και δη στις κατακτημένες περιοχές, αποτελείται από τον γηγενή πληθυσμό αυτών των περιοχών. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στη βιογραφία της Ελληνίδας διερμηνέως Μαρίας Δημάδη, η οποία εργάστηκε στο γερμανικό φρουραρχείο του Αγρινίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αφού οι κατακτητές εγκαταστάθηκαν στην πόλη, άρχισαν την αναζήτηση ιταλόφωνων και γερμανόφωνων κατοίκων.

Στη συνέχεια, οι υποψήφιοι, εάν κρίνονταν κατάλληλοι, εξαναγκάζονταν να ασκήσουν τα καθήκοντα του διερμηνέα. Ο Αργύρης Φουρτούνας, ένας άλλος Έλληνας που υπηρέτησε ως διερμηνέας στο φρουραρχείο της Αίγινας και στο οχυρό του «Τούρλου», γράφει στην αυτοβιογραφία του ότι ορισμένες φορές οι Γερμανοί έφερναν μαζί τους δικούς τους διερμηνείς. Παρόλα αυτά, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν μπορούσε πάντα να διαπιστωθεί εάν επρόκειτο για Έλληνες ή Γερμανούς υπηκόους….

Η μόρφωση των διερμηνέων

 

Καθώς αρκετοί από τους διερμηνείς είχαν επιλεγεί με ταχύτατες διαδικασίες απλά και μόνο προκειμένου οι κατακτητές να έχουν την απαραίτητη επικοινωνία με τον γηγενή πληθυσμό και τις τοπικές αρχές, τα άτομα που είχαν επιλεγεί δεν είχαν παρά μόνο σπάνια εκπαιδευτεί επίσημα ως διερμηνείς. Οι υποψήφιοι επιλέγονταν ουσιαστικά με κριτήριο τη γλωσσομάθειά τους.

Η γερμανική γλώσσα, η οποία αποτελούσε το σημαντικότερο προσόν, είχε διδαχτεί κατά κύριο λόγο στο παρελθόν, συνήθως στο σχολείο, (π.χ. ο Αργύρης Φουρτούνας και οι αδερφές του ήταν απόφοιτοι της Γερμανικής Σχολής Αθηνών) είτε λόγω ιδίας πρωτοβουλίας (π.χ. η Γεωργία «Μόνικα» Μπαλτζάκη, διερμηνέας στο Καστέλλι Κρήτης, ήταν αυτοδίδακτη).

Η διδασκαλία της γλώσσας σε πανεπιστημιακό επίπεδο, για παράδειγμα οι σπουδές Γερμανικής Φιλολογίας, αποτελούσε συνήθως την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Επίσης, ορισμένοι γερμανόφωνοι Έλληνες που είχαν εκτελέσει καθήκοντα διερμηνέα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όπως η Μαρία Δημάδη, είχαν το προνόμιο να έχουν σπουδάσει στη Γερμανία και συνεπώς να έχουν όχι μόνο άριστες γνώσεις της γερμανικής γλώσσας, αλλά και του πολιτισμού και του τρόπου σκέψης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες που βρέθηκαν στην κατοχή σε υψηλά αξιώματα και θέσεις στην ελληνική κυβέρνηση κατείχαν ένα εξίσου υψηλό επίπεδο Γερμανικών. Γνωστό παράδειγμα αποτελούσε ο δεύτερος πρωθυπουργός της κατεχόμενης τότε Ελλάδας, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, ο οποίος είχε σπουδάσει Ιατρική στη Γερμανία και μάλιστα ήταν παντρεμένος με Γερμανίδα.

Κατ’επέκταση μπορεί κανείς να εικάσει ότι η παρουσία διερμηνέων στις πολιτικές συναντήσεις Ελλήνων και Γερμανών δεν ήταν πάντα απαραίτητη, καθώς οι Έλληνες αξιωματούχοι ήταν οι ίδιοι γνώστες της γερμανικής γλώσσας. Σε αυτήν την περίπτωση ωστόσο θα γινόταν λόγος για μια κατηγορία διερμηνέων διαφορετική από αυτήν των διερμηνέων πολέμου.

Η μόρφωση των διερμηνέων Καθώς αρκετοί από τους διερμηνείς είχαν επιλεγεί με ταχύτατες διαδικασίες απλά και μόνο προκειμένου οι κατακτητές να έχουν την απαραίτητη επικοινωνία με τον γηγενή πληθυσμό και τις τοπικές αρχές, τα άτομα που είχαν επιλεγεί δεν είχαν παρά μόνο σπάνια εκπαιδευτεί επίσημα ως διερμηνείς. Οι υποψήφιοι επιλέγονταν ουσιαστικά με κριτήριο τη γλωσσομάθειά τους. Η γερμανική γλώσσα, η οποία αποτελούσε το σημαντικότερο προσόν, είχε διδαχτεί κατά κύριο λόγο στο παρελθόν, συνήθως στο σχολείο, (π.χ. ο Αργύρης Φουρτούνας και οι αδερφές του ήταν απόφοιτοι της Γερμανικής Σχολής Αθηνών) είτε λόγω ιδίας πρωτοβουλίας (π.χ. η Γεωργία «Μόνικα» Μπαλτζάκη, διερμηνέας στο Καστέλλι Κρήτης, ήταν αυτοδίδακτη).

Η διδασκαλία της γλώσσας σε πανεπιστημιακό επίπεδο, για παράδειγμα οι σπουδές Γερμανικής Φιλολογίας, αποτελούσε συνήθως την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Επίσης, ορισμένοι γερμανόφωνοι Έλληνες που είχαν εκτελέσει καθήκοντα διερμηνέα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όπως η Μαρία Δημάδη, είχαν το προνόμιο να έχουν σπουδάσει στη Γερμανία και συνεπώς να έχουν όχι μόνο άριστες γνώσεις της γερμανικής γλώσσας, αλλά και του πολιτισμού και του τρόπου σκέψης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες που βρέθηκαν στην κατοχή σε υψηλά αξιώματα και θέσεις στην ελληνική κυβέρνηση κατείχαν ένα εξίσου υψηλό επίπεδο Γερμανικών.

Γνωστό παράδειγμα αποτελούσε ο δεύτερος πρωθυπουργός της κατεχόμενης τότε Ελλάδας, Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, ο οποίος είχε σπουδάσει Ιατρική στη Γερμανία και μάλιστα ήταν παντρεμένος με Γερμανίδα. Κατ’επέκταση μπορεί κανείς να εικάσει ότι η παρουσία διερμηνέων στις πολιτικές συναντήσεις Ελλήνων και Γερμανών δεν ήταν πάντα απαραίτητη, καθώς οι Έλληνες αξιωματούχοι ήταν οι ίδιοι γνώστες της γερμανικής γλώσσας. Σε αυτήν την περίπτωση ωστόσο θα γινόταν λόγος για μια κατηγορία διερμηνέων διαφορετική από αυτήν των διερμηνέων πολέμου….

 

Ποια ήταν τα κίνητρά τους;

Όπως σχεδόν σε κάθε πόλεμο, έτσι και στην περίπτωση της των διερμηνέων που έδρασαν κατά την περίοδο της Κατοχής, συνυπήρχαν πολιτικοί και ιδεολογικοί παράγοντες που επηρέασαν την απόφαση αυτών των ανθρώπων να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο επάγγελμα. Κάποιοι από τους εν λόγω διερμηνείς ήταν ήδη υποστηρικτές του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος του Γ’ Ράιχ και δήλωσαν αμέσως την προθυμία τους να συνδράμουν τους κατακτητές, παρέχοντας τους τις προαναφερθείσες υπηρεσίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα διερμηνέα που παρακινήθηκε από ιδεολογικά κίνητρα ήταν ο Βασίλειος Έξαρχος, ένας Θεολόγος και οπαδός του Χίτλερ από τη Θεσσαλονίκη. Ποια ήταν τα κίνητρά τους;

Όπως σχεδόν σε κάθε πόλεμο, έτσι και στην περίπτωση της των διερμηνέων που έδρασαν κατά την περίοδο της Κατοχής, συνυπήρχαν πολιτικοί και ιδεολογικοί παράγοντες που επηρέασαν την απόφαση αυτών των ανθρώπων να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο επάγγελμα. Κάποιοι από τους εν λόγω διερμηνείς ήταν ήδη υποστηρικτές του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος του Γ’ Ράιχ και δήλωσαν αμέσως την προθυμία τους να συνδράμουν τους κατακτητές, παρέχοντας τους τις προαναφερθείσες υπηρεσίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διερμηνέα που παρακινήθηκε από ιδεολογικά κίνητρα ήταν ο Βασίλειος Έξαρχος, ένας Θεολόγος και οπαδός του Χίτλερ από τη Θεσσαλονίκη….

Πρέπει να προστεθεί ωστόσο ότι και ο πατριωτισμός αποτέλεσε επίσης ιδεολογικό κίνητρο για να «συνεργαστούν» ορισμένοι Έλληνες με τις δυνάμεις του Άξονα προκειμένου να συγκαλύψουν την πραγματική αντιστασιακή τους δράση. Η διερμηνεία λειτουργούσε στην ουσία ως προσωπείο προς κάλυψη των κατασκοπευτικών δραστηριοτήτων πολλών διερμηνέων, καθώς η ιδιότητα αυτή τους παρείχε πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες των κατακτητών. Πολλές φορές οι διερμηνείς ήταν παρόντες σε μυστικές συναντήσεις και συζητήσεις αξιωματούχων των γερμανικών δυνάμεων, καθώς οι Γερμανοί τους θεωρούσαν συχνά έμπιστούς τους ή καλούνταν να μεταφράσουν εμπιστευτικά έγγραφα.

Έτσι μπορούσαν να συλλέξουν έναν μεγάλο όγκο χρήσιμων πληροφοριών και να τις προωθήσουν στις αντιστασιακές ομάδες της περιοχής ή να προειδοποιήσουν τους συνανθρώπους τους για συλλήψεις ή ενέδρες.Πρέπει να προστεθεί ωστόσο ότι και ο πατριωτισμός αποτέλεσε επίσης ιδεολογικό κίνητρο για να «συνεργαστούν» ορισμένοι Έλληνες με τις δυνάμεις του Άξονα προκειμένου να συγκαλύψουν την πραγματική αντιστασιακή τους δράση.

Η διερμηνεία λειτουργούσε στην ουσία ως προσωπείο προς κάλυψη των κατασκοπευτικών δραστηριοτήτων πολλών διερμηνέων, καθώς η ιδιότητα αυτή τους παρείχε πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες των κατακτητών. Πολλές φορές οι διερμηνείς ήταν παρόντες σε μυστικές συναντήσεις και συζητήσεις αξιωματούχων των γερμανικών δυνάμεων, καθώς οι Γερμανοί τους θεωρούσαν συχνά έμπιστούς τους ή καλούνταν να μεταφράσουν εμπιστευτικά έγγραφα.

Έτσι μπορούσαν να συλλέξουν έναν μεγάλο όγκο χρήσιμων πληροφοριών και να τις προωθήσουν στις αντιστασιακές ομάδες της περιοχής ή να προειδοποιήσουν τους συνανθρώπους τους για συλλήψεις ή ενέδρες….

 

Η ιδιότητα του διερμηνέα ήταν τις περισσότερες φορές απλά μία κάλυψη για την πραγματική δραστηριότητα των διερμηνέων, δηλαδή την κατασκοπεία. Αυτή η τακτική ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη στην περίπτωση πολλών διπλών πρακτόρων.

Μάλιστα ο Γερμανός ταγματάρχης και σοσιαλδημοκράτης Georg Eckert, ο οποίος είχε διοριστεί στη Θεσσαλονίκη και κατά τη διάρκεια της θητείας του είχε συνδράμει αρκετούς Έλληνες και Εβραίους, είχε επίσης αξιοποιήσει αυτήν την τακτική. Συγκεκριμένα είχε διορίσει εν γνώσει του ορισμένους από τους Έλληνες συνεργάτες και ομοϊδεάτες του, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην Αντίσταση, ως μεταφραστές στο ναυτικό και μετεωρολογικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, όπου και ήταν διευθυντής.

Ένας επιπρόσθετος λόγος που αιτιολογεί την ενασχόληση των συγκεκριμένων Ελλήνων με τη διερμηνεία ήταν ο αγώνας για επιβίωση. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι οι κατακτητές είχαν αναγνωρίσει αυτήν την ανάγκη και την εκμεταλλεύονταν υποσχόμενοι στους ντόπιους προνόμια (χρήματα, τρόφιμα, ευνοϊκότερη μεταχείριση κλπ.) προκειμένου να τους πείσουν να συνεργαστούν μαζί τους σε διάφορα πόστα, μεταξύ άλλων και ως διερμηνείς.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκαν επίσης άτομα, τα οποία αρχικά είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς ή είχαν προσληφθεί από αυτούς και στην πορεία πέρασαν στο στρατόπεδο της Αντίστασης. Η δυσπιστία ντόπιων και κατακτητών Ωστόσο, το γεγονός ότι οι διερμηνείς προσλαμβάνονταν από τους κατακτητές και εργάζονταν για λογαριασμό τους δεν εξασφάλιζε απαραίτητα την εμπιστοσύνη των δεύτερων απέναντι στους πρώτους.

Η δυσπιστία απέναντι στους διερμηνείς ήταν ένα γενικότερο φαινόμενο το οποίο δεν επηρεαζόταν πάντα από την εθνικότητα του εκάστοτε διερμηνέα.

Ένα λογικό συμπέρασμα που θα μπορούσε κανείς να εξάγει θα ήταν ότι οι Γερμανοί φυσικά θα προτιμούσαν τους ομοεθνείς και ομοϊδεάτες τους παρά τους Έλληνες για το ρόλο του διερμηνέα. Απεναντίας, ο Φουρτούνας σχολιάζει συγκεκριμένα το παράδειγμα ενός γερμανού αρχαιολόγου, ο οποίος ήθελε να προσφέρει οικειοθελώς τις υπηρεσίες του ως διερμηνέας, αλλά οι Γερμανοί τον απέρριψαν και προτίμησαν να απευθυνθούν στοv συγγραφέα και τις αδερφές του.

Οι κατακτητές επεδίωκαν γενικώς να κερδίσουν την εύνοια των καλών οικογενειών κάθε περιοχής, θεωρώντας πως έτσι θα μπορούν να επιβληθούν πιο εύκολα και στους υπόλοιπους κατοίκους. Παραδόξως, υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες η απασχόληση ως διερμηνέας ερμηνευόταν από τους ίδιους τους κατακτητές ως ένδειξη αφοσίωσης προς το πρόσωπό τους, κυρίως δε όταν οι διερμηνείς κατάγονταν από ευκατάστατες οικογένειες ή κατείχαν κοινωνικό κύρος.

Συγκεκριμένα, οι γερμανοί αξιωματικοί ήταν της άποψης ότι άτομα με τέτοιου είδους ανατροφή θα συμμερίζονταν τα ιδανικά τους και δεν θα πρόδιδαν την «τάξη τους», δηλαδή τους αριστοκράτες, και επομένως θα έμεναν πιστοί στις δυνάμεις του Άξονα.

Είναι πασιφανές βέβαια πόσο εύκολος ήταν και εξακολουθεί να είναι ο συσχετισμός των διερμηνέων πολέμου με τον εχθρό και ο στιγματισμός τους ως προδότες και δωσίλογους. Οι διερμηνείς στην εξεταζόμενη περίοδο της ελληνικής ιστορίας δεν αποτέλεσαν εξαίρεση από αυτή τη διαπίστωση.

Στον «Νόμο για τους προδότες» που δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα Ριζοσπάστης την 26η Οκτωβρίου 1944 ορίζεται ότι «θα δικασθούν όλοι οι εγκληματίες, καταδότες, πράκτορες, κατάσκοποι, πεμπτοφαλαγγίτες, προμηθευτές, δημόσιοι υπάλληλοι και όλοι γενικώς όσοι βοήθησαν τον εχθρό ή έβλαψαν το λαό».

Η ιδιότητα του διερμηνέα ήταν τις περισσότερες φορές απλά μία κάλυψη για την πραγματική δραστηριότητα των διερμηνέων, δηλαδή την κατασκοπεία. Αυτή η τακτική ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένη στην περίπτωση πολλών διπλών πρακτόρων.

Μάλιστα ο Γερμανός ταγματάρχης και σοσιαλδημοκράτης Georg Eckert, ο οποίος είχε διοριστεί στη Θεσσαλονίκη και κατά τη διάρκεια της θητείας του είχε συνδράμει αρκετούς Έλληνες και Εβραίους, είχε επίσης αξιοποιήσει αυτήν την τακτική. Συγκεκριμένα είχε διορίσει εν γνώσει του ορισμένους από τους Έλληνες συνεργάτες και ομοϊδεάτες του, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην Αντίσταση, ως μεταφραστές στο ναυτικό και μετεωρολογικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, όπου και ήταν διευθυντής. Ένας επιπρόσθετος λόγος που αιτιολογεί την ενασχόληση των συγκεκριμένων Ελλήνων με τη διερμηνεία ήταν ο αγώνας για επιβίωση. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι οι κατακτητές είχαν αναγνωρίσει αυτήν την ανάγκη και την εκμεταλλεύονταν υποσχόμενοι στους ντόπιους προνόμια (χρήματα, τρόφιμα, ευνοϊκότερη μεταχείριση κλπ.) προκειμένου να τους πείσουν να συνεργαστούν μαζί τους σε διάφορα πόστα, μεταξύ άλλων και ως διερμηνείς.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκαν επίσης άτομα, τα οποία αρχικά είχαν συνεργαστεί με τους Γερμανούς ή είχαν προσληφθεί από αυτούς και στην πορεία πέρασαν στο στρατόπεδο της Αντίστασης.

Η δυσπιστία ντόπιων και κατακτητών Ωστόσο, το γεγονός ότι οι διερμηνείς προσλαμβάνονταν από τους κατακτητές και εργάζονταν για λογαριασμό τους δεν εξασφάλιζε απαραίτητα την εμπιστοσύνη των δεύτερων απέναντι στους πρώτους. Η δυσπιστία απέναντι στους διερμηνείς ήταν ένα γενικότερο φαινόμενο το οποίο δεν επηρεαζόταν πάντα από την εθνικότητα του εκάστοτε διερμηνέα. Ένα λογικό συμπέρασμα που θα μπορούσε κανείς να εξάγει θα ήταν ότι οι Γερμανοί φυσικά θα προτιμούσαν τους ομοεθνείς και ομοϊδεάτες τους παρά τους Έλληνες για το ρόλο του διερμηνέα. Απεναντίας, ο Φουρτούνας σχολιάζει συγκεκριμένα το παράδειγμα ενός γερμανού αρχαιολόγου, ο οποίος ήθελε να προσφέρει οικειοθελώς τις υπηρεσίες του ως διερμηνέας, αλλά οι Γερμανοί τον απέρριψαν και προτίμησαν να απευθυνθούν στοv συγγραφέα και τις αδερφές του.

Οι κατακτητές επεδίωκαν γενικώς να κερδίσουν την εύνοια των καλών οικογενειών κάθε περιοχής, θεωρώντας πως έτσι θα μπορούν να επιβληθούν πιο εύκολα και στους υπόλοιπους κατοίκους. Παραδόξως, υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες η απασχόληση ως διερμηνέας ερμηνευόταν από τους ίδιους τους κατακτητές ως ένδειξη αφοσίωσης προς το πρόσωπό τους, κυρίως δε όταν οι διερμηνείς κατάγονταν από ευκατάστατες οικογένειες ή κατείχαν κοινωνικό κύρος.

Συγκεκριμένα, οι γερμανοί αξιωματικοί ήταν της άποψης ότι άτομα με τέτοιου είδους ανατροφή θα συμμερίζονταν τα ιδανικά τους και δεν θα πρόδιδαν την «τάξη τους», δηλαδή τους αριστοκράτες, και επομένως θα έμεναν πιστοί στις δυνάμεις του Άξονα. Είναι πασιφανές βέβαια πόσο εύκολος ήταν και εξακολουθεί να είναι ο συσχετισμός των διερμηνέων πολέμου με τον εχθρό και ο στιγματισμός τους ως προδότες και δωσίλογους.

Οι διερμηνείς στην εξεταζόμενη περίοδο της ελληνικής ιστορίας δεν αποτέλεσαν εξαίρεση από αυτή τη διαπίστωση. Στον «Νόμο για τους προδότες» που δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα Ριζοσπάστης την 26η Οκτωβρίου 1944 ορίζεται ότι «θα δικασθούν όλοι οι εγκληματίες, καταδότες, πράκτορες, κατάσκοποι, πεμπτοφαλαγγίτες, προμηθευτές, δημόσιοι υπάλληλοι και όλοι γενικώς όσοι βοήθησαν τον εχθρό ή έβλαψαν το λαό»….

Τα μέλη της κατοχικής κυβέρνησης χαρακτηρίζονταν επίσης ως προδότες. Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος για παράδειγμα δεν υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στους Έλληνες, όχι μόνο επειδή ήταν πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης που είχε διοριστεί από τους κατακτητές, αλλά λόγω και των ιδιαίτερων δεσμών του με τη Γερμανία. Όπως έχει προαναφερθεί, η εκπαίδευσή του, ο γάμος του και φυσικά η πολιτική του καριέρα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτήν τη χώρα.

Πολλοί Έλληνες διερμηνείς είχαν παρόμοια αντιμετώπιση, ενώ σε πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές σκιαγραφούνται μάλιστα ως διεφθαρμένοι. Πέρα από το έγκλημα του δωσιλογισμού υπήρχε και η λεγόμενη «εθνική αναξιότητα», η οποία υπαγόταν στην κατηγορία του πλημμελήματος. Σε αυτήν ανήκαν αδικήματα λιγότερο σοβαρά σε σχέση με τον δωσιλογισμό, τα οποία όμως δεν έπαυαν να θεωρούνται συνεργασία με τον εχθρό και κατ’επέκταση ανάξια ενός Έλληνα και προσβλητικά για την εθνική αξιοπρέπεια, εξού και ο χαρακτηρισμός «εθνική αναξιότητα».

Σε αυτό το σημείο λοιπόν τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι διερμηνείς ανήκαν στις προαναφερθείσες κατηγορίες των προδοτών (π.χ. στην κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων) και βάσει ποιον κριτηρίων αξιολογήθηκε η συμπεριφορά τους ως δωσιλογισμός.Τα μέλη της κατοχικής κυβέρνησης χαρακτηρίζονταν επίσης ως προδότες. Ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος για παράδειγμα δεν υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητός στους Έλληνες, όχι μόνο επειδή ήταν πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης που είχε διοριστεί από τους κατακτητές, αλλά λόγω και των ιδιαίτερων δεσμών του με τη Γερμανία. Όπως έχει προαναφερθεί, η εκπαίδευσή του, ο γάμος του και φυσικά η πολιτική του καριέρα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτήν τη χώρα. Πολλοί Έλληνες διερμηνείς είχαν παρόμοια αντιμετώπιση, ενώ σε πολλές βιβλιογραφικές παραπομπές σκιαγραφούνται μάλιστα ως διεφθαρμένοι.

Πέρα από το έγκλημα του δωσιλογισμού υπήρχε και η λεγόμενη «εθνική αναξιότητα», η οποία υπαγόταν στην κατηγορία του πλημμελήματος. Σε αυτήν ανήκαν αδικήματα λιγότερο σοβαρά σε σχέση με τον δωσιλογισμό, τα οποία όμως δεν έπαυαν να θεωρούνται συνεργασία με τον εχθρό και κατ’επέκταση ανάξια ενός Έλληνα και προσβλητικά για την εθνική αξιοπρέπεια, εξού και ο χαρακτηρισμός «εθνική αναξιότητα». Σε αυτό το σημείο λοιπόν τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι διερμηνείς ανήκαν στις προαναφερθείσες κατηγορίες των προδοτών (π.χ. στην κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων) και βάσει ποιον κριτηρίων αξιολογήθηκε η συμπεριφορά τους ως δωσιλογισμός….
Το επάγγελμα φάντασμα

Παραδόξως, πέρα από την ασαφή περιγραφή της δραστηριότητας των διερμηνέων στο πλαίσιο των νόμων για τους προδότες δεν γίνεται γενικότερα συχνή αναφορά στο συγκεκριμένο επάγγελμα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μέχρι στιγμής μόνο μία περίπτωση διερμηνέα, ο οποίος καταδικάστηκε μετά την Κατοχή, είναι γνωστή και σχετίζεται με τη γνωστή «υπόθεση Μέρτεν». Τις περισσότερες φορές οι διερμηνείς καλούνταν ως μάρτυρες στο δικαστήριο, ενώ οι περιπτώσεις που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής και στις οποίες ο διερμηνέας εκτέλεσε όντως τα καθήκοντα του διερμηνέα στη δίκη είναι ελάχιστες. Επίσης, σε πολλές δίκες εναντίον γερμανών εγκληματιών πολέμου, όπου η επίσημη γλώσσα της δίκης ήταν προφανώς η ελληνική, δεν παρίσταντο διερμηνείς, αλλά γερμανοί δικηγόροι, οι οποίοι πέρα από την υπεράσπιση αναλάμβαναν και τη διερμηνεία. Το επάγγελμα φάντασμα Παραδόξως, πέρα από την ασαφή περιγραφή της δραστηριότητας των διερμηνέων στο πλαίσιο των νόμων για τους προδότες δεν γίνεται γενικότερα συχνή αναφορά στο συγκεκριμένο επάγγελμα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μέχρι στιγμής μόνο μία περίπτωση διερμηνέα, ο οποίος καταδικάστηκε μετά την Κατοχή, είναι γνωστή και σχετίζεται με τη γνωστή «υπόθεση Μέρτεν».

Τις περισσότερες φορές οι διερμηνείς καλούνταν ως μάρτυρες στο δικαστήριο, ενώ οι περιπτώσεις που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής και στις οποίες ο διερμηνέας εκτέλεσε όντως τα καθήκοντα του διερμηνέα στη δίκη είναι ελάχιστες. Επίσης, σε πολλές δίκες εναντίον γερμανών εγκληματιών πολέμου, όπου η επίσημη γλώσσα της δίκης ήταν προφανώς η ελληνική, δεν παρίσταντο διερμηνείς, αλλά γερμανοί δικηγόροι, οι οποίοι πέρα από την υπεράσπιση αναλάμβαναν και τη διερμηνεία….

Προδότες;

Συνοψίζοντας υπάρχει πληθώρα λόγων και συνθηκών που οδήγησαν τους διερμηνείς της εξεταζόμενης περιόδου στην άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος.

Δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι ανεξαιρέτως ήρωες ή προδότες, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο και δεν θα ανταποκρινόταν στην ιστορική πραγματικότητα. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της υποκειμενικότητας, κάθε περίπτωση διερμηνέα που δραστηριοποιήθηκε την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα και λαμβάνοντας υπόψιν κοινωνικοπολιτικούς, ιστορικούς, αλλά και προσωπικούς παράγοντες.

*Η Ιουλιάνα Ζήση-Τέγου είναι Μ.Α. Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Johannes-Gutenberg του Μάιντς Προδότες; Συνοψίζοντας υπάρχει πληθώρα λόγων και συνθηκών που οδήγησαν τους διερμηνείς της εξεταζόμενης περιόδου στην άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλοι ανεξαιρέτως ήρωες ή προδότες, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο και δεν θα ανταποκρινόταν στην ιστορική πραγματικότητα. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της υποκειμενικότητας, κάθε περίπτωση διερμηνέα που δραστηριοποιήθηκε την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα και λαμβάνοντας υπόψιν κοινωνικοπολιτικούς, ιστορικούς, αλλά και προσωπικούς παράγοντες.

Το κείμενο είναι της αναγνώστριάς μας Ιουλιάνας Ζήση-Τέγου …

 

*Η Ιουλιάνα Ζήση-Τέγου είναι Μ.Α. Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Johannes-Gutenberg του Μάιντς…

.mixanitouxronou.