ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Οι δίκες των σουμπεριτών

Μια φορά και ένα καιρό ο τόπος μας δοκιμάστηκε πολύ, 

Πως ξένοι ήρθαν και πατήσανε απρόσκλητοι και με τη βία τα χώματα του. Πως οι ξένοι αυτοί, σαν ξένοι που ήταν νοιάστηκαν για τα δικά τους συμφέροντα  και μόνο. Πως για να υπηρετηθούν αυτά τα συμφέροντα έπρεπε ο λαός που κατοικούσε σε αυτόν τον τόπο να λησμονήσει  το παρελθόν του και να συμμορφωθεί σε ένα παρών που ούτε το έφτιαξε  ούτε το όριζε ο ίδιος. Πως υπήρξαν πολλοί που δέχτηκαν να συμμορφωθούν. Πως υπήρξαν λίγοι, πολύ –πολύ λίγοι, που δεν δέχτηκαν για πολλούς και διάφορους λόγους .Πως υπήρξαν επίσης  λίγοι , πολύ – πολύ λίγοι ,που την προσαρμογή τους την εξαργύρωσαν με διάφορα οφέλη. Πως ανάμεσα στους δεύτερους και τους τρίτους άνοιξε ένα χάσμα βαθύ που ήταν η αρχή ενός μεγάλου κύκλου αίματος.

(καπετάν Xαράλαμπος Γιανναδάκης)

TO ΧΑΤΙΡΙ

Μετά την είσοδο των αντάρτικων ομάδων στην πόλη του Ηρακλείου οι περισσότεροι αντάρτες  και κυρίως της αντάρτικης  ομάδας «Σατανά» του Κρουσώνα μην υπακούοντας στης εντολές της στρατιωτικής διοίκησης, εκτελούσαν ανηλεώς όσους δοσίλογους έπεφταν στα χέρια τους . Κατά την διάρκεια των υποτυπωδώνανταρτοδικείων  κάνανε το λεγόμενο «χατίρι», δηλαδή άφηναν τους γκεσταπίτες να διαλέξουν μόνοι τους τον τρόπο που θα τους φόνευαν. Σύμφωνα με την αφήγηση του καπετάν X Γιανναδάκη οι περισσότεροι προτίμησαν τον τουφεκισμό με πυροβόλο.

Πως κρύφτηκε το αυγό του φιδιού.

Γενική ήταν η απαίτηση, μετά τον τερματισμό του πολέμου και τη συντριβή του άξονα, για απόδοση δικαιοσύνης, κάτι ασφαλώς, που σήμαινε την τιμωρία όσων εγκλημάτησαν σε βάρος του ελληνικού λαού, είτε ανήκαν στην πλευρά των κατακτητών, είτε ήσαν ντόπιοι «δωσίλογοι». Την απαίτηση αυτή εξέφραζε η λίαν επείγουσα διαταγή του υφυπουργού στρατιωτικών Λεωνίδα Σπαή με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 1945, με αποδέκτες «άπασας τας στρατιωτικάς αρχάς» και θέμα «περί εξακριβώσεως εγκληματιών πολέμου και καταρτίσεως πινάκων». Σύμφωνα με τη διαταγή «εντός διμήνου το βραδύτερον από λήψεως» έπρεπε να έχουν συνταχθεί οι πίνακες των εγκληματιών πολέμου που θα βασίζονταν «επί θετικών και πλήρως εξακριβωμένων στοιχείων». Το υλικό που προέκυψε από τις ανακρίσεις ήταν σημαντικό, δεν αξιοποιήθηκε όμως ούτε κατ’ ελάχιστο

Μετά την κατοχή συστήθηκε στην Ελλάδα Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου (συντ. πράξεις 73 και 90/1945) με σκοπό να δικάσει τους εγκληματίες πολέμου, από την αρμόδια Συμμαχική Επιτροπή ζητήθηκε να εκδοθούν 1.127 Γερμανοί, 470 Ιταλοί, 242 Βούλγαροι και 410 Αλβανοί της Τσαμουριάς. Οι σύμμαχοι ανέκριναν και παρέδωσαν οχτώ Γερμανούς μόνο, ενώ συνελήφθη και ο γερμανός υπαξιωματικός Φριτς Σούμπερτ που υπηρέτησε στην Κρήτη και τη Μακεδονία από τον Αύγουστο 1941 ώς το Σεπτέμβριο 1944.Στο διάστημα αυτό σκότωσε, είτε ο ίδιος με πιστόλι, μαχαίρι ή ρόπαλο είτε δίδοντας εντολή στο διαβόητο τάγμα του, 271 αμάχους .Κανείς από τους «αιμοβόρους κτηνάνθρωπους» του «Σώματος Κυνηγών» δεν εκτελέστηκε. Από τους46 Κρουσανιώτες μόνο έξι εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, ενώ αποδόθηκαν απογοητευτικά μικρές ποινές για Κρήτες (και κυρίως για Μακεδόνες) Σουμπερίτες .

Μετά το 1945, η Τσεχοσλοβακία καταδίκασε16.000 γερμανούς εγκληματίες πολέμου, η Πολωνία 5,350, η Γιουγκοσλαβία 120 και η Ελλάδα 18 (εκ των οποίων οι 15 αφέθηκαν ελεύθεροι στη διετία).

Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην Ελλάδα (Δεκεμβριανά – εμφύλιος), δεν επέτρεψαν απονομή πραγματικής δικαιοσύνης για Έλληνες και ξένους εγκληματίες. Επίσης, η σκοπιμότητα της εξομάλυνσης των σχέσεων της χώρας μας με την τότε Δυτική Γερμανία οδήγησε γρήγορα στη παύση των διώξεων (Ιανουάριος 1959)

To εμφυλιοπολεμικό κλίμα δημιούργησε σοβαρά προβλήματα για όσους κλητεύονταν να μαρτυρήσουν εναντίον δωσιλόγων και συνεργατών του εχθρού. Εκτός από το φόβο ότι μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αριστεροί ή κομμουνιστές ,το γεγονός ότι πολλοί δωσίλογοι είτε απαλλάσσονταν είτε αποφυλακίζονταν χωρίς να εκτίσουν την επιβληθείσα ποινή για να ενταχθούν στις διάφορες κρατικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, είχε αρνητική επίδραση ώστε πολλοί να μην παρουσιάζονται στις δίκες, όταν κλητεύονταν Τελικά, η καθαρόαιμη Νέμεσις εξαντλήθηκε σε μερικά άγρια περιστατικά αυτοδικίας (η παρατήρηση «εσφάγη από αντάρτες» δεν είναι lapsus calami) στην Κρήτη. Στην περιοχή που ταυτίστηκε περισσότερο Ο Σούμπερτ ως Δρεπανηφόρος Χάρος. στις συνειδήσεις με την ασυμβίβαστη αντικατοχική στάση, η εφαρμογή του παραδοσιακού νόμου ανάγκασε ουσιαστικά και τα δικαστήρια Χανίων και Ηρακλείου να ποιήσουν την ανάγκη φιλοτιμία επιδικάζοντας τη θανατική ποινή σε πολλούς «ερήμην» δικασθέντες (μάλλον με τη λογική ότι, αφού δεν ήρθαν στο δικαστήριο, θα είναι ήδη νεκροί ή θα πεθάνουν έτσι κι αλλιώς. Οι χειρότεροι του Σώματος Σούμπερτ, όπως οι αρχιεκτελεστές Τζουλιάς, Γερμανάκης και Καπετανάκης διέφυγαν τη Νέμεση και πέθαναν από φυσικά αίτια (πλην του τελευταίου που αυτοκτόνησε στο εξωτερικό).

 Πολλοί κρητικοί σουμπερίτες εκτελέστηκαν κυρίως από τους αντάρτες της ΕΟΚ και σε ορισμένες περιπτώσεις λειτούργησε η οικογενειακή ευθύνη (πχ η μεγάλη οικογένεια Τζουλιά από τον Κρουσώνα αφανίστηκε σχεδόν ολόκληρη) με την εκδήλωση της βεντέτας.

Άλλοι καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο και για τους περισσότερους αγνοείται η τύχη τους, υπάρχουν ενδείξεις πως διέφυγαν στο εξωτερικό, στη Γερμανία και στο Βέλγιο (ένας από τους Τζουλιάδες) ή κατέφυγαν σε άλλες πόλεις της Ελλάδας αλλάζοντας και τα ονόματά τους.

Ο Ιωάννης Επανωμεριτάκης ή “Κουτούκος” επέζησε από πολλές απόπειρες εναντίον του, εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος και πέθανε πλήρης ημερών το 2009.

Άλλοι κατέφυγαν στην Αθήνα όπως ο Ιωάννης Ιερωνυμίδης αλλά και το πρωτοπαλίκαρο του Σούμπερτ ο διαβόητος Γεώργιος Γερμανάκης.

Ένας άλλος, ο Δημήτρης Χριστοδουλάκης ή “Στιβακτάκης” κατέφυγε σε ένα κράτος της Αφρικής όπου άνοιξε ένα… εργοστάσιο κατασκευής σκοινιών.

Ο Γεώργιος Αμπαδιωτάκης δεν ήταν τόσο τυχερός, εκτελέστηκε από αντάρτες στην… Αργεντινή.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση του Νικόλαου Μπαλτζάκη.

Είχε εκπαιδευτεί στη Μέση Ανατολή σαν σαμποτέρ αλλά αργότερα μπήκε στο τάγμα του Σούμπερτ. Όμως ο άγγλος πράκτορας Τομ Ντανμπάμπιν διέταξε την εκτέλεσή του από τους άνδρες της ΕΟΚ.

Η μοναδική περίπτωση σουμπερίτη που εκτελέστηκε από την πολιτεία είναι ο Νικόλαος Μανουσάκης, πρόεδρος της κοινότητας Λαράνι Μονοφατσίου.

Όσον αφορά την εντόπιση των δικογραφιών από τη δίκη του Σούμπερτ στην Ελλάδα, ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, ο οποίος έχει εξαντλητικά ερευνήσει το ζήτημα, ανακάλυψε ότι «τα περισσότερα κρατικά ελληνικά έγγραφα περί εγκληματιών πολέμου πολτοποιήθηκαν το 1975 με την έγκριση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης!». Όσον αφορά τις δικογραφίες δωσιλόγων του Ειδικού Δικαστηρίου Ηρακλείου, λίγο μετά την καταστροφή των φακέλων στη Χαλυβουργική το 1989 από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηρακλείου Α. Αυγουλέας έντεχνα διέδωσε ότι κατ’ εντολήν του το αρχείο δωσιλόγων Ηρακλείου καταστράφηκε, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είχε μεταφερθεί σε κάποια αποθήκη του Πρωτοδικείου.  Μόλις το 2009, κατόπιν αδείας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, στον Παναγιώτη Λάμπρου, μεταπτυχιακό φοιτητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, και ύστερα από πιέσεις από ανώτερη δικαστική αρχή, επιτράπηκε η πρόσβαση σε αυτό. Το αρχείο αποτελεί θησαυρό δικογράφων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και πολλά αναφερόμενα σε δίκες Σουμπεριτών που είχαν υπηρετήσει στην Κρήτη και στη Μακεδονία. Το αρχείο δωσιλόγων σήμερα φυλάσσεται στα ΓΑΚ Ηρακλείου.

Αναφέρονται οι ΠΗΓΕΣ

Καπεταν Χαράλαμπου Γιανναδάκη «Απομνημονεύματα» έκδοση 1987

«Αναμνήσεις από τα περασμένα» έκδοση 1995

Θανάση Σ. Φωτίου «Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»  

Αλέξανδρος Ασωνίτης, «Σας αρέσει ο κ. Σούμπερτ;», Ελευθεροτυπία,

Γεώργιος Κάββος, «Γερμανο-Ιταλική κατοχή και αντίσταση Κρήτης,» 1941-1945, 

Χάγκεν Φλάισερ  «ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ»

IScreta.gr