ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι περιβόητοι ληστές Ρετζαίοι

Τα ξημερώματα της 5ης Μαρτίου 1930, στον ανοικτό χώρο έξω από το φρούριο της Κέρκυρας έγινε η εκτέλεση με τυφεκισμό έξι πέντε εγκληματιών για την περιβόητη ληστεία της Πέτρας που είχε γίνει τέσσερα χρόνια νωρίτερα λίγο έξω από την Πρέβεζα. Ανάμεσα στους πέντε εκτελεσμένους ήταν και οι αδερφοί, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέτζος που η ληστρική τους δράση άφησε εποχή. Η ζωή των περιβόητων Ρετζαίων που όπου εμφανίζονταν κατέφθαναν πλήθη κόσμου να τους δουν είτε για να τους επευφημίσουν είτε για να τους γιουχάρουν, θα μπορούσε άνετα να γίνει Χολυγουντιανή ταινία.

Ξεκίνησαν ως εκδικητές το 1917. Ο βοσκός πατέρας τους είχε δολοφονηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα και ο Γιάννης έμαθε τους δολοφόνους όταν υπηρετούσε φαντάρος. Λιποτάχτησε με τον οπλισμό του, γύρισε στο χωριό, πήρε τον αδερφό του, σκότωσαν τους φονιάδες και βγήκαν στο κλαρί ως κυνηγημένοι. Από το 1917 ως το 1924 έγιναν ο φόβος και ο τρόμος του ορεινού όγκου της Ηπείρου. Διέπραξαν δεκάδες δολοφονίες, ληστείες, εκβιασμούς, απαγωγές και εμπρησμούς.

Μεγαλέμποροι, κτηματίες, βιομήχανοι και γενικώς οι πλούσιοι της περιοχής έχασαν τον ύπνο τους. Οι Ρετζαίοι ήταν αποτελεσματικοί και κυρίως αδίστακτοι. Οι εφημερίδες της εποχής τους χρέωναν 47 φόνους, η χωροφυλακή πάνω από 80. Το 1924 ο δικτάτορας Πάγκαλος έβγαλε ένα διάταγμα που αμνήστευε ληστές οι οποίοι θα παραδίδονταν οικειοθελώς αφού κατέδιδαν ή σκότωναν άλλους ληστές. Οι Ρετζαίοι σκότωσαν τους δυο υπαρχηγούς της ίδιας τους της συμμορίας, Σινιόρη και Κοντογιώργη, πλήρωσαν αδρά τους κατάλληλους ανθρώπους και κατάφεραν να πάρουν αμνηστία.

Ήταν τόσο διαβόητοι, που όταν κατέβηκαν αμνηστευμένοι από το βουνό στα Γιάννενα, τους υποδέχτηκαν οι αρχές της πόλης, ο αρχηγός χωροφυλακής, ο δεσπότης και χιλιάδες κάτοικοι. Άρχισαν να ζουν ως μέλη της υψηλής κοινωνίας των Ιωαννίνων, ξοδεύοντας τεράστια ποσά από τα χρήματα που είχαν κερδίσει ως εγκληματίες. Ήταν τρελό, αλλά συνέβαινε. Πολύ γρήγορα άρχισαν να λειτουργούν ως μαφία. Η πόλη έπεσε στα χέρια τους, οι αρχές εξαγοράστηκαν ή βουβάθηκαν φοβισμένες.

Ο ένας αδερφός παντρεύτηκε μάλιστα την κόρη του πλουσιότερου Γιαννιώτη και ο άλλος ετοιμαζόταν να κατέβει για δήμαρχος. Ένας από τους δυο αδερφούς μάλιστα, για ένα διάστημα κατατάχθηκε στην αστυνομία και κυκλοφορούσε στους δρόμους με την στολή του εκπρόσωπου του νόμου. Όμως τον Ιούνιο του 1926, στην θέση Πέτρα έξω από την Πρέβεζα έγινε μια αιματηρή ληστεία που συντάραξε την Ελλάδα. Κάποιοι ληστές σταμάτησαν το αυτοκίνητο της χρηματαποστολής της Εθνικής Τράπεζας, έκλεψαν το μυθικό ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών και εκτέλεσαν εν’ ψυχρώ οκτώ άτομα.

Βούιξαν οι Αθηναϊκές εφημερίδες, ανέβηκε κλιμάκιο απ’ την πρωτεύουσα μαζί με στρατό, οπότε η τοπική αυτοκρατορία των Ρετζαίων κλονίστηκε. Έγιναν μαζικές συλλήψεις, οι χωροφύλακες άρχισαν να δέρνουν τους χωριάτες, μέχρι που ένας καλόγερος απ’ τον προφήτη Ηλία, ο παπα-Γιάννης ομολόγησε ότι οι ληστές είχαν σταθμεύσει στο μοναστήρι του και ότι αρχηγοί τους ήταν οι Ρετζαίοι. Όταν πήγαν να τους συλλάβουν, αυτοί είχαν εξαφανιστεί.

Όπως αποδείχτηκε αργότερα, πέρασαν στην Αλβανία, πλήρωσαν αδρά και έβγαλαν αλβανικά διαβατήρια, πέρασαν Ιταλία με πλοίο, από κει στην Σερβία με τραίνο, από κει με άλλα διαβατήρια στη Ρουμανία κι από κει στη Βάρνα της Βουλγαρίας. Άρχισαν να ασχολούνται με το εμπόριο σιταριού, όμως η Ελληνική χωροφυλακή που το ‘χε πάρει πατριωτικά κατάφερε να τους ξετρυπώσει.

Ήρθαν σιδηροδέσμιοι με τραίνο στην Ελλάδα, όπου σε κάθε σταθμό συνέρρεαν πλήθη κόσμου μήπως και αντικρύσουν τους διαβόητους φονιάδες. Η δίκη τους πήρε πανελλήνια δημοσιότητα, ενώ η εκτέλεση τους έγινε κρυφά για τον φόβο της δραπέτευσης. Φανταστείτε ότι τους μετέφεραν από τη φυλακή στο σκοπευτήριο με λιμουζίνες της εποχής για να μην υποπτευθεί κανείς ότι επρόκειτο γι αυτούς. Όταν πήγε ο παπάς να τους δώσει κουράγιο, ο Θύμιος του είπε «δεν είμαστε κορίτσα παπά να κλαίμε, ξέραμε πάντα τι θα γενεί στο τέλος.»