Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Ο Γερμανός γιατρός» της Σόφης Θεοδωρίδου

Γράφει η Βασιλική Μολφέση

 

Υπέροχο , καλογραμμένο και συγκινητικό είναι το νέο μυθιστόρημα της Σόφης Θεοδωρίδου με τίτλο «Ο Γερμανός γιατρός». Η υπόθεσή του αφορά τη ζωή δυο γυναικών, που η μοίρα ένωσε τους δρόμους τους, αδικημένες και οι δυο από τα σκληρά ήθη της εποχής, την αποδοκιμασία της κλειστής κοινωνίας και την τιμωρία από τις αυστηρές οικογένειές τους, κρύβοντας τα συναισθήματά τους, περνώντας το φόβο και τις κακουχίες στα χρόνια της Κατοχής και προσφέροντας ανακούφιση στα δύσκολα εκείνα χρόνια.

Ένα εξαιρετικά συγκινητικό βιβλίο στα σκληρά χρόνια του πολέμου, που διδάσκει ήθος, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και πως η ανθρωπιά δεν έχει πατρίδα και ούτε κάνει διαλείμματα σε καιρό πολέμου. Αυτό υιοθετεί και στη ζωή του ο Γερμανός γιατρός, τόσο στο Βερολίνο με την συνδρομή της συντρόφου του Μάρεν, φίλων του και του καθηγητή του, όσο και στο μικρό ελληνικό νησί που τον έστειλε η πατρίδα του να υπηρετήσει , που δεν ξέχασε πως είναι άνθρωπος, δεν ξεχώρισε εχθρούς και φίλους και με γενναιοδωρία, δοτικότητα , κι ευαισθησία έσκυβε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όλους, ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία και εθνικότητα. «Γι αυτόν κάθε άνθρωπος ήταν πλάσμα του Θεού που όφειλε να φροντίσει με αγάπη και αυτοθυσία».

Με υπέροχη γλαφυρή πένα η συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη στην εποχή και δίνει παραστατικότατα την εικόνα της , με θαυμάσιες περιγραφές της νησιώτικης ζωής με τα ήθη της εποχής, τις ασχολίες των κατοίκων, την αντίδραση τους απέναντι στον κατακτητή, τον φόβο, την αντίσταση , τις συνεργασίες και τις άγριες στιγμές των βομβαρδισμών και τη ζωή στο Βερολίνο επίσης με τις βαναυσότητες των Ναζί, την αντίσταση πολιτών και την τιμωρία τους σε θάνατο καθώς και των φόβων των γυναικών, Ελληνίδων και Γερμανίδων αλλά και όλων των άλλων κρατών που έμπλεξε αυτός ο αδυσώπητος πόλεμος, για την απώλεια αγαπημένων τους προσώπων.

Συγκινητικές κι έντονες σκηνές ξετυλίγονται μεταξύ των ηρώων με ανθρώπους να προσφέρονται να πάρουν τη θέση ανήμπορων συνανθρώπων τους στα καταναγκαστικά έργα που επέβαλαν οι Γερμανοί κατακτητές κι ας μην είχαν τις κατάλληλες αντοχές γιατί «χειρότερο κάτεργο είναι η συνείδηση. Κι αυτήν δεν μπορείς να την κάνεις ζάφτι», όπως έλεγε ο ξεχωριστός παππούς. Συγκινητικότατος επίσης είναι και ο επίλογος του βιβλίου με την αναγνώριση των υπηρεσιών των δυο γυναικών, ιδιαίτερα της Λήδας και με μια απροσδόκητη επίσκεψη στο νησί, τονίζοντας πως «οι άνθρωποι ξεχνάμε την κοινή καταγωγή μας και μπλέκουμε σε αιματηρές αντιπαραθέσεις, ενώ δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε αφού με τα ίδια πράγματα πονάμε, γελάμε, χαιρόμαστε». Και πως «η ιστορία δίδαξε ότι τα ανθρώπινα λάθη δεν είναι εγκλήματα καθώς τα αληθινά εγκλήματα τα έχει ζήσει στο πετσί του συλλήβδην ο ελληνικός λαός μέσα από τη βία, τους θανάτους και τις εκτελέσεις».