ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο ελληνικός σύλλογος που εκτελέστηκε από το κεμαλικό καθεστώς Θύματα ενός αδικαιολόγητου μίσους, όταν η πολιτική έκανε έφοδο στον αθλητισμό

Δεν είναι λίγα τα δείγματα τόσο του παρελθόντος όσο και πιο σύγχρονα, κατά τα οποία διάφορες πολιτικές δυνάμεις αυτού του πλανήτη και ειδικά κάποια απολυταρχικά καθεστώτα, χρησιμοποίησαν τον αθλητισμό ως μέσο προπαγάνδας στην κοινωνία που εξουσίαζαν, ή τουλάχιστον ευελπιστούσαν να εξουσιάσουν.

Δεν είναι λίγα τα μποϊκοτάζ αθλητών/χωρών από σπουδαίες διοργανώσεις, οι προπαγανδιστικές περιγραφές του αθλητικού τρόπου ζωής που… δικαιώνει το εκάστοτε σύστημα, αλλά και τα κρατικά προγράμματα χορήγησης αναβολικών για να έρθουν μεγάλες επιτυχίες. Η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού είναι μια βασική αιτία, αλλά όχι η μόνη. Και αυτό, γιατί η πολιτική έρχεται πολλές φορές να «τρυπώσει» με -πολλές φορές- δόλιο σκοπό και στόχο. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, υπέρ το δέον καταχρηστικά.

Όσον αφορά τη σημερινή εποχή, πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πόσο η πολιτική έχει μπει στο αθλητικό στάτους, αλλά και πόσο οι αθλητές ασκούν από την πλευρά τους πολιτική (σαν δράση που φέρνει αντίδραση), είναι οι ΗΠΑ. Εκεί, πολλοί επαγγελματίες αθλητές πήραν ξεκάθαρη θέση κατά των φαινομένων ρατσισμού, στα οποία έδινε «τροφή» η κυβέρνηση Τραμπ, με το γονάτισμα κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου. Ο Κόλιν Κάπερνικ ήταν αυτός που το έκανε, με ένα… τσουνάμι παρόμοιων αντιδράσεων να ακολουθεί.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτοί που πάνε κόντρα στην εξουσία του τόπου τους. Πολλοί αθλητές υπερασπίζονται -ηθελημένα ή μη- τις αποφάσεις πολιτικών ηγεσιών, εκδηλώνοντας τη στήριξή τους δημοσίως, κατά τη διάρκεια αθλητικών δρώμενων, ακόμη και σε διοργανώσεις διεθνούς απήχησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τους Τούρκους ποδοσφαιριστές, σε παιχνίδι της εθνικής τους ομάδας κόντρα στην Αλβανία, όπου προχώρησαν σε στρατιωτικό χαιρετισμό, σε μια κίνηση στήριξης για την πολεμική εισβολή που έκανε η χώρα τους στη Συρία.

Η παρεμβατικότητα του τουρκικού καθεστώτος στον αθλητισμό

Κάτι αντίστοιχο έπραξαν και οι παίκτες της εθνικής ομάδας χάντμπολ ανδρών της Τουρκίας, στην αποστολή της οποίας συμμετείχαν δύο αθλητές που έβγαζαν -μέχρι πρόσφατα- το ψωμί τους στην Ελλάδα. Ο λόγος για τον τερματοφύλακα Γιουνούς Οζμουσούλ που αγωνιζόταν στην ΑΕΚ, αλλά και τον Ίντερ Ντουρμούς Τινκίρ Αλί του Ολυμπιακού. Ο πρώτος αποτελεί πλέον παρελθόν από την Ένωση, η οποία έλυσε τη συνεργασία μαζί του, αφού πρώτα προχώρησε σε τρίμηνη διακοπή του συμβολαίου του, ενώ οι Πειραιώτες έβαλαν άμεσα τον αθλητή τους… στον πάγο και δεν υπολογίζουν στις υπηρεσίες του.

Αντίστοιχα, θέμα -αλλά από την ανάποδη- είχε και ο Κώστας Σλούκας, ο οποίος σε αγώνα της ομάδας του, Φενέρμπαχτσε (στο δυναμικό της οποίας ανήκει τα τελευταία έξι χρόνια), κόντρα στην Μπεσίκτας, δεν άγγιξε ένα πανό που κράτησαν οι συμπαίκτες του, με το οποίο οι Τούρκοι θέλησαν να τιμήσουν τον Κεμάλ Ατατούρκ, 81 χρόνια μετά το θάνατό του, το οποίο είχε επάνω του το μήνυμα «θυμόμαστε με νοσταλγία και σεβασμό». Ο Έλληνας διεθνής γκαρντ βρέθηκε σε δύσκολη θέση, αλλά φαίνεται πως η όλη ιστορία δεν του στοίχισε όσον αφορά τη συνέχιση της δικής του συνεργασίας με τον σύλλογο από την Κωνσταντινούπολη.

Παρόλα αυτά, εάν έκανε μια τέτοια κίνηση σε παλαιότερη εποχή, πιθανόν τα ζητήματα που θα είχε να αντιμετωπίσει, να ήταν πολύ πιο σοβαρά. Άλλωστε, ακόμη και τώρα, σε μια περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας που θεωρητικά είναι λιγότερο άγρια, ελέω και του πόσο γρήγορα μεταδίδονται οι ειδήσεις στα πέρατα του πλανήτη, από το καθεστώς του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν σοβαρά θέματα διάσημοι εκπρόσωποι του τουρκικού αθλητισμού, όπως οι Ένες Κάντερ και Χακάν Σουκούρ, οι οποίοι έχουν εκφράσει φόβους μέχρι και για τη ζωή τους.

Ο σύλλογος που… μπήκε στο μάτι του κεμαλικού καθεστώτος

Περίπου πριν από 100 χρόνια, το νήμα της ζωής είχε κοπεί απότομα για τα μέλη του αθλητικού συλλόγου Πόντος Μερζιφούντας, που εκτελέστηκαν στην Αμάσεια το 1921, καθώς το κλαμπ χαρακτηρίστηκε ως «επαναστατικό» από τις κεμαλικές Αρχές. Πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα για το πώς η πολιτική έπαιξε τραγικό ρόλο στα αθλητικά πεπραγμένα.

Ο Πόντος Μερζιφούντας ιδρύθηκε από μαθητές και αποφοίτους του κολεγίου Ανατόλια το 1903. Στη διοίκησή του συμμετείχαν τόσο οι μαθητές όσο και οι δάσκαλοι του εκπαιδευτικού ιδρύματος και η δραστηριότητά του αφορούσε τους τομείς του αθλητισμού, του πνεύματος και της τέχνης. Επίσης, ο σύλλογος διοργάνωνε ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, δημιούργησε μια εξαιρετική βιβλιοθήκη, ενώ το 1910 ανέλαβε την έκδοση του περιοδικού «Πόντος». Επίσης, διατηρούσε τμήμα μουσικής και από το 1913 ορχήστρα εγχόρδων, υπό τη διεύθυνση του Ν.Σ. Σειρηνίδη.

Οι αθλητές του συλλόγου φορούσαν φανέλες με οριζόντιες λευκές και γαλάζιες ρίγες, που θύμιζαν την ελληνική σημαία, με λευκά σορτσάκια. Στο στήθος είχαν ζωγραφισμένο το ελληνικό γράμμα «Π», ενώ στη σφραγίδα του κλαμπ απεικονίζονταν μια μπάλα, μια κουκουβάγια και μια λύρα, που αντιπροσωπεύουν την τριπλή του δράση σε αθλητισμό, γράμματα και μουσική.

Στις τελευταίες εκλογές που έγιναν το Μάιο του 1920, στο αξίωμα προέδρου αναδείχθηκε ο καθηγητής Δ. Θεοχαρίδης, στη θέση του αντιπροέδρου ο Χ. Ευσταθιάδης, γραμματέας ο Αν. Παυλίδης, ταμίας ο Σ. Ανανιάδης και υπεύθυνος για το αθλητικό τμήμα ο Γρ. Τσακάλωφ. Οκτώ μήνες αργότερα, όλοι τους συνελήφθησαν από τους Τούρκους ως «επαναστάτες» και με εξαίρεση τον Τσακάλωφ, ο οποίος ήταν Ρώσος πολίτης, θα έχαναν τη ζωή τους στην Αμάσεια το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1921.

Απαγχονισμός για τους «επαναστάτες» του Ανατόλια

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1921 οι Τούρκοι περικύκλωσαν το Ανατόλια. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα greek-genocide (ελληνική γενοκτονία) και σε αφιέρωμα για τον Συμεών Ανανιάδη, ο κεμαλικός στρατηγός, Γεμίλ Γιαχίντ, συνοδευόμενος από εκατοντάδες στρατιώτες εισήλθε στο κολέγιο και άρχισε να ψάχνει για όπλα και εκρηκτικές ύλες. Αφού δεν βρήκαν τίποτα, στη συνέχεια κατευθύνθηκαν στο γραφείο του προέδρου, Τζορτζ Γουάιτ. Εκεί εντόπισαν ένα χάρτη που απεικόνιζε την ιστορική περιοχή του Πόντου κατά την αρχαία και κλασική εποχή (500 και 200 ​​π.Χ.). Όλα τα ελληνικά βιβλία κατασχέθηκαν, με την αιτιολογία ότι ο σύλλογος ήταν… επαναστατικός.

Το επόμενο πρωί οι επικεφαλής του συλλόγου κλήθηκαν στην αίθουσα του προέδρου Γουάιτ και συνελήφθησαν. Στη συνέχεια εστάλησαν στην Αμάσεια για να δικαστούν, στα περίφημα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας, κάτι που σήμαινε μια σχεδόν σίγουρη θανατική ποινή, χωρίς την προοπτική μιας πραγματικής και αντικειμενικής δίκης. Ο Ανανιάδης, μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες και Αρμένιοους, βασανίστηκαν για μήνες πριν τους απαγχονίσουν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πριν κρεμαστεί, κατάφερε να φωνάξει έξι λέξεις: «Είμαι αθώος, ρωτήστε τον δρ. Γουάιτ».

Οι τουρκικές Αρχές ανάγκασαν το εκπαιδευτικό ίδρυμα να κλείσει οριστικά εκείνη τη χρονιά, αλλά στη συνέχεια άνοιξε ξανά το 1924, στη Θεσσαλονίκη αυτήν τη φορά, έπειτα από πρόσκληση του Ελευθερίου Βενιζέλου στον Τζορτζ Γουάιτ.

Για πάντα στην αιωνιότητα ως θύματα ενός αδικαιολόγητου μίσους

Η εικοσαετής δράση του συλλόγου της Μερζιφούντας άφησε έντονη μνήμη στους επιζήσαντες της ποντιακής γενοκτονίας. Το Δεκέμβριο του 2008 η Ποντιακή Αδελφότητα Αδελαΐδας, στην Αυστραλία, μαζί με τον ποδοσφαιρικό σύλλογο της αδελφότητας Ποντιακοί Αετοί, αποφάσισαν να τιμήσουν τη μνήμη των θυμάτων. Διοργάνωσαν έναν αγώνα με αντιπάλους μια μικτή επίλεκτων της Μελβούρνης, στον οποίο αγωνίστηκαν με την ιστορική ριγέ γαλανόλευκη φανέλα. Στη συνέχεια, τον Μάιο του 2009, διοργανώθηκε στην Καβάλα ματς μεταξύ ομάδας του ΠΣΑΠ και βετεράνων ποδοσφαιριστών της μακεδονικής πόλης, οι οποίοι αγωνίστηκαν με τα χρώματα του συλλόγου που είχε αυτό το τραγικό τέλος.

Επιπλέον, τον Μάιο του 2013 πραγματοποιήθηκε ένας αγώνας μεταξύ της εθνικής Ελλάδος του 2004, που σήκωσε την κούπα του Euro, κόντρα σε βετεράνους Πόντιους ποδοσφαιριστές, που φορούσαν τις εμφανίσεις του Πόντου Μερζιφούντας. Ο αγώνας ήταν κάτι παραπάνω από ξεχωριστός και έγινε στα πλαίσια της Γενοκτονίας των Ποντίων. Στο πρώτο ημίχρονο χρησιμοποίησαν τα γαλανόλευκα και στην επανάληψη τα πορτοκαλί. Στο στάδιο του Απόλλωνα Πόντου (γνωστού ως Απόλλωνα Καλαμαριάς) βρέθηκαν περίπου 3.500 θεατές, οι οποίοι πέρασαν το μήνυμα ότι οι δολοφονημένοι πεθαίνουν μόνο όταν η μνήμη τους λησμονείται.