ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Ο θάνατος στα Σφακιά- Η ταφή, τα μνημόσυνα

Ο θάνατος στα Σφακιά της Κρήτης προμηνύεται από τα κακά όνειρα, τα σημάδια στις ωμοπλάτες των ζώων (κουτάλες) και από κάτι άλλα φαινόμενα, όπως είναι τα παρακάτω: κτυπήματα στις πόρτες των σπιτιών εις ώραν που δεν υπάρχει κανείς, κλείδωμα, ξεκλείδωμα, οπτασίες (βλέπουν π.χ. το πρόσωπο, που θα πεθάνη, μια στιγμή κοντά των όσον μακριά κι αν κατοική αυτό), ακούουν φωνή απ’έξω που τους καλεί και καμμιά φορά μάλιστα την γνωρίζουν, συνήθως νύκτα. Αν κράξη η κότα σαν κόκορας, σημαίνει συμφορά στο σπίτι και γι’αυτό την σφάζουν, έτσι υπάρχει πιθανότης ν’αποφευχθή το κακό. Αν έρθη όμως και η ζάρα και κράξη, δηλ., η σκλόπα, το κακό πουλί, μια φωνή ή τρείς φωνές, είναι βέβαιον ότι θα πάθη κανείς κακό. Αν τριγυρίζουν γεράκια στο νεκροταφείον, κάποιον νεκρόν περιμένουν.

Β΄. Τα μετά την τελευτήν.
Το κακό χαμπέρι (θλιβερό μήνυμα) πληροφορούνται οι συγχωριανοί του αποθανόντος από την καμπάνα που παίζει νεκρικά ανεξαρτήτως ώρας (ημέρας δηλαδή ή νύχτας)  και τις άγριες και σπαρακτικές φωνές των δικών του (εσύραν τις φωνές). Αμέσως τρέχουν συγγενείς και φίλοι και έτσι, όπως είναι ζεστός ακόμη ο νεκρός, τον αλλάσσουν, αν είναι άνδρας, δύο άνδρες, αν είναι γυναίκα, δύο γυναίκες.
Ο νεκρός πλύνεται με κρασί σ’όλο το σώμα, έπειτα τυλίσσεται σε λουρίδες φάρδους 40 εκατοστών από άφορο πανί. Αυτό είναι το λαζάρι του – κοινώς λαζαρώνεται. Με στενώτερες λουρίδες δένουν τα χέρια μαζί και τα πόδια. Επίσης μια άλλη στενή λουρίδα δένει το κεφάλι με το σαγόνι. Στο στόμα του κάνουν κερένιο σταυρό και μετά τον ντύνουν με τα καλύτερά του ρούχα και τον τοποθετούν στο καδελέττο (νεκροκρέββατο που ανήκει στην εκκλησία και είναι κοινόν δι’όλους). Στα τελευταία χρόνια, πολύ αραιά, βρίσκουν και κάσες. Στο κεφάλι του βάζουν προσκέφαλο από φύλλα ελιάς ή λεμονιάς με ένα ραμμένο σταυρό επάνω.

Έτσι τακτοποιημένος τοποθετείται στο μέσον του ιδιόρρυθμου καμαράτου σπιτιού με το πρόσωπο ανατολικά. Το κλείσιμο των ματιών το κάνουν απολύτως οι οικείοι του. Σαλιώνουν τα δυό δάκτυλα, παίρνουν χώμα και πιέζουν τα βλέφαρα να κλείσουν καλώς, γιατί τα ανοιχτά μάτια σημαίνουν νέα συμφορά. Αν παρά τις προσπάθειες μείνουν τα μάτια ή το ένα μάτι ανοιχτό, πιστεύεται ότι ο νεκρός θα πάρη και άλλον από το σπίτι.
Επάνω στα χέρια του νεκρού τοποθετείται τα εικόνισμα. Βάζουν λιβάνι και φωνάζουν τον ιερέα να τον παραδώση (δη. Να του διαβάση την σχετικήν ευχή). Στη θέσι που ξεψύχησε κρεμούν τον λύχνο αναμμένο. Εκεί θ’ανάβη σαράντα μέρες, γιατί η ψυχή θέλει φώτα να βλέπη.
Οι φωτογραφίες ξεκρεμούνται από τους τοίχους και ο καθρέπτης σκεπάζεται. Γύρω στο καδελέττο κάθονται τώρα οι γυναίκες του σπιτιού (μάνα, αδερφές, σύζυγος, κόρες και ξαδέρφες) με ξέπλεγα μαλλιά (λυτά μαλλιά). Η μάνα για τα γυιό της, η σύζυγος για τον άνδρα της, η αδερφή για τον αδερφό τα μαλλιά τα κόβει, κουρεύεται, εξ ού και η κατάρα: «ο Θεός να μού τ’αξιώση κι’οι εφτά ουρανοί και να διπλοκουρευτή για τ’αδέλφια τζη, (ή τον άνδρα τζη) και να μην αργήση».
Μέσα σε μιάν απερίγραπτη ατμόσφαιρα θρήνων που συνοδεύουν κτυπήματα στα στήθη και τραβήγματα των κομμένων μαλλιών που αλύπητα είναι σκορπισμένα στο νεκροκρέββατο, πλεξούδες σαν το μετάξι, ξεσπά ο ακράτητος και βαρύς πόνος σε  μοιρολόγια, δηλ. σε στίχους που αυτοσχεδιάζονται και έχουν ανάλογον περιεχόμενον με την ζωή, τους πόθους και τα όνειρα του νεκρού και των δικών του.

«Γιάντα, αδερφέ μου, το καμες, ανθέ μου,
ετούτο δα το πράμα, φρόνιμέ μου,
Ρήγα, και δεν εσκέφτηκες, καμάρι μου,
μάθια μου, τσ’ εδικούς σου, παλληκάρι μου;
Μονό ‘φυγες και μίσεψες, αϊτέ μου,
εις τον ανθό τζή νιότης, άτυχέ μου!
Και μείς επεριμέναμε, ψυχή μου,
να κάμης σπίτι και παιδιά, καλέ μου,
μά ενίκησέ σε ο Χάρος, αδερφέ μου.
Για ερέχτηκες την συντροφιά, καμάρι μου,
απούχει ο κάτω κόσμος, κανακάρη μου,
κι’ εδά στο μνήμα θα κλειστής, γλυκέ μου,
στο μαυροαραχνιασμένο, αδερφέ μου;
Πάρε, αδερφάκι μου, χρυστό, γλυκό μου,
χαιρετισμό να δώσης, ακριβό μου,
γιέ μου, και στον πατέρα μας, ζωή μου,
που θα σε περιμένη, τσελεπή μου…»

Του βάζουν στο χέρι να κρατά κάτι (κουφέτα, πετσέτες του αργαλειού κεντητές, σακκούλες κ.τ.λ.).
Έτσι εξωτερικεύεται ο πόνος και απαντά αναλόγως η μια μοιρολογίστρα στην άλλη ατελείωτες ώρες, γιατί ο νεκρός πρέπει να ξενυχτήση στο σπίτι και να ταφή πάντα την επομένη. Είναι καλό πράμα, δηλαδή μισθό από το Θεό, να ξενυχτίση κανείς νεκρό, όπως και να του χαρίση το λαζάρι του.

Γ΄. Ταφή.
Φεύγει ο νεκρός από το σπίτι, ενταφιάζεται, αφού του λύσουν χέρια πόδια (ελεύθερος πρέπει να κατεβή στον Άδη), σε μνήμα κάποτε οικογενειακό ή και συγγενικό, μόνον αφού αποσύρουν τα οστά του πρώην ενταφιασθέντος και τα πλύνουν με κρασί και τα ρίψουν στο κοιμητήρι (οστεοφυλάκιον). Πολλές φορές λένε ότι αναδίδει ο τάφος ευωδιά, αυτό δε σημαίνει, ότι ο νεκρός του ήταν δίκαιος, αλλά και τα οστά του δικαίου είναι λέγει λευκά σαν χιόνι και κάνουν επάνω κάτι σχήματα σαν άνθη.
Αν όμως ο νεκρός ευρεθή άλειωτος, σημαίνει ότι διέπραξη αμάρτημα ή και κάποιος άλλος από το σπίτι του. Στη Χώρα Σφακίων ένα δωδεκαετές παιδάκι ευρέθη άλειωτο, διότι το σεντόνι που το είχανε τυλίξει είχε δαντέλλες πλεγμένες από τις αδερφές του πάντα Κυριακή ηξμέρα. Αραιά παρατηρούνται άλειωτα πτώματα, αλλά πάντα εξηγείται τούτο από την αμαρτία. Σε τέτοιες περιπτώσεις βράζουν κόλλυβα, ετοιμάζουν και λειτουργία, έρχονται όλοι οι χωριανοί και συγχωρούν. Τότε σε επόμενη εκταφή βρίσκονται λειωμένα τα πτώματα.

Δ΄. Τα μετά την ταφήν. Μνημόσυνα.

Το σπίτι που πενθεί μένει άσπριστο πολλές φορές και χρόνια.

Μέσα είναι όλα μαύρα, ως και τα τραπεζομάντηλα και τα κασελοσκεπάσματα (σκέπασμα καρυδένιου μπαούλου). Εις τον τοίχον μόνον η φωτογραφία του αποθανόντος.
Σαράντα μέρες από του θανάτου του νεκρού πρέπει να πιάνη η μητέρα, η γυναίκα ή η αδερφή του νεκρού λιβάνι, δηλ. επί σαράντα μέρες ετοιμάζεται φαγητό επιίτηδες, το οποίον δίδεται εις φτωχά σπίτια «για συγχωρεμό» και πιστεύεται ότι ο πεθαμένος τα ευρίσκει εις τον κάτω κόσμον, γι’αυτό και φροντίζουν να είναι εξαιρετικά.

Με την αυγή ετοιμάζεται και μαγειρεύεται το φαγητό: σαν τελειώση τοποθετείται στο τραπέζι ως εξής: Ένα πιάτο φαγητό, ψωμί, κρασί γεμάτο ένα ποτήρι, ένα ποτήρι νερό, το θυμιατό με λιβάνι, ένα κερί αναμμένο. Αν έχη ετοιμαστή και δεύτερο είδος φαγητού, βάζουν και απ’αυτό δεύτερο πιάτο. Μέσα στο θυμιατό παίρνει αυτός που το ετοιμάζει μια σταγόνα κρασί, μια σταγόνα νερό (με το μικρό του δάκτυλο: το βουτά στο ποτήρι και το στάζει επάνω), ένα ψίχουλο ψωμί, ένα ψίχουλο από το κάθε φαγητό και λίγο λιβάνι. Κρατεί στο χέρι το θυμιατό, σταυρώνει επάνω εις το τραπέζι τρεις φορές και λέει: κάμε, Χριστέ μου, να το βρή η ψυχή του στον κάτω κόσμο, να δροσιστή! Κατόπιν τοποθετεί το θυμιατό στην αυλή, σβήνει το κερί και παίρνει τα φαγιά στον δίσκο και τα δίνει στη γειτονιά. Η γυναίκα αυτή τα δίνει πρωϊ και χρειάζεται να είναι νηστική και καθαρή, τα δε φαγητά νηστήσιμα και τις νηστήσιμες ημέρες, έτσι ο νεκρός θα νοιώση χαρά και αγαλλίαση και θα τύχη δικαιοσύνης από τον Θεό. Στα πολύ φτωχά σπίτια το λιβάνι, δηλ. τα φαγιά αυτά, τα ξοδεύουν οι ίδιοι και συγχωρούν.

Η πεθούσα γυναίκα στα Σφακιά φορεί μαύρο μαντήλι στο κεφάλι (τσεμπέρι). Αν θέλη να δη τον νεκρό της και στον ύπνο, τοποθετεί επάνω στο τραπέζι αυτό, που τοποθετούνται και τα φαγιά, το τσεμπέρι της.
Στη Χώρα των Σφακίων η Δ…  Ψ… είδε το βράδυ  στον ύπνο της τον άνδρα της ότι φορούσε την Κρητική στολή του, χωρίς όμως στο κεφάλι νάχη το μεταξωτό μαύρο μαντήλι με τα κρόσια και τον ερώτησε γιατί;  Εκείνος της είπε τότε «ξεχάσατε να μου το δώσετε».
Το πρωί έψαξε και το βρήκε και το έδωσε εκεί που είχε δώσει και τη στολή του ονείρου. Το βράδυ πάλι τον ωνειρεύτηκε, διότι πάλι είχε τοποθετήσει το τσεμπέρι στο τραπέζι, και τότε τον είδε και το φορούσε γελαστός και ευχαριστημένος.
Η Μ. Β. από το Ασκύφου Σφακίων με τον ίδιο τρόπο είδε στον ύπνο της τον αδερφό της στολισμένο και αξύριστο και τον ερώτησε, γιατί δεν έχει ξυριστή. Τότε της είπε «Αφού δεν μου δώσετε μηχανή πώς να ξυριστώ;» Την επομένη έδωσαν σε κάποιο φτωχό τη μηχανή που ξυριζότανε.
Τα κόλλυβα εις τα Σφακιά δεν ετοιμάζονται κατά διάφορον τρόπον απ’ ό,τι εις την λοιπήν Κρήτη, μόνον που κάθε μνημόσυνο εκτός του δίσκου με τα κόλλυβα συνοδεύεται και από ένα δίσκον κουλούρια όπως και του γάμου, μια μεγάλη φιάλη κρασί, ένα δίσκον τυρί κομμένο σε κομμάτια και ένα δίσκον καλιτσουνάκια. Όλα αυτά δίδονται για συγχωρεμό εις τους εκκλησιαζομένους. Όταν συμπληρωθή το δεύτερον έτος από του θανάτου του νεκρού, του κάνουν πάλι κόλλυβα. Αυτό λέγεται συναπάντημα. Το ίδιο γίνεται και όταν συμπληρωθή το τρίτον έτος. Εδώ σταματούν τα μνημόσυνα, αλλά το πένθος εξακολουθεί, αν μάλιστα πρόκειται περί χήρας, δεν βγάζει εφ’όρου ζωής ούτε τα μαύρα ρούχα ούτε το τσεμπέρι της.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑΚΗ

1958

rizitiko.org