ΚΡΗΤΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Κρητικός λαός στο Βίκτωρ Ουγκώ

Ομαλός (επαρχία Κυδωνίας) Κρήτη,

10 του Γεννάρη του 1867

(Η ορθογραφία είναι των πρωτότυπων κειμένων)

«Απ΄ τη γερή ψυχή σου ήρθε ένας αγέρας και στέγνωσε τα δάκρυά μας. Στα παιδιά μας είπαμε: Πέρ΄απ΄τις θάλασσες υπάρχουνε λαοί δυνατοί και γενναίοι, που θέλουνε τη δικαιοσύνη και θα σπάσουνε τις αλυσίδες μας.

Αν ίσως χαθούμε στην πάλη, αν ίσως στους πέντε δρόμους σας αφήσουμε ορφανά, να γυρίζετε στα βουνά με τις πεινασμένες μανάδες σας, αυτοί οι λαοί θα σας κάμουνε παιδιά τους και τα βάσανά σας θα τελειώσουν. Μολαταύτα, ανώφελα αγναντεύουμε κατά τη δύση. Καμιά βοήθεια δε μας πρόφτασε. Και τα παιδιά μας είπανε: Μας γελάσανε. Μα ήρθε το γράμμα σου, πολυτιμότερο για μας κι΄ απ΄ τα καλύτερα άρματα. Το γράμμα σφραγίζει το δίκαιό μας. Και ξεσηκωθήκαμε γιατί ξέραμε το δίκαιό μας αυτό.

Δεν είχαμε την αξίωση εμείς, πεντάπτωχοι βουνίσιοι, με λειψά άρματα, να νικήσουμε μοναχοί μας αυτές τις δυο μεγάλες αυτοκρατορίες, την Αίγυπτο και την Τουρκιά, που΄πεσαν απάνω μας ενωμένες. Σκοπεύαμε να επικαλεστούμε τη δημόσια γνώμη, που όπως μας είπαν αφεντεύει στο σημερινό τον κόσμο, να κάμουμε έκκληση στις μεγάλες ψυχές, που, όπως εσύ, στέκουνε οι οδηγοί αυτής της δημόσιας γνώμης.

Η υλική δύναμη, χάρι στις επιστημονικές ανακαλύψεις, είναι σήμερα υποχείρια του πολιτισμού. Πριν από τέσσερις αιώνες η Ευρώπη είταν ανήμπορη μπροστά στους βαρβάρους. Σήμερα ψηφίζει το νόμο ανάμεσά τους. Έτσι δε θα υπάρχει πια καταπίεση μέσα στην ανθρωπότητα, αν η Ευρώπη το θελήσει. Για ποιόνε λόγο λοιπόν αφίνει σιμά στις ιταλικές αχτές, στη Μεσόγειο καταμεσίς, τριάντα ώρες απ΄ τη Γαλλία μακριά, να υπάρχει ένας τύραννος, ένας πασάς; Όπως τον καιρό, όπου οι τούρκοι κυκλώνανε την Οτράντα στην Ιταλία, τη Βιέννη στη Γερμανία;

Η σκλαβιά των μαύρων καταργήθηκε, όπως μαθαίνουμε, στην Αμερική. Μα η δική μας σκλαβιά είναι, δίχως άλλο, βαρύτερη, πιό ασήκωτη παρά στους μαύρους. Παρ΄όλες τις χάρτες, ένας τούρκος είναι, πάντα, αφέντης σκληρότερος από έναν πολίτη στις Ενωμένες Πολιτείες.

Ανίσως μπορούσες να ξέρεις την ιστορία της κάθε μιάς απ΄τις φαμίλιες μας, όπως κατέχεις την ιστορία του άμοιρου του νησιού μας, θάβλεπες απ΄τη μιάν άκρη του ώς την άλλη, την εξορία, το διωγμό, το θάνατο, τον πατέρα να σφάζεται απ΄την κάμα των τυράννων, τη μάνα να τηνε σηκώνουν απ΄τα παιδιά και νάν την πέρνουνε για την πιό ατιμωτική απ΄τις σκλαβιές όλες, τις αδερφές να τις ατιμάζουνε, τ΄ αδέρφια να τα ματοκυλάνε στη γής.

Σ΄ αυτούς, που μας αφίνουν να υποφέρουμε τόσα βάσανα και που ωστόσο θα μπορούσαν να μας σώσουνε, δε θα πούμε παρά μονάχα αυτό: Δεν κατέχετε λοιπόν την αλήθεια; Τον καιρό όπου δυό καράβια, ένα αγγλικό, κ΄ ένα ρούσικο, ξεμπαρκάρανε στον Πειραία κάμποσες φαμίλιες μας, έτυχαν εκεί μερικοί ξένοι. Αυτοί είδανε με τα μάτια τους πως δεν είχαμε μεγαλοποιήσει τα παθήματά μας.

Ποιητή, είσαι φώς και φωτάς. Σ΄ εξορκίζουμε, φώτισε κείνους, που δε μας ξέρουν, εκείνους, που οι απατεώνες τους διαβάλλουνε εναντίο στην άγια υπόθεσή μας.

Ποιητή, η γλώσσα μας καλά το λέει, είσαι δημιουργός, δημιουργός των λαών, όπως οι τραγουδιστάδες του παλιού καιρού. Με τα λαμπρά τραγούδια σου, τ΄ Ανατολίτικα, έχεις πιά δουλέψει περίτρανα για να φτιαστεί ο σημερινός ελληνικός λαός.

Αποτέλειωσε το έργο σου. Μας λές νικητές. Μα με σένα μαζί θα νικήσουμε.

΄Εν ονόματι του κρητικού λαού και μ΄ εντολή των καπεταναίων του νησιού».

Ο διοικητής των Χανιών

Ι. ΖΥΜΠΡΑΚΑΚΙΣ

Ότβιλ – Χάουζ.

17 του Φλεβάρη του 1867

«Υπακούω σ΄ εντολή, που έρχεται από πάνω, γράφοντας αυτές τις γραμμές. Σ΄ εντολή πού τη στέλνει η αγωνία. Απ΄ την Ελλάδα μου κάνουνε δεύτερη έκκληση. Πήρα ένα γράμμα απ΄το στρατόπεδο των επαναστατών χρονολογημένο απ΄ τον Ομαλό της επαρχίας Κυδωνίας, βαμμένο με το αίμα των μαρτύρων, καταμεσίς στα ερείπια γραμμένη ανάμεσα στους νεκρούς, ανάμεσα στην τιμή και στη λευτεριά. Φέρνει μέσα του την πύρη της ηρωικής προσταγής. Έχει αυτήν την επιγραφή: Ο κρητικός λαός στο Βίκτωρ Ουγκώ.

Αυτό το γράμμα μου λέει: Ξακολούθα ό,τι αρχίνησες. Ξακολουθάω, και, αφού το θέλει η Κρήτη, που ξεψυχάει, ξαναπαίρνω το λόγο. Το γράμμα έχει την υπογραφή: Ζυμπρακάκις. Ο Ζυμπρακάκις είναι ο ήρωας αυτής της επανάστασης, όπως ο Τσιριντάνης είναι ο προδότης της. Σε ηρωϊκούς καιρούς οι λαοί σαρκώνουνται σε πολέμαρχους, που είναι σύγκαιρα και πνεύματα. Τέτοιοι είταν ο Βάσιγκτον, ο Μπότσαρης, ο Γαριβάλδης. Όπως ο Τζων Μπράουν επαναστάτησε για τους μαύρους, όπως ο Γαριβάλδης για την Ιταλία, ο Ζυμπρακάκις επαναστάτησε για την Κρήτη. Αν φτάσει ως το τέλος, και θα φτάσει, είτε πέσει σαν το Τζών Μπράουν, είτε θριαμβέψει σαν το Γαριβάλδη, ο Ζυμπρακάκις θάναι μεγάλος. Θέλουν να μάθουνε πού βρισκόμαστε στην Κρήτη; Νά τα γεγονότα.

Η επανάσταση δεν πέθανε. Της πήρανε τον κάμπο, μα κρατάει τα βουνά. Η επανάσταση ζει, βογκάει, κράζει βοήθεια. Γιατί επαναστάτησε η Κρήτη;

Γιατί ο Θεός την έφτιασε ομορφότερη απ΄όλες τις χώρες του κόσμου, κι΄ οι τούρκοι πιό δύστυχη απ΄ όλες. Γιατί έχει καρπούς και γεννήματα και δεν έχει εμπόριο. Έχει πολιτείες χωρίς δρόμους, χωριά δίχως στράτες, λιμάνια χωρίς ταρσανάδες, ποτάμια δίχως γεφύρια, παιδιά δίχως σκολειά, έχει δικαιώματα χωρίς νόμους, έχει ήλιο και δε φωτίζεται, μέσα στης τουρκιάς το πηχτό σκοτάδι.

Επαναστάτησε γιατί η Κρήτη είναι Ελλάδα κι΄ όχι Τουρκιά, γιατί στην Ελλάδα ο ξένος είναι μισητός, γιατί ο τύραννος άν είναι της ίδιας ράτσας είναι βδελυρός, αλλοιώς είναι φριχτός. Γιατί είναι αδύνατο να σταθεί στην πατρίδα του Ετέαρχου και του Μίνωα ένας αφέντης βαρβαρόφωνος. Γιατί και σύ Γαλλία θα επαναστατούσες!

Η Κρήτη επαναστάτησε κι΄έκαμε άγια. Και να τ΄ αντραγαθήματά της. Ως τις 3 του Γεννάρη έδωσε τέσσερις μάχες με τρείς νίκες. Στον Αποκόρωνα, στο Βαφέ, στου Σέλινου το κάστρο. Μα είχε και ένα ουρανόφεγγο ολοκαύτωμα. Με την επανάσταση το νησί κόπηκε στα δυό. Το μισό κρατάνε οι τούρκοι και το μισό οι έλληνες. Η πολεμική γραμμή απ΄τ΄Ασκύφου και το Ροκόλι,απ΄την Κίσσαμο ως το Λασήθι κι΄ως τη Γεράπετρα. Πάνε έξη βδομάδες όπου οι τούρκοι τσακίστηκαν και δεν τους απόμειναν παρά λιγοστός τόπος κι΄οι δυτικές πλαγιές απ΄τα βουνά του Ψηλορίτη με την Άμπέλιρσα. Αυτή τη στιγμή άν σήκωνε το χέρι της η Ευρώπη, η Κρήτη θα σωνότανε. Μα η Ευρώπη είχε άλλες έγνοιες. Γάμος γινότανε κι΄η Ευρώπη θωρούσε το μπάλο.

Ξέρουμε τη λέξη Αρκάδι, μα μόλις κατέχουμε τα γεγονότα, που στις άγνωστες και εξακριβωμένες λεπτομέρειές τους, είναι τα παρακάτου. Στο μοναστήρι του Αρκαδιού, που τόχτισε ο Ηράκλειος, δεκάξη χιλιάδες τούρκοι πολεμάνε εκατόν ενεννήντα εφτά άντρες και τρακόσιες σαράντα τρείς γυναίκες και παιδιά. Το τούρκικο ασκέρι έχει είκοσι έξη κανόνια, και δυό οβούζια. Οι έλληνες κρατάνε μονάχα διακόσια σαράντα ντουφέκια. Δυό μερόνυχτα βαστάει ο πόλεμος. Το μοναστήρι έγινε κόσκινο από διακόσιες μπόμπες. Ένα τειχί τινάχτηκε κι΄οι τούρκοι χύνουνται μέσα. Οι έλληνες ξακολουθάνε τη μάχη. Εκατόν πενήντα ντουφέκια έχουν ανάψει, μα παλεύουν ακόμα έξη ώρες από κελλί σε κελλί, κι΄ από σκαλί σε σκαλί. Δυο χιλιάδες κουφάρια είναι στίβα στην αυλή. Η στερνή αντίσταση λυγάει. Μυρμήγκια οι τούρκοι νικητές πλημμυράνε το μοναστήρι. Δεν απομένει παρά ένα δώμα φραγμένο, όπου βρίσκεται η μπαρουταποθήκη και σ΄ αυτό το δώμα, σ΄ αυτήν την παλαίστρα, κοντά στην άγια τράπεζα, τριγυρισμένος απ΄τα γυναικόπαιδα, ένας παπάς, ο ηγούμενος Γαβριήλ, προσεύχεται. Έξω πέφτουνε στη μάχη οι πατεράδες κι΄ οι άντρες. Μα να μή σκοτωθούνε και να ζήσουνε, θάταν η πιό τρανή κακοτυχιά για τις γυναίκες και τα παιδιά, που θα συρθούνε σε δυο χαρέμια. Την πόρτα την πελεκάνε οι τούρκοι με τσεκούρια. Τώρα θα τήνε σκίσουνε και θα πέσει.. Ο γέροντας παίρνει απ΄την άγια τράπεζα ένα κερί που καίει, απλώνει τη ματιά του πάνω στις γυναίκες αυτές και σ΄αυτά τα παιδιά, γέρνει τη φλόγα του κεριού πάνω στο μπαρούτι και τους σώζει. Μια τρομερή επέμβαση, η έκρηξη, στυλώνει τους νικημένους, η αγωνία γίνεται θρίαμβος, κι΄ αυτό το ηρωικό ταπεινό μοναστήρι, που πολέμησε σαν κάστρο, πεθαίνει σαν ένα ηφαίστειο. Δεν είναι μονάχα τα Ψαρά επικά, μήτε το Μεσολόγγι τρανό.

Αυτά είναι τα γεγονότα. Τι κάνουν οι πολιτισμένες κυβερνήσεις; Τι καρτεράνε; Μουρμουρίζουν: Υπομονή, το συζητάμε. Το συζητάτε!

Σύγκαιρα όμως ξεριζώνουνε τις ελιές και τις καστανιές, τινάζουνε τα λιοτρίβια, καίνε τα χωριά, καίνε τα γεννήματα, διώχνουνε ολάκερους πληθυσμούς για να πεθάνουν απ΄την πείνα και την παγωνιά στο βουνό, σφάζουνε τους άντρες, κρεμάνε τους γερόντους, κι΄ ένας τούρκος, που βλέπει ένα παιδάκι κοιτάμενο στη γή του χώνει στα ρουθούνια τη φλόγα του λύχνου για να δει αν είναι πεθαμένο ή ζωντανό. Μ΄ αυτόν τον τρόπο στο Αρκάδι πέντε πληγωμένους τους φέρανε στη ζωή για να τους σφάξουν. Υπομονή, λέτε. Σύγκαιρα όμως το τούρκικο ασκέρι μπαίνει στις Μουρνιές, όπου μονάχα γυναικόπαιδα απομείνανε, και σα βγήκε απ΄το χωριό, δε μένει σ΄ αυτό τίποτ΄ άλλο παρά σωρός ερείπια που κυλούσαν απάνω σε σωρό από κουφάρια, μικρά και μεγάλα. Κι΄ η κοινή γνώμη; Τι κάνει αυτή; Τι λέει; Τίποτε. Γύρισε απ΄τ΄αλλο το πλευρό. Τι ζητάτε; Αυτές οι καταστροφές φέρνουνε κακοτυχιά. Είναι παλιά πράματα. Αλλοίμονο! Η υπομονετική πολιτική των κυβερνήσεων έχει δυο αποτελέσματα. Απαρνιέται τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα, απαρνιέται τη συμπόνοια στην ανθρωπότητα.

Βασιλιάδες. Μια λέξη θάσωνε το λαό αυτό. Και μια λέξη της η Ευρώπη τη λέει γρήγορα. Πέστε τη. Γιατί πράμα θάσαστε καλοί, αν όχι γι΄αυτό; Μα όχι. Σωπαίνουνε και θέλουνε βουβά νάναι όλα. Απαγορεύεται να μιλάς για την Κρήτη. Αυτό είναι το πρεπούμενο. Ενάντια σ΄ενανε μικρό λαό συνωμοτούνε έξη ή εφτά μεγάλες δυνάμεις. Ποια είναι η συνωμοσία αυτή; Η συνωμοσία της σιωπής. Μα τ΄αστροπελέκι δεν είναι βουβό. Τ΄ αστροπελέκι έρχεται από ψηλά, και, στη γλώσσα της πολιτικής, τ΄ αστροπελέκι το λένε επανάσταση…»

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ

Και σε άλλες δημοσιεύσεις κειμένων του ο μεγάλος Γάλλος φιλέλληνας, στην προσπάθειά του να αφυπνίσει τις κοιμισμένες συνειδήσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων γράφει:

«…Λαέ της Κρήτης και σύ παρόμοια είσαι ψυχή. Έλληνες της Κρήτης, έχετε με το μέρος σας το δίκαιο και τη λογική. Το κρητικό ζήτημα μπήκε πια. Θα λυθεί, σαν όλα τα ζητήματα του αιώνα, στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης. Να λευτερωθεί η Ελλάδα ολάκερη, η Ιταλία ολάκερη, με την Αθήνα στην κορφή της μιάς, με τη Ρώμη στην κορφή της άλλης, αυτό το χρέος χρωστάμε εμείς, Γαλλία, στις δυό μας τις μάνες. Είναι ένα χρέος κ΄ η Γαλλία θα το ξοφλήσει. Είναι ένα καθήκον κ΄ η Γαλλία θα το εχτελέσει.. Πότε; Βαστάτε» 2/12/1866

Ο Ουγκώ απαντά στο δραματικό αίτημα του Βολουδάκη, προέδρου της κυβέρνησης στην Κρήτη, να μεσολαβήσει, κάνοντας έκκληση βοήθειας στην Αμερική.

«Φίλε, βαθειά με συγκίνησε το γράμμα σας. Ναί, δίκιο έχετε να υπολογίζετε σε μένα. Το λίγο που είμαι και το λίγο που δύναμαι, είναι χτήμα της ευγενικής υπόθεσής σας. Η υπόθεση της Κρήτης είναι της Ελλάδας υπόθεση και της Ελλάδας η υπόθεση είναι υπόθεση της Ευρώπης…Εγώ δεν είμαι παρά μια φωνή, πεισματική βέβαια, μα που χάνεται μέσα στη θριαμβική την αντάρα της αδικίας, που διαφεντεύει τον κόσμο. Τι σημασία όμως έχει; Είτε ακούγεται είτε όχι, εγώ δε θα σταματήσω. Μου λέτε πως η Κρήτη ζητάει από μένα, ό,τι μου ζήτησε η Ισπανία… Αφού το νομίζετε χρήσιμο, μια κι΄ η Ευρώπη είναι κουφή, θα μιλήσω στην Αμερική. Ας ελπίζουμε σ΄ αυτήν την πλευρά. Σας σφίγγω το χέρι».

Στην συνέχεια κάνει ανοιχτή έκκληση στην Αμερική γράφοντας: «Η σκοτεινή εγκατάλειψη ενός λαού στη βία και στο στραγγαλισμό, σ΄ εποχή με ακμαίο πολιτισμό, είναι ατιμία, που θα ξαφνιάσει την ιστορία…Οι σημερινές οι κυβερνήσεις κάνουνε την Ευρώπη να κοκκινίζει.. Τον τωρινό καιρό, απ΄ τη μια μεριά υπάρχουνε σφαγές, απ΄την άλλη κουβεντολόγι ανάμεσα σε διπλωμάτες. Απ΄ το ένα μέρος σκοτώνουνε, αποκεφαλίζουνε…απ΄τ΄άλλο καταστρώνουνε πρωτόκολλα. Αυτή είναι η εικόνα.

Η προδοσία κι΄ η παράδοση της Κρήτης είναι άτιμη πράξη κι ΄άτιμη πολιτική. Η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν ανήκει αυτήν την εποχή στον εαυτό της, μα στους βασιλιάδες. Ας το πούμε σταράτα, για την ώρα αυτή ηΕλλάδα και η Κρήτη τίποτε δεν έχουν να περιμένουν απ΄την Ευρώπη….Η Ευρώπη πάει προς τα πίσω. Η Αμερική προχωρεί. Η Ευρώπη αρνιέται το ρόλο της, η Αμερική τον πέρνει στα χέρια της….Αυτή η παλιά δημοκρατία, η Ελλάδα, θα πάρει βοήθεια και προστασία από μια νέα δημοκρατία, την Αμερική. Ο Θρασύβουλος ζητάει τη βοήθεια του Βάσιγκτον. Τίποτα δεν είναι πιο μεγάλο…Η Αμερική θα σώσει την Ελλάδα απ΄τη διάλυση και την Ευρώπη απ΄τη ντροπή..

Στο δέκατο όγδοο αιώνα η Γαλλία λευτέρωσε την Αμερική. Στο δέκατο έννατο η Αμερική θα λευτερώσει την Ελλάδα. Μεγαλόσυνη πληρωμή.

Αμερικανοί, είσαστε οφειλέτες απέναντί μας, αυτού του μεγάλου χρέους, της λευτεριάς. Απελευθερώστε την Ελλάδα και σας δίνουμε εξόφληση. Πληρώνοντας την Ελλάδα πληρώνετε τη Γαλλία». 6/2/1869

Αυτές τις απλές, αλλά μεγάλες αλήθειες που και στις μέρες μας ακόμη διαπιστώνουμε την αξία τους, αν στη θέση της Κρήτης βάλουμε σήμερα την Κύπρο, βροντοφώναξε ο Ουγκώ στα πέρατα του πολιτισμένου κόσμου της εποχής του. Μόνο που τα χρόνια πέρασαν και η νεογέννητη φιλελεύθερη Αμερική, όπως την ήξερε ο Ουγκώ και την ονειρευόταν στο ένδοξο μέλλον της, έχασε κι αυτή την λαμπρή ομορφιά της παρθενικότητας, που την στόλιζαν οι αξίες και τα αγνά ιδανικά της νιότης. Σήμερα, μεσόκοπη και αυταρχική αντλεί μόνο απ΄τις αναμνήσεις της αυτό που ο χρόνος της στέρησε για πάντα. Περισσότερο ίσως κουφή, απ΄ότι ήταν τότε η Ευρώπη. Περισσότερο σκληρή τώρα με τους λαούς, που όπως κάποτε ο δικός μας, αγωνίζονται σήμερα για τη δική τους λευτεριά. Απέναντι στους ίδιους βάρβαρους κατακτητές, τους ίδιους τιμητές της ένοχης σιωπής που ο μεγάλος ποιητής κατονόμασε τότε. Είναι που η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα ως φάρσα. Ελπίδα θα είναι να επαναλαμβάνονται και οι Ουγκώ…

βιβλιογραφία:

Ø «ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ» Βίκτωρος Ουγκώ. Εκδ. Ορίζοντες -Αθήνα 1954