ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο λωλός, το σούργελο, το τσογλάνι,το καθίκι: Οι «κακές» λέξεις της γλώσσας μας!

Η γωνιά της γλώσσας μας

Ο λωλός: αυτός που διανοητικά  δε στέκει καλά, ο τρελός, ο μουρλός, αλλά και ο ανόητος. Λέξη που έχει τις ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα αφού είναι μεταπλασμένος τύπος της μετοχής ολωλός του ρήματος όλλυμαι = χάνομαι, καταστρέφομαι. Συγγενής και η έκφραση το ἀπολωλός πρόβατον= κυριολεκτικά το χαμένο πρόβατο και μεταφορικά λέγεται για τον παραστρατημένο από τον ορθό δρόμο και άσωτο άνθρωπο.

Το τσογλάνι: λαϊκός υβριστικός χαρακτηρισμός. Δηλώνει άνθρωπο  διεφθαρμένο, κακής διαγωγής, το παλιόπαιδο. Τουρκικής προέλευσης λέξη από το  coglan. Έτσι, επί τουρκοκρατίας, ονόμαζαν το παιδί Χριστιανών, που μετά το γνωστό παιδομάζωμα, ανήκε στην  ανακτορική υπηρεσία των Σουλτάνων.

Το σούργελο: από το ρήμα σούρνω-σέρνω = επισύρω, προκαλώ +γέλιο. ‘Αρα το πρόσωπο που προκαλεί τον χλευασμό, την αποδοκιμασία και το γέλιο των υπολοίπων.

Το καθίκι: το γνωστό δοχείο που έβαζαν στα παλιά χρόνια κάτω απ’ το κρεβάτι για να αντιμετωπίζουν τις αιφνίδιες επισκέψεις της νυχτερινής ενούρησης. Χρησιμοποιείται όμως και ως προσβλητικός χαρακτηρισμός για τον βρώμικο άνθρωπο όσον αφορά τους τρόπους και τον χαρακτήρα. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής η σωστή γραφή είναι «καθοίκι» και προέρχεται από τη φράση κατ’ οίκον (= στο σπίτι) σε αντιδιαστολή με τις παλιές τουαλέτες που βρισκόταν εκτός σπιτιού.

Ο ηλίθιος: είτε  το αρχαίο επίρρημα «ήλιθα» που σημαίνει μάταια, άσκοπα, και είχε  τη σημασία αυτού που όσο και να του μιλάς δεν καταλαβαίνει τι γίνεται, είτε από τα ρήματα ηλάσκω και αλώμαι =περιφέρομαι, περιπλανώμαι. Οι ηλίθιοι  είναι αυτοί που περιφέρονται/περιπλανώνται μάταια, χωρίς να μπορούν  να σκεφτούν  λογικά και να καταλήξουν κάπου.

Το ραμολιμέντο: περιφρονητικός χαρακτηρισμός για κάποιον πολύ ηλικιωμένο που έχει χάσει πια τη διαύγεια της σκέψης του. Προέρχεται από το γαλλικό ρήμα ramollir εκ του επιθέτου mollis= ο μαλακός, αυτός που έχει χάσει τον δυναμισμό του ( στην συγκεκριμένη λέξη αφορά το επίπεδο σκέψης και πνεύματος).

Η Κατίνα: η γυναίκα, μικρής ή μεγάλης ηλικίας, κάποιες φορές χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, που αναλώνεται σε επουσιώδη ζητήματα, επιδίδεται στο σχολιασμό τρίτων προσώπων και κουτσομπολεύει ασύστολα. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι η διπροσωπία και η κουτοπονηριά. Προέρχεται από τη λέξη Catin (χαϊδευτικό τού ονόματος Catherine). To εν λόγω χαϊδευτικό άρχισε να χρησιμοποιείται από τον 16ο αιώνα στη Γαλλική με την υποτιμητική σημασία «γυναίκα ελευθερίων ηθών, κακόφημη γυναίκα». Μάλλον πέρασε στα Ελληνικά κατά τον 19ο αιώνα, αποχρωματισμένο από τη συγκεκριμένη σημασία , αλλά διατηρώντας τον κακόσημο χαρακτήρα και δηλώνοντας την κουτσομπόλα γυναίκα.

Το τσόκαρο: σημαίνει βέβαια το ξύλινο πέδιλο αλλά έχει πάρει και την σημασία  της γυναίκας με κακή  αγωγή και διαγωγή. Πρόκειται για δάνειο από το βενετικό zocaro, που είναι το πέδιλο με την ξύλινη σόλα. Θεωρείται ότι προέρχεται από το λατινικό socculus, υποκοριστικό του soccus, που ήταν ένα ελαφρό χαμηλό υπόδημα που φορούσαν οι ηθοποιοί της κωμωδίας. Ίσως οι λέξεις αυτές να ανάγονται  στην αρχαία ελληνική λέξη σύκχος = είδος υποδήματος

Ο  τζιτζιφιόγκος: μειωτικός χαρακτηρισμός άντρα, συνήθως νεαρής ηλικίας, που ντύνεται και συμπεριφέρεται με υπερβολική κομψότητα και παριστάνει τον γόη. Προέρχεται από το τζιτζί και τον φιόγκο. Το τζίτζι  δεν είναι τίποτε άλλο από το τουρκικό cici, που μεταφράζεται ωραίος, χαριτωμένος (εξ ου και η έκφραση «είσαι ντυμένος τζιτζί»).

Ο φλώρος: το  ωδικό πτηνό με το μελωδικό κελάηδημα, το λαμπερό ελαιοπράσινο φτέρωμα αλλά και ο θηλυπρεπής άντρας, αυτός που ακολουθεί τυφλά την μόδα. Ανάγεται στον αρχαίους τύπους «χλωρίων» και «χλωρός»= ο λαμπρός, ο ζωντανός, ο ανοιχτοπράσινος.

Το λαμόγιο:  προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (η σύζυγος). Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μην  ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος «la moglie, la moglie», (λαμόγιε), ότι δήθεν δηλαδή τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο δεν τηρούσε, δηλαδή, τις υποσχέσεις του). Αυτή η σατιρική έκφραση έφτασε στην Ελλάδα (ενώ ξεχάστηκε στην Ιταλία), και τη χρησιμοποιούμε για να προσδιορίζουμε τον ασυνεπή και τον μικροαπατεώνα.

Η (παλιο)λινάτσα: πρόκειται για το γνωστό χοντρό φθηνό ύφασμα από ίνες λιναριού  που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τσουβαλιών. Είναι αντιδάνειο από το ιταλικό linazza, το οποίο με την σειρά του ετυμολογείται εκ του λινάριον (ποώδες φυτό από το οποίο φτιάχνονταν το ύφασμα).Χρησιμοποιείται  ως βρισιά για χαμηλής ποιότητας ανθρώπους που έχουν τις  ιδιότητες που φέρει και το ομώνυμο ύφασμα.

To κάθαρμα: οι λέξεις καθαρός και κάθαρμα προέρχονται από το ρήμα καθαίρω. Η σημασία του καθαίρω σχετιζόταν με τη θρησκευτική καθαρότητα, την αγνότητα. Ο καθαρός, λοιπόν, ήταν ο εξαγνισμένος. Όποιος είχε διαπράξει μία ανόσια πράξη, π.χ. φόνο, έπρεπε να καθαρθεί, να καθαριστεί. Ο καθαρμός του περιελάμβανε το ράντισμα με νερό, κάτι σαν αγιασμό και την απομάκρυνσή του από την πόλη του μέχρι να εξαγνιστεί πλήρως. Ό,τι πετούσαν κατά τη διάρκεια του καθαρισμού, ονομαζόταν κάθαρμα. Γι’ αυτό η λέξη έφτασε να σημαίνει τον ανάξιο ή μηδαμινό άνθρωπο. Μάλιστα, στην Αθήνα, υπήρχε η συνήθεια, να συντηρούν με δημόσια δαπάνη κάποιους εξαιρετικά χυδαίους ανθρώπους, τους οποίους προσέφεραν ως θυσία προς τους θεούς. Αυτούς τους αποκαλούσαν επίσης καθάρματα ή περικαθάρματα.

Ο αλήτης-ο αλιτήριος: η λέξη αλήτης σημαίνει κυρίως αυτόν που περιπλανιέται χωρίς να έχει μόνιμη κατοικία. Η λέξη παράγεται από τα αρχαίο ρήμα ἀλῶμαι που σήμαινε “περιφέρομαι, περιπλανιέμαι” και τη χρησιμοποιούσαν στα αρχαία ελληνικά για να αναφερθούν σε εξόριστους ή ζητιάνους. Αντίθετα, η λέξη αλιτήριος, που αναφέρεται ειδικότερα στη συμπεριφορά κάποιου, προέρχεται από το ρήμα ἀλιταίνω που σήμαινε βλάπτω, αδικώ και το ουσιαστικό αλείτης= ο αμαρτωλός.

To  στανιό μου: η λέξη  πρωτοσυναντάται   με τη σημασία «απρόθυμα, παρά τη θέληση κάποιου, με τη βία»  π.χ «Ήθελε να φύγει, αλλά τον κράτησα με το  στανιό». Έχει την αφετηρία του στο βενετικό stagnon  που σημαίνει «διστακτικά, επιφυλακτικά, πρόθυμα». Συγγενεύει επίσης με το ρήμα στανιάρω =σταματώ, παύω (να ρέω)

Το  φελέκι  μου: το φελέκι  έρχεται από το τουρκικό felek που σημαίνει την τύχη, καταγόμενο όμως και αυτό από το αραβικό falak που σημαίνει ουράνια σφαίρα. Η λέξη λοιπόν αρχικά είχε αστρολογικό περιεχόμενο και δευτερευόντως μέσω της αστρολογίας απέκτησε την σημασία της τύχης. Άρα χρησιμοποιώντας την λέξη ως βλαστήμια (το φελέκι μου! και  συχνά επιτεινόμενο: το φελέκι μου μέσα!) ουσιαστικά κάποιος καταριέται την ίδια του την τύχη.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr