LIFESTYLE

Ο μύθος του Δημήτρη Χορν: Ο μποέμ καλλιτέχνης που πάτησε το σανίδι στα 4 του χρόνια [εικόνες & βίντεο]

Χαρισματικός, με πηγαία διάθεση αυτοσαρκασμού, με στυλ και προσωπική λάμψη. Ενας τύπος μποέμ, άφησε πίσω του ένα μύθο που ξεπέρασε κατά πολύ τα υποκριτικά του χαρίσματα.

Γονείς του ήταν ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας και στρατιωτικός Παντελής Χορν και η Ευτέρπη Αποστολίδη.
Η οικογένεια του Παντελή Χορν είχε τρία παιδιά, τον Γιάννη, τη Νανά που πέθανε σε ηλικία 7 ετών και τελευταίο, τον Δημήτρη Χορν. Νονά του ήταν η διάσημη ηθοποιός Κυβέλη, και μεγαλώνοντας σε ένα θεατρικό περιβάλλον, επόμενο ήταν να κάνει την πρώτη εμφάνιση στο θέατρο σχεδόν από μωρό.

Η πρώτη του εμφάνιση είναι στην αγκαλιά της Κυβέλης, στο έργο «Γειτόνισσες» του πατέρα του και η δεύτερη στην ηλικία των 4 ετών, όταν έπαιξε και πάλι με την νονά του, στη «Νόρα» του Ίψεν κάνοντας ένα απο τα μικρά παιδιά της ηρωίδας.

Με την νονά του, θα ξαναπαίξει ενήλικας πλέον, σε ηλικία 31 ετών, το 1954, στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ «Μια γυναίκα χωρίς σημασία».
Την τρίτη του εμφάνισή του στο θέατρο, την κάνει σε ηλικία 14 ετών, όταν εμφανίζεται στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, στο θερινό θέατρο Παρκ, στο έργο «Μαμά Κολιμπρί» του Μπατάιγ.

Απόφοιτος του Εθνικού 

Το 1937 εισάγεται στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με το ποίημα του Βάρναλη, «Οι μοιραίοι».
Αποφοιτά το 1940 και συμμετέχει για πρώτη φορά επαγγελματικά, στην «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους με τον θίασο του Εθνικού θεάτρου στη Θεσσαλονίκη.

Αμέσως μετά εμφανίστηκε στο «Θέατρο Ρεξ» της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως πρωταγωνιστής σε έργα, όπως «Ο πρωτευουσιάνος», «Αλάτι και πιπέρι», «Η κυρία με τις καμέλιες» κ.ά.

Την περίοδο 1943 – 1944 συμμετείχε στο θίασο της Κατερίνας, με την οποία συμπρωταγωνίστησε στο «Σύζυγοι με δοκιμή».

Το 1944 συγκρότησε δικό του θίασο μαζί με τη Μαίρη Αρώνη και λίγο αργότερα συνέπραξε με τη Βάσω Μανωλίδου.

Το 1945 συνεργάστηκε με τον θίασο της Μελίνας Μερκούρη και Νίκου Χατζίσκου, ενώ την περίοδο 1946 – 1950 επέστρεψε στο «Βασιλικό Θέατρο».

Οταν γνώρισε τη Λαμπέτη 

Ύστερα από απουσία δύο ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην Ελλάδα και το 1953 γνωρίζει την Έλλη Λαμπέτη.

Ο δεσμός τους επισπεύδει το διαζύγιο της Λαμπέτη με τον Μάριο Πλωρίτη και μαζί γράφουν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη.

Συγκροτούν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα, όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι» και «Το παιχνίδι της Μοναξιάς».

Οι δρόμοι τους χώρισαν το 1959 και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ στο θεατρικό σανίδι.

Ο κινηματογράφος 

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Δημήτρη Χορν και στον κινηματογράφο.

Πρωταγωνίστησε μόνο σε 10 ταινίες, δίνοντας όμως ανεπανάληπτες ερμηνείες, όπως στην «Κάλπικη λίρα» (1954), στο «Μια ζωή την έχουμε» (1955) και «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956).

«Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς, με την αποτυχία»,

«Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς, με την αποτυχία», έλεγε με την υπέροχη φωνή του. Ενώ πολλές του φράσεις έχουν μείνει στην ιστορία. «Δεν αρκεί να θέλεις κάτι. Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι’ αυτό» και «Δεν είναι κακό να βασανίζεσαι. Κακό είναι να βαριέσαι».

Έντονη ήταν και η ραδιοφωνική παρουσία του.

Εκτός από τις μαγνητοφωνήσεις δεκάδων θεατρικών έργων, είχε «περάσει» στον κόσμο με ιδιαίτερο κέφι και φινέτσα ένα «αεράκι» εβδομαδιαίων πεντάλεπτων εκπομπών, που έγραφε ο Κώστας Πρετεντέρης.

Με μια σουρεαλιστική ειρωνεία στη φωνή του, διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών στην εκπομπή «Ο Ταχυδρόμος έφτασε».

Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ την περίοδο 1974 -1975, ενώ το 1980 ίδρυσε με τη σύζυγό του Άννα Γουλανδρή το Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη του ελληνικού πολιτισμού. Η Πολιτεία του απένειμε το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α’.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 1998, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια.
Το 2000 καθιερώθηκε αστη μνήμη του το Βραβείο Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.

(πληροφορίες: wikipedia.gr)

Πηγή: iefimerida.