ΚΟΣΜΟΣΜΕΓΑΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Ο πιο διαβολικός κλόουν της ιστορίας -Βίασε και σκότωσε 33 ανήλικους, τους έθαψε στο υπόγειο

Από την αρχαιότητα μέχρι το 1960 ο κλόουν ήταν ένας κωμικός και σατυρικός χαρακτήρας, που απευθυνόταν κυρίως σε ενήλικες, με σκοπό να τους διασκεδάσει με τις γκάφες του. Την δεκαετία του ’70 όμως ο κρυφός φόβος πολλών ανθρώπων σχετικά με το τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το βαριά μακιγιαρισμένο πρόσωπο των κλόουν, έλαβε σάρκα και οστά.

Ο Αμερικανός John Wayne Gacy έμεινε στην ιστορία ως ο πρώτος πραγματικά διαβολικός κλόουν και ένας από τους πιο φρικιαστικούς κατά συρροή δολοφόνους έχοντας βιάσει, βασανίσει και σκοτώσει 33 νεαρά αγόρια και άντρες.

Παρόλο που ο Gacy έμεινε ευρέως γνωστός μέσω των μέσων ενημέρωσης ως ο «Killer Clown» ενισχύοντας την εικόνα του μοχθηρού και κάθε άλλο παρά γλυκούλη κλόουν, η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική. Ο Gacy όντως εμφανιζόταν ένα διάστημα ως κλόουν σε εκδηλώσεις και παιδικά πάρτυ, όμως αυτό ήταν κάτι που έκανε περιστασιακά και δεν είχε άμεση σύνδεση με τα εγκληματά του. Συγκεκριμένα είχε ήδη δολοφονήσει σχεδόν τα μισά από τα θύματά του μέχρι την περίοδο που εμπνεύστηκε τους κλόουν χαρακτήρες του.

Είναι χαρακτηριστικό των media άλλωστε να προσπαθούν να επενδύσουν προς όφελός τους στον τρόμο του κόσμου δίνοντας ακόμα πιο δραματική έμφαση σε ήδη δυσάρεστα γεγονότα. Έτσι και η ήδη ανατριχιαστική υπόθεση του John Wayne Gacy ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο κάτω από την εικόνα ενός μανιακού κλόουν της πραγματικής ζωής.

Ας δούμε όμως την ιστορία του δολοφόνου μας από την αρχή…

Τα τραυματικά παιδικά χρόνια 

Ο John Wayne Gacy γεννήθηκε στο Σικάγο στις 17 Μαρτίου του 1942 και είχε άλλες δύο αδερφές, μία μικρότερη και μία μεγαλύτερη. Η σχέση του με τη μητέρα και τις αδερφές του ήταν πάντα αρκετά καλή και υποστηρικτική. Ο πατέρας του όμως ήταν το πρόβλημα της οικογένειας.

Ήταν αλκοολικός, ευέξαπτος και συνήθιζε να κακοποιεί λεκτικά και σωματικά τόσο τα παιδιά του, όσο και τη γυναίκα του. Αγαπημένος του στόχος όμως ήταν πάντοτε ο μικρός John.

Αντίθετα όπως φαίνεται με τις προσδοκίες του πατέρα του, ο John ήταν ένα παιδί με παραπανίσια κιλά, όχι ιδιαίτερα κοινωνικό και χωρίς κάποια κλίση στα αθλήματα. Αντιμετώπιζε επίσης από μικρός πρόβλημα με την καρδιά του.

Αυτό που θυμόταν και ο ίδιος από τα παιδικά του χρόνια ήταν η διαρκής προσπάθειά του να φανεί «ικανός» στα μάτια του πατέρα του, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να τον υποτιμά και να τον αποκαλεί μαλθακό, ηλίθιο και «γυναικωτό» («sissy» για τους Αμερικάνους).

Χαρακτηριστική ανάμνηση του μικρού John ήταν ότι ο πατέρας του τον χτυπούσε δυνατά με μια δερμάτινη ζώνη από την ηλικία των τεσσάρων ετών.

Όταν ήταν εννέα χρονών παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από έναν οικογενειακό τους φίλο. Παρασύροντάς τον να πάνε μια βόλτα με το αυτοκίνητό του ο «φίλος» ανάγκασε το μικρό αγόρι να συνευρεθεί μαζί του.

Ο John δεν αποκάλυψε ποτέ το περιστατικό στους γονείς του, καθώς ήταν σίγουρος ότι ο πατέρας του θα κατηγορούσε τον ίδιο γι’ αυτό που συνέβη. (έτσι είναι άμα χτίζεις σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά σου)

Από την ηλικία των 14 ως 18 ετών ο John βρέθηκε αρκετές φορές στο νοσοκομείο, καθώς είχε συχνές λιποθυμίες χωρίς εμφανείς λόγους. Οι γιατροί δεν κατάφεραν να διαγνώσουν τι ακριβώς προκαλούσε αυτά τα περιστατικά.

Η μητέρα του και οι φίλοι του ήταν δίπλα του σ’αυτές τις περιπέτειες, όμως ο πατέρας του επέμενε να υποστηρίζει ότι ο John υποκρινόταν τις λιποθυμίες για να τραβήξει την προσοχή.

Ένας φίλος του αποκάλυψε αργότερα ότι πολλές φορές που βρισκόταν στο σπίτι του John, ο πατέρας του συνήθιζε να του βάζει ξαφνικά τις φωνές, να τον υποτιμά και να τον χτυπάει χωρίς κανέναν πραγματικό λόγο. Η χαρακτηριστική αντίδραση του έφηβου John ήταν να προστατεύεται με τα χέρια του χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση στον τρελαμένο πατέρα του.

Χωρίς να χρειάζεται να αναφέρουμε περαιτέρω λεπτομέρειες, καταλαβαίνουμε όλοι ότι η παιδική και εφηβική ηλικία του John Wayne Gacy δεν ήταν καθόλου ευχάριστη και η απόρριψη και βιαιότητα που δεχόταν από τον πατέρα του δημιούργησαν σοβαρά τραύματα στην ψυχοσύνθεσή του.

Όλες οι διαταραχές άλλωστε έχουν πάντα τις ρίζες τους στα οικογενειακά κυρίως βιώματα της παιδικής ηλικίας.

Η επαγγελματική πορεία, ο πρώτος γάμος και τα «ομοφυλοφιλικά πειράματα»

Ήταν σχεδόν 20 χρονών ο John όταν μία μέρα αγανακτισμένος από τις συνεχείς κόντρες με τον πατέρα του, εγκατέλειψε το σπίτι του και πήγε στο Λος Άντζελες. Εκεί βρήκε δουλειά σε ένα νεκροτομείο (από όλες τις δουλειές που μπορούσε να βρει), όπου παρέμεινε για τρεις μήνες.

Ο ίδιος αποκάλυψε αργότερα ότι μια μέρα που ήταν μόνος του εκεί, μπήκε και ξάπλωσε σε ένα φέρετρο μαζί με το πτώμα ενός νεαρού αγοριού. Έμεινε για λίγο αγκαλιασμένος μαζί του, ώσπου συνειδητοποίησε τι έκανε και σοκαρίστηκε. Τότε τηλεφώνησε στην οικογένειά του και ζήτησε να γυρίσει πίσω.

Στο Σικάγο ξανά ο John, ενώ δεν είχε τελειώσει το σχολείο, ξεκίνησε τις σπουδές του στο Management, τις οποίες ολοκλήρωσε το 1963. Κατόπιν έπιασε δουλειά σε μια εταιρεία με παπούτσια. Το 1964 μετατέθηκε στην πόλη Σπρίνγκφιλντ, όπου εργάστηκε για λίγο ως πωλητής, ώσπου κατάφερε να πάρει τη θέση του μάνατζερ.

Τότε προέκυψε και μια ακόμα ομοφυλοφιλική του εμπειρία. Ένα απόγευμα ένας γνωστός του τον κάλεσε σπίτι του, όπου ήπιαν αρκετό αλκοόλ, και όπως φαίνεται τον έπεισε να του κάνει στοματικό σεξ.

Την ίδια περίοδο πάντως είχε γνωριστεί και με την συνάδερφό του Marlynn Myers, την οποία αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε μερικούς μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1964. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον γιό του Michael το 1966 και την κόρη του Christine το 1967.

Εν τω μεταξύ, ο πεθερός του είχε αγοράσει τρία παραρτήματα της γνωστής αλυσίδας fast food KFC στην πόλη Waterloo, τα οποία παραχώρησε στον Gacy να τα μανατζάρει. Τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο η ζωή του φαινόταν ότι είχε πάρει μια σημαντικά θετική τροπή και ο ίδιος χαρακτήρισε εκείνη την περίοδο ως «τέλεια».

Τότε ήταν και η πρώτη φορά στη ζωή του που δέχτηκε επιτέλους αναγνώριση από τον πατέρα του. Συγκεκριμένα, σε μια συνάντησή τους ο πατέρας του του ζήτησε συγνώμη για όσα του είχε κάνει τα προηγούμενα χρόνια και του είπε ότι είναι περήφανος για εκείνον.

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα; Όχι.

Παρόλο που φαινομενικά ο Gacy ζούσε μια ευτυχισμένη πλέον ζωή και όλοι τον θεωρούσαν έναν αξιόλογο επαγγελματία και οικογενειάρχη, η πραγματικότητα είχε και μια παράλληλη σκοτεινή πλευρά.

Ο Gazy απατούσε συστηματικά τη γυναίκα του με ιερόδουλες, ενώ έκανε και συχνά χρήση ναρκωτικών ουσιών. Είχε ανοίξει επίσης ένα μπιλιαρδάδικο, όπου προσλάμβανε ως υπαλλήλους κυρίως νεαρά αγόρια. Λέγεται πως είχε τη συνήθεια να τους κερνάει αλκοόλ και να τους προσεγγίζει σεξουάλικα λέγοντάς τους μετά ότι «το έκανε για πλάκα για να τεστάρει τον χαρακτήρα τους» (κλασσική συμπεριφορά μαλάκα πέφτουλα σα να λέμε).

Η αρχή των σεξουαλικών παρενοχλήσεων και η πρώτη καταδίκη

Τον Αύγουστο του 1967 ήταν η πρώτη (επιβεβαιωμένη) φορά που ο Gacy παρενόχλησε σεξουαλικά ένα ανήλικο αγόρι. Έπεισε τον 15χρονο Donald Voorhees (γιό συναδέλφου του) να έρθει σπίτι του για να δουν ερωτικές ταινίες. Εκεί τον πότισε με αρκετό αλκοόλ και τον ανάγκασε να του ικανοποιήσει τα ανώμαλα βίτσια του.

Τους επόμενους μήνες κατάφερε να ξεγελάσει και να παρενοχλήσει με τον ίδιο τρόπο και άλλα νεαρά αγόρια. Μάλιστα κατάφερνε με κάποιον τρόπο να τους πείθει ότι του είχε ανατεθεί να κάνει αυτά τα «ομοφυλοφιλικά πειράματα» για λόγους επιστημονικής έρευνας! (και να μια απόδειξη γιατί δεν πρέπει ποτέ να εμπιστεύεσαι τους «καλούς πωλητές»…) Πολλές φορές επίσης τους απειλούσε ώστε να μην τον «καρφώσουν» και εξαγόραζε τη σιωπή τους με χρηματικά ποσά.

Έναν χρόνο αργότερα πάντως ο Voorhees, το πρώτο του θύμα, αποκάλυψε στον πατέρα του την παρενόχληση που δέχτηκε από τον υποτιθέμενο φίλο τους. Με κάποιες ακόμα καταγγελίες να τον βαραίνουν ο Gacy κατέληξε στα χέρια της αστυνομίας.

Επέμενε πεισματικά να αρνείται κάθε κατηγορία και, ενώ τελικά παραδέχτηκε την παρενόχληση του 15χρονου Voorhees, δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι δεν έφταιγε, αλλά «έπεσε θύμα των περιστάσεων»…

Οι ψυχίατροι που τον παρακολούθησαν διέγνωσαν ότι έπασχε από αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας και ότι φαινόταν ανίκανος να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του.

Τον Δεκέμβριο του 1968 λοιπόν καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, ΟΜΩΣ αφέθηκε ελεύθερος μόλις 18 μήνες αργότερα, γιατί υπέδειξε πολύ καλή συμπεριφορά…

Όλη αυτή η ιστορία είχε φυσικά ως αποτέλεσμα η γυναίκα του να του ζητήσει διαζύγιο και κερδίζοντας το δικαστήριο, το σπίτι, την επιμέλεια των παιδιών και μια αποζημείωση, να εξαφανιστεί. Ο Gacy δεν είδε ποτέ ξανά ούτε την ίδια, ούτε τα παιδιά του (προφανώς!).

Το 1969, όταν ακόμα βρισκόταν στην φυλακή, πέθανε και ο πατέρας του από κύρωση του ήπατος, γεγονός που λέγεται ότι τον συγκλόνισε συναισθηματικά. Παρακαλούσε να του επιτρέψουν να παρευρεθεί στην κηδεία του με συνοδεία, όμως το αίτημά του απορρίφθηκε.

Καλά όλα αυτά, θα μου πείτε, αλλά οι φόνοι που είναι; Έρχονται και οι φόνοι, φέρστ θίνγκς φέρστ. Τέτοιο background ανθρώπου δεν μπορεί να απομονωθεί από την εγκληματική του δράση.

Ο δεύτερος γάμος και ο πρώτος φόνος

Μετά την αποφυλάκισή του τον Ιούνιο του 1970 ο Gacy επέστρεψε στο Σικάγο να μείνει μαζί με την μητέρα του και έπιασε δουλειά ως μάγειρας σε ένα εστιατόριο. Με τη βοήθεια της μητέρας του αγόρασε ένα δικό του σπίτι, αυτό το οποίο έμελλε να φιλοξενήσει σύντομα τα φρικτά του εγκλήματα.

Τον Φεβρουάριο του 1971 κατηγορήθηκε για απόπειρα βιασμού ενός ακόμα ανήλικου αγοριού, όμως καθώς το αγόρι δεν εμφανίστηκε στη δίκη, η κατηγορία αποσύρθηκε.

Τον Αύγουστο της ίδια χρονιάς αρραβωνιάστηκε την φίλη της αδερφής του, Carole Hoff, που έγινε και η δεύτερη γυναίκα του περίπου έναν χρόνο αργότερα. Η Carole ήταν χωρισμένη και είχε δύο μικρές κόρες από τον πρώτο της γάμο.

Μην μπορώντας να απαρνηθεί την διπλή ζωή του και τις ακόρεστες σεξουαλικές του τάσεις, ο Gacy συνέχισε να ψάχνεται για «εναλλακτικές συντροφιές» από τότε που ακόμα ήταν αρραβωνιασμένος.

2 Ιανουαρίου 1972

Ο Gacy συνάντησε ένα 16χρονο αγόρι, τον Timothy Jack McCoy, στον σταθμό των λεωφορείων και τον πήρε στο αυτοκίνητό του για να του δείξει τα αξιοθέατα της πόλης. Η ξενάγηση κατέληξε στο σπίτι του Gacy, ο οποίος είπε στον μικρό να κοιμηθεί εκεί και ότι θα τον γυρίσει ο ίδιος στον σταθμό την επόμενη μέρα.

Ξυπνώντας το επόμενο πρωί ο Gacy είδε τον 16χρονο να μπαίνει στο υπνοδωμάτιο κρατώντας ένα μαχαίρι κουζίνας. Ο Gacy πετάχτηκε από το κρεβάτι του και επιτέθηκε στον μικρό, ο οποίος πέταξε το μαχαίρι και προσπάθησε να αμυνθεί. Μετά από μια σύντομη πάλη μεταξύ τους, ο Gacy πέταξε βίαια τον νεαρό στο πάτωμα και ακινητοποιώντας τον με το σώμα του, τον μαχαίρωσε επανειλλημένα στο στέρνο.

Λίγο αργότερα πήγε στην κουζίνα και είδε πάνω στον πάγκο μια ανοιχτή καρτέλα αυγά και ένα κομμάτι μπέικον, που δεν είχε κοπεί ακόμα. Το τραπέζι ήταν επίσης στρωμένο για δύο άτομα. Τότε κατάλαβε. Ο μικρός δεν ερχόταν να τον σκοτώσει, αλλά να τον ξυπνήσει για να φάνε μαζί πρωινό κρατώντας για κακή του τύχη το μαχαίρι της κουζίνας ακόμα στο χέρι του.

Αυτός ο «παράπλευρος» φόνος άφησε τον Gacy τελείως κενό συναισθηματικά, ενώ ο ίδιος αποκάλυψε αργότερα ότι την ώρα που μαχαίρωνε το αγόρι βίωσε έναν οργασμό, που έκανε το κεφάλι του να μουδιάσει.

«That’s when I realized that death was the ultimate thrill.»

Ο Gacy έθαψε το πτώμα του 16χρονου σε ένα αυτοσχέδιο τάφο στο υπόγειο του σπιτιού του, τον οποίο κάλυψε με τσιμέντο.

Οι κλόουν, τα δολοφονικά κόλπα και το διαζύγιο 

Κάποιοι επαγγελματίες κλόουν είχαν παρατηρήσει ότι ο Gacy ζωγράφισε πιο μυτερές γωνίες στο μακιγιάζ γύρω από το στόμα του, αντί για τις πιο στρογγυλεμένες που συνηθίζονται, ώστε να μην τρομάζουν τα παιδιά.

Σύμφωνα με την ομολογία του, ο Gacy άρχισε να προσεγγίζει σεξουαλικά και να σκοτώνει νεαρά αγόρια (τα «ταξίδια» του, όπως τα έλεγε) με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα από το 1975.

Την ίδια χρονιά είχε ανακαλύψει και μια λέσχη κλόουν, της οποίας τα μέλη έκαναν εθελοντικά παραστάσεις σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, παρελάσεις και νοσοκομεία παίδων. Σύντομα ο Gacy δημιούργησε τους δικούς του χαρακτήρες κλόουν, τον «Pogo» και τον «Patches», έφτιαξε και τα δικά του κοστούμια και έδωσε αρκετές παραστάσεις.

Ο ίδιος είχε δηλώσει ότι το να κάνει τον κλόουν, τον έκανε να νιώθει ότι γυρίζει στην παιδική του ηλικία. Ό,τι κι αν εννοούσε με αυτό πάντως ο Gacy δεν ήταν σίγουρα ένας νοσταλγικός και καλοπροαίρετος διασκεδαστής.

Κάτω από το μακιγιαρισμένο του πρόσωπο κρυβόταν αυτό που κανείς δεν θα ήθελε να ανακαλύψει για τον κλόουν που παίζει με το παιδί του: έναν αδίστακτο παιδόφιλο που την έβρισκε να σκοτώνει.

Ξεκινώντας με δύο νεαρούς υπολλήλους της επιχείρησής του ο Gacy παρέσυρε τα θύματά του στο σπίτι του, τα κερνούσε αλκοόλ ή ναρκωτικά και στη συνέχεια τα κακοποιούσε χρησιμοποιώντας δύο «κλοουνίστικα» κόλπα του.

Αρχικά έκανε το «κόλπο με τις χειροπέδες». Περνούσε τις χειροπέδες σφιχτά στα χέρια του θύματος και ενώ εκείνο περίμενε να μάθει τη λύση του trick, ο Gacy του έλεγε τη φράση: «το κόλπο είναι ότι πρέπει να έχεις το κλειδί»… Στη συνέχεια βασάνιζε και βίαζε το αιχμάλωτο θύμα του.

Μετά ακολουθούσε το «κόλπο με το σχοινί». Έδενε ένα σχοινί γύρω από τον λαιμό του θύματος δημιουργώντας έναν αυτοσχέδιο επίδεσμο και το έσφιγγε με ένα ξύλο, ώσπου τελικά να πνίξει το θύμα.

Τα νέα του δολοφονικά παιχνίδια τον είχαν συνεπάρει φαίνεται τόσο πολύ, που δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει στην διπλή ζωή που διατηρούσε περίπου 10 χρόνια μέχρι τότε.

Ανακοίνωσε στην γυναίκα του ότι είναι bisexual και ότι δεν θέλει να ξανακάνει έρωτα μαζί της. Κατόπιν άρχισε να λείπει όλο και περισσότερο από το σπίτι με τη δικαιολογία ότι αργεί στη δουλειά του. Η γυναίκα του παρατήρησε ότι ο τύπος έφερνε νεαρά αγόρια κρυφά στο υπόγειό τους, ενώ βρήκε και υλικό gay πορνογραφίας μέσα στο σπίτι. Σε λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα το ζευγάρι χώρισε οριστικά.

Η δράση στο σπίτι της φρίκης

Αφού είχε πάρει πλέον το βάπτισμα του πυρός και είχε σιγουρευτεί τι χρειαζόταν για να ικανοποιήσει το τέρας μέσα του, ο Gacy συνέχισε το αρρωστημένο έργο του με μεγαλύτερη πλέον συχνότητα και μανία. Από το 1976 ως το 1978, που τελικά συνελήφθη, διέπραξε τους περισσότερους και πιο ειδεχθείς από τους φόνους του.

«Ψάρευε» τα θύματά του κυρίως σε σταθμούς λεωφορείων και ήταν πάντα λευκά αγόρια, συνήθως φυγάδες, νεαρής ή εφηβικής ηλικίας (το μότο του ήταν «όχι γυναίκες, όχι μαύροι, όχι Πορτορικάνοι»). Τα περισσότερα από αυτά ήταν μεταξύ 16 έως 20 ετών. Κατάφερνε να κερδίσει προσωρινά την εμπιστοσύνη τους τάζοντάς τους οτιδήποτε του ζητούσαν (χρήματα, δουλειά, ναρκωτικά) και τους πήγαινε σπίτι του, όπου τους μεθούσε και τους παρουσίαζε τα κόλπα του.

Τα πτώματά τους κατέληγαν θαμμένα κάτω από τα πατώματα του σπιτιού του, ενώ όπως ομολόγησε αργότερα τα πέντε τελευταία από αυτά τα πέταξε στον κοντινό ποταμό, καθώς πλέον δεν χωρούσαν στο σπίτι!

Καθώς ήδη η ιστορία μας είναι αρκετά μεγάλη και οι δολοφονίες του ψυχάκια μας πολλές, δεν θα μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το πως σκότωσε καθένα από τα θύματά του. Το μοτίβο του άλλωστε ήταν πάντα ίδιο: ξεγελούσε τα παιδιά να τον ακολουθήσουν, τα βίαζε και τα βασάνιζε φρικτά για ολόκληρες μέρες και όταν χόρταινε, τα σκότωνε και τα έθαβε στο υπόγειο…

Το τελευταίο θύμα, το ψέμα και η αποκάλυψη

Στις 11 Δεκεμβρίου του 1978 ο Gacy επισκέφτηκε ένα φαρμακείο και εκεί συνάντησε τον 15χρονο υπάλληλο Robert Jerome Piest. Του είπε ότι η επιχείρησή του κάνει προσλήψεις με πολύ καλές απολαβές και τον έπεισε να μιλήσουν μόλις θα τελείωνε τη βάρδια του.

Ο νεαρός τον πίστεψε και ενημέρωσε την μητέρα του, που είχε έρθει να τον πάρει, ότι θα μιλήσει με ένα κύριο για μια δουλειά και θα γυρίσει αμέσως. Ο Robert όμως δεν γύρισε ποτέ. Είχε την ίδια τύχη με τα δεκάδες άλλα αγόρια που αγνοούταν τα τελευταία δύο χρόνια.

Φυσικά υπήρχαν άνθρωποι που είχαν δει τον Gacy να μιλά τελευταίος με το παιδί και έτσι εκείνος βρέθηκε να απολογείται στην αστυνομία για την εξαφάνιση του νεαρού. Κι ενώ επέμεινε για άλλη μια φορά να αρνείται κάθε ανάμειξή του με την υπόθεση, τον πρόδωσε ένα από τα ψέματά του. Δήλωσε ότι είχε επιστρέψει στο μαγαζί για να κάνει ένα τηλέφωνο σε έναν συνάδελφό του (που εκείνος επιβεβαίωσε ότι δεν είχε γίνει) και ότι δεν είχε μιλήσει ποτέ στο παιδί.

Η αστυνομία ήταν σίγουρη ότι ο Gacy είχε κάποια σχέση με την εξαφάνιση του νεαρού, ενώ τσεκάροντας το μητρώο του βρήκαν την παλαιότερη καταδίκη του για τον σοδομισμό του επίσης 15χρονου Donald Voorhees και διάφορες άλλες καταγγελίες εναντίον του που είχαν μείνει στην άκρη.

Σε μια πρώτη έρευνα στο σπίτι του βρέθηκε μια σειρά αντικειμένων, που μόνο ύποπτα θα τα χαρακτήριζε κανείς: ένα αναμνηστικό δακτυλίδι λυκείου που έφερε τα αρχικά J.A.S., βιβλία με θέμα την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία, διάφορες άδειες οδήγησης, χειροπέδες, μια σύριγγα, ένα πιστόλι και κάποια αντρικά ρούχα αρκετά μικρού μεγέθους για να ανήκουν στον υπέρβαρο Gacy.

Προσπαθώντας να ολοκληρώσουν την έρευνά τους (λες και δεν είχαν ήδη αρκετά στοιχεία ότι κάτι τρέχει με τον χοντρό) έβαλαν δύο ομάδες αστυνομικών να παρακολουθούν το σπίτι του. Ο Gacy από την άλλη έκανε τον κινέζο. Επέμενε να αρνείται ότι εμπλέκεται σε οτιδήποτε περίεργο και διατηρούσε μια χαλαρή συμπεριφορά μπροστά στους αστυνομικούς. Συχνά επίσης τους κερνούσε καφέ ή φαγητό σε εστιατόρια της περιοχής.

Η καθημερινή όμως παρακολούθηση, καθώς και οι προφανείς ενοχές του, άρχισαν να δημιουργούν εκνευρισμό στον Gacy, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τους αστυνομικούς. Ήταν αξύριστος, έπινε υπερβολικά και φαινόταν ιδιαίτερα κουρασμένος και αγχωμένος.

Μία μέρα ο Gacy κάλεσε τους δύο από τους φύλακές του στο σπίτι του σε μια ακόμα προσπάθεια να τους δείξει πόσο χαλαρός και αθώος ήταν. Κάποια στιγμή που ο ένας αστυνομικός έπιασε την κουβέντα στον Gary, ο άλλος αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στα δωμάτια του σπιτιού με την πρόφαση ότι πάει στην τουαλέτα.

Δεν βρήκε πουθενά κάτι ύποπτο, όταν όμως βρέθηκε στην τουαλέτα παρατήρησε γρήγορα μια δυσάρεστη και χαρακτηριστική μυρωδιά να βγαίνει από τους ζεστούς σωλήνες: τη μυρωδιά πτώματος σε αποσύνθεση.

Παρόλο που ο Gacy προσπάθησε να τα κουκουλώσει, οι αστυνομικοί δεν τον πίστεψαν και σύντομα σκέφτηκαν ότι μπορεί το εξαφανισμένο πτώμα του τελευταίου θύματος να βρισκόταν εκεί.

Ο Gacy στριμωγμένος πλέον άρχισε να επισκέπτεται τον δικηγόρο του συνεχίζοντας να υποστηρίζει την αθωότητά του. Σε μια επίσκεψη όμως πήγε έχοντας πιεί τόσο πολύ, που ομολόγησε τις φρικτές τους πράξεις χωρίς καν να το καταλάβει.

Είπε χαρακτηριστικά ότι υπήρξε «ο δικαστής και εκτελεστής πολλών ανθρώπων», τους οποίους χαρακτήρισε «μικρούς ζιγκολό και ψεύτες, που τον προκάλεσαν» (κλασσικά). Περιέγραψε τον τρόπο που βασάνισε τα θύματά του, καθώς και τις τελευταίες αντιδράσεις κάποιων από αυτούς. Φυσικά αποκάλυψε επίσης ότι περίπου 30 πτώματα ήταν θαμμένα στο ίδιο του το σπίτι.

Την ώρα της ομολογίας του τον πήρε ο ύπνος από το μεθύσι και όταν ξύπνησε και του είπαν τι τους είχε αποκαλύψει, προσπάθησε να αποφύγει την κουβέντα και να τα πάρει όλα πίσω. Ήταν όμως πλέον αργά. Ο ύποπτος πίσω από τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις των νεαρών αγοριών είχε επιτέλους βρεθεί.

Οι αρχές άρχισαν νέες εξονυχιστικές έρευνες στο σπίτι της φρίκης και δεν άργησαν να αρχίσουν να ξεθάβουν ένα ένα τα 29 πτώματα νεαρών αγοριών που ήταν θαμμένα εκεί. Τα 27 ήταν στον χώρο του υπογείου και τα άλλα δύο σε διαφορετικά σημεία της αυλής. Βρέθηκαν επίσης και τα άλλα τέσσερα πτώματα, που είχαν πεταχτεί στον ποταμό.

Πολλά από τα νεκρά σώματα έφεραν ακόμα πάνω στο λαιμό το «κόλπο με το σχοινί», ενώ σε άλλα υπήρχαν και διάφορα αντικείμενα, τα οποία φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκαν για την σεξουαλική κακοποίησή τους. Σε κάποια άλλα υπήρχαν μεγάλα κομμάτια υφάσματος ή χαρτιού χωμένα βαθιά στο λαιμό, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτοί πέθαναν από ασφυξία και όχι με τον συνηθισμένο πνιγμό.

Έξι από τα πτώματα που βρέθηκαν δεν μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν.

Η δίκη, το ψυχολογικό προφίλ και ο θάνατος

Η δίκη του John Wayne Gacy έγινε στις 6 Φεβρουαρίου του 1980. Ο αμετανόητος δολοφόνος προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι δεν είχε επίγνωση των πράξεών του και ότι ήταν «θύμα του κακού εαυτού του» που δεν μπορούσε να ελέγξει. Φυσικά δεν κατάφερε να πείσει κανέναν.

Ο ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε επιβεβαίωσε την αντικοινωνική του διαταραχή προσωπικότητας, καθώς και το γεγονός ότι μπορούσε εύκολα να σκοτώνει χωρίς τύψεις. Χαρακτηριστικά ζήτησε από τους δικαστές «να του δείξουν την ίδια συμπόνοια με αυτή που έδειχνε κι εκείνος κάθε φορά που αφαιρούσε τη ζωή των θυμάτων του».

Ο John Wayne Gacy ήταν από αυτές τις περιπτώσεις δολοφόνων που πίσω από τις ανθρωποκτονίες τους κρύβεται μια ακατάσχετη ανάγκη για δύναμη, κυριαρχία και αυτοεπιβεβαίωση. Ικανοποιούνται να αισθάνονται ότι εξουσιάζουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους, στα οποία βλέπουν τον δικό τους καταπιεσμένο εαυτό που κάποτε κακοποιήθηκε με κάποιον τρόπο από κάποιον άλλο. Αυτός ο άλλος για τον Gacy ήταν φυσικά ο πατέρας του.

Η απόρριψη του πατέρα του, η ανελέητη κακοποίηση, οι καταπιεσμένες ομοφυλοφιλικές του τάσεις, το μόνιμο αίσθημα κατωτερότητας και αδυναμίας ήταν τα στοιχεία που διαμόρφωσαν σταδιακά την φρικτή εγκληματική του προσωπικότητα.

Αναζητούσε την αναγνώριση οπουδήποτε, μέσα από τις δουλειές που επιδίωκε να κάνει, τις παρέες του, τους γάμους του, την φαινομενικά άψογη κοινωνική του εικόνα που κανένας δεν έβρισκε λόγο να αμφισβητήσει. Όσους κι αν είχε όμως καταφέρει να πείσει για το πόσο αξιόλογος κύριος ήταν, μέσα του είχε πάντα την ίδια τεράστια ανικανοποίητη ανησυχία. Μια ανησυχία που έβρισκε ικανοποίηση μόνο τη στιγμή που ένιωθε σαν άλλος «θεός» αποφασίζοντας για τη ζωή ή τον θάνατο των δύστυχων θυμάτων του.

Η διπλή ζωή που κατάφερε να διατηρήσει για αρκετά χρόνια, ο τρόπος που «κανόνιζε» τα θύματά του, η επιλεκτικότητα και οργάνωσή του, καθώς και η σχεδόν επιμελής κάλυψη των ενοχοποιητικών του στοιχείων, τον καθιστούν μια από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις serial killers και σίγουρα έναν από τους πιο μισητούς.

Ο John Wayne Gacy καταδικάστηκε 21 φορές σε ισόβια για 21 από τους φόνους του και 12 φορές σε θανατική ποινή, για τους υπόλοιπους 12 που έγιναν μετά τον Ιούνιο του 1977 (όταν καθιερώθηκε νομοθετικά η θανατική ποινή στην πολιτεία του Illinois).

Μεταφέρθηκε στις φυλακές της πόλης Chester του Illinois, όπου έμεινε για 14 χρόνια. Απομονωμένος στο κελί του άρχισε να ζωγραφίζει. Μη φανταστείτε ότι τον έπιασαν ξαφνικά οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Ουσιαστικά ήταν και αυτό μια ακόμα κίνησή του να διατηρεί τη δημοσιότητα που με τόσες ανθρωποθυσίες είχε κερδίσει.

Ζωγράφιζε κυρίως πίνακες με κλόουν, που συχνά απεικόνιζαν και τον ίδιο ως κλόουν «Pogo».  Παρόλο που τα έργα του δεν θα τα χαρακτήριζε κανείς ωραία αισθητικά, κάποια κατάφεραν να πουληθούν μέχρι και για 20.000 δολάρια!

Ο John Wayne Gacy εκτελέστηκε με θανατηφόρα ένεση στις 9 Μαΐου του 1994. Οι τελευταίες του λέξεις πριν την εκτέλεσή του ήταν: «Kiss my ass».

Fun fact 1: Το τελευταίο γεύμα που ζήτησε να φάει ήταν μια μερίδα KFC, 12 τηγανητές γαρίδες, τηγανητές πατάτες, φράουλες και μια coca cola light.  
Fun fact 2:Λέγεται πως η εγκληματική δράση του John Wayne Gacy ήταν η αφορμή να δημιουργηθεί το 1984 η δράση για τα εξαφανισμένα παιδιά που σήμερα είναι γνωστή ως Amber Alert.
Fun Fact 3: Κάποιοι από τους πίνακές του, καθώς και οι δύο στολές κλόουν που είχε φτιάξει για τις παραστάσεις του βρίσκονται στο Μουσείο Εγκλήματος της Washington.