ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Ο Σουρής για την επίθεση στους Κρήτες βουλευτές έξω απο τη Βουλή, το 1912 “Στρατός στους Κρητικούς τις λόγχες του προτείνει”

 

Η δυναμική παρεμπόδιση των Κρητών βουλευτών το 1912, όταν η Κρήτη ήταν ακόμα Αυτόνομη Πολιτεία, να εισέλθουν στη Βουλή των Ελλήνων, υπήρξε μια από τις δραματικότερες στιγμές της Κοινοβουλευτικής Ιστορίας μας. Πρόκειται για απόλυτη σύγκρουση συναισθημάτων που αναγκαστικά καταπνίγονται και εθνικού συμφέροντος, το οποίο υπερισχύει.

Οι εκλογές της 11ης Μαρτίου 1912 ανέδειξαν νικητή τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η Εθνική Συνέλευση της Κρητικής Πολιτείας, ενθαρυμμένη από την παρουσία του Βενιζέλου στην Πρωθυπουργία της Ελλάδας, αποφάσισε αγνοώντας τις διακοινώσεις των Προστάτιδων Δυνάμεων, να εκλέξει την ίδια μέρα 69 αντιπροσώπους, που θα έρχονταν στην Αθήνα, να ορκισθούν και να πάρουν μέρος στις εργασίες της Βουλής των Ελλήνων, ολοκληρώνοντας και τυπικά την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα.

Ιδού η επιστολή του προς τον Γεώργιο Πλουμίδη, που έγραφε χαρακτηριστικά: «Φαίνεται όρισμένως ότι κακός δαίμων εχάλασε τον νουν των συμπατριωτών μου και τους άγει να βγάλουν τα μάτια των»

κάντε κλικ ΕΔΩ για να το δείτε σε .PDF

 

Ο Βενιζέλος δεν αρκέσθηκε στις προειδοποιήσεις.  Ζήτησε από το Βρετανικό στόλο, να συλλαμβάνει όποιον επιχειρεί να φύγει από την Κρήτη.

 

Παρά τα μέτρα, αρκετοί Κρητικοί αντιπρόσωποι διέφυγαν και έφτασαν στην Αθήνα αποφασισμένοι να πάρουν μέρος στις εργασίες της Βουλής. Επικεφαλής τους ο Χαράλαμπος Πωλογεώργης.

 

Το 1911 οι Κρήτες επιχείρησαν να κάνουν το ίδιο, αλλά τους συνέλαβαν οι Βρετανοί και τους φυλάκισαν πρόσκαιρα στο πολεμικό πλοίο «Μινέρβα».

(Στιγμιότυπο από τη σύλληψη των Κρητών βουλευτών το 1911 και την κράτησή τους σε αγγλικό πολεμικό πλοίο)

Η νέα Βουλή των Ελλήνων συνήλθε στις 19 Μαΐου 1912. Εκείνο το πρωί την είχε ζώσει από παντού Στρατός και Αστυνομία. Έλεγχος των εισερχομένων. Και ο Σουρής στο «Ρωμηό» της 19ης Μαΐου 1912 έδινε την εικόνα, γράφοντας:

«Την ελευθέραν είσοδον μια προσταγή τη φράττει
Και στην κυρά την όμορφη και στην ασχημομούρα,
Αι σχέσεις λίαν ομαλαί μ’ όλα τα πέριξ κράτη
Και με την Κρήτη μοναχά τάχουμε λίγο σκούρα».

Κάποια στιγμή, λίγο πριν από την εκλογή Προέδρου Βουλής, ακούσθηκε μέσα στην αίθουσα μια βροντερή φωνή: “Ζήτω η Κρήτη- Ζήτω η Ένωσις”

Τι είχε συμβεί; Ο βουλευτής Ρεθύμνης Δασκαλάκης, συνοδεύοντας τον βουλευτή Κωνσταντίνο Κουμουνδούρο τρύπωσε κρυφά στην αίθουσα και πήρε μέρος στην ορκωμοσία. Πολλοί τον χειροκροτούν και τον συγχαίρουν, αλλά πλησιάζει ο Βενιζέλος και αυστηρά του λέγει:

-Δεν είστε κύριε βουλευτής. Εισήλθατε ως ιδιώτης από λάθος των φρουρών. Και διατάζει να τον απομακρύνουν.

(Το Κτίριο της Παλαιάς Βουλής στο οποίο δεν επετράπη η είσοδος στους εκπροσώπους της Κρήτης)

Και ενώ αυτά συνέβαιναν μέσα, έξω οι ένοπλοι στρατιώτες, το Ιππικό και 200 χωροφύλακες, απώθησαν βίαια τους Κρήτες βουλευτές, που είχαν ξεκινήσει όλοι μαζί από τα Χαυτεία ανεβαίνοντας την οδό Σταδίου. Κατόρθωσαν μάλιστα να διασπάσουν τις τρεις ζώνες των αστυνομικών και των στρατιωτών. Ο κόσμος τους χειροκροτούσε, αλλά οι διαταγές του Βενιζέλου ήταν σαφείς.

Τελικά ο Βενιζέλος, δέχθηκε μια ολιγομελή επιτροπή των Κρητών βουλευτών και τους εξήγησε, ότι τότε ήταν αδύνατον η Ελλάδα, να αναγνωρίσει την Ένωση.
Η αποχώρησή τους μετατράπηκε σε διαδήλωση των Αθηναίων, που κραύγαζαν «Ζήτω η Ένωσις» και πετούσαν τα καπέλα τους στον αέρα.

Ο Γεώργιος Σουρής στο «Ρωμηό» της 26ης Μαΐου 1912 αφιέρωσε πολλούς στίχους γράφοντας μεταξύ άλλων:

«Μάννα που λιθοβολείς, τους μετά Χριστόν προφήτας
Και στας έδρας της Βουλής δεν καθίζεις και τους Κρήτας».

Εξαιτίας αυτής της στάσης της κυβέρνησης, παραιτήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος.

(Φωτογραφία από τα επεισόδιο παρεμπόδισης των Κρητών βουλευτών να εισέλθουν στη Βουλή)

πηγή…

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ   ΠΑΤΡΙΣ  ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ  ΚΡΗΤΗΣ  25-1-2010

 

 

Έτσι θα μπορέσομε να γνωρίσομε, και ενδεχομένως να βοηθήσομε στη διάσωση άγνωστων κειμένων, μεγάλων μορφών της διανόησης, της πολιτικής, των πολιτικών, επαναστατικών και κοινωνικών αγώνων της Κρήτης και των Κρητικών.

Σήμερα παρουσιάζομε ένα από τα πολλά σατυρικά στιχουργήματα που ο Γεώργιος Σουρής αφιέρωνε, πολύ συχνά, στον «Ρωμηό» για τα βάσανα της Κρήτης. Το στιχούργημα ήταν το κεντρικό θέμα στην εφημερίδα του στις 26 Μαΐου 1912, λίγες ημέρες μετά τη δεύτερη προσπάθεια των Κρητών βουλευτών να εισέλθουν στο ελληνικό κοινοβούλιο και να επιβάλλουν την de facto ένωση με την Ελλάδα. Η πρώτη προσπάθεια, στα τέλη του 1911, είχε οδηγήσει στη μαζική φυλάκιση των πληρεξουσίων του νησιού σε πλοίο στη Σούδα, από τη φρουρά των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή τη δεύτερη φορά έφτασαν μέχρι το κοινοβούλιο, αλλά εμποδίστηκαν από το στρατό, καθώς ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνει σε εκείνη τη φάση η ένωση, γνωρίζοντας ότι τόσο η Τουρκία όσο και οι μεγάλες δυνάμεις θα αντιδρούσαν ακόμη και στρατιωτικά σε βάρος της αδύναμης τότε Ελλάδας. Έτσι, όταν έφτασε η κρητική αντιπροσωπεία στη βουλή, εμποδίστηκε από το στρατό να εισέλθει στο κτίριο, ενώ μερικοί πληρεξούσιοι χτυπήθηκαν και τραυματίστηκαν. Αυτή ήταν και η χειρότερη κρίση στις σχέσεις του Ε. Βενιζέλου με τους παλιούς συναγωνιστές του.

Τα γεγονότα αυτά περιέγραψε με το δικό του τρόπο ο Σουρής, στο στιχούργημα που παραθέτομε, το οποίο έχει τον τίτλο «Το τέλος των Κρητικών / λίαν ειρηνικό». Η εφημερίδα υπάρχει στο αρχείο της βουλής.

Τέλος των Κρητικών λίαν ειρηνικόν

Τους Κρητικούς τους είδες;
Τους είδα, Φασουλή,
που με χρυσαίς ελπίδες
τραβούσαν στη Βουλή.

Ητο δεινός αγών,
κιʼ εμπρός παιδιά της Κρήτης,
καθένας συμπολίτης
εφώναζε σφριγών.

Εσκουζαν και κυράδες:
εμπρός, παλληκαράδες,
με θάρρος στην ψυχή…
το βήμα σας ταχύ.

Και προχωρούν εκείνοι
με πόθους μυστικούς…
Στρατός στους Κρητικούς
της λόγχαις του προτείνει.

Τους κύτταζε το πλήθος
με τόσο καρδιοχτύπι,
και μια μεγάλη λύπη
του πλάκωνε το στήθος

Παράταις, πανηγύρια,
μπαλκόνια, παραθύρια,
δρόμοι και πεζοδρόμια
ετόνιζαν εγκώμια.

Καθένας ας θαρρή,
εμπρός, παιδιά της Κρήτης,
και πρώτος προχωρεί
ο στρατηγός Λιμπρίτης.

Κόσμου φιλοπατρία,
κόσμου συνωστισμός,
θλίψις και δυσφορία,
μα κι ενθουσιασμός.

Επερνούσαν απ εκεί
βουληφόροι Κρητικοί,
επερνούσαν ρωμαλαίοι,
τολμητίαι, θαρραλέοι.

Τότ επέρασαν αγώνες,
που τους ύμνησαν αιώνες,
τότ αιμάτων ποταμοί,
τότε δόξα και τιμή.

Τότ επέρασαν σελίδες
μιας μεγάλης ιστορίας
με τουφέκια και λεπίδες
μιας Ελληνικής ανδρείας.

Με τους Κρητικούς εκείνους
ένας νέος κόσμος λάμπει,
και γεμίζουν από κρίνους
αιματοβαμμένοι κάμποι.

Αστραψε κι ο Ψηλορείτης
από χιόνια λαμπερός,
κι ο Μινώταυρος της Κρήτης
εβρυχήθη τρομερός.

Κόσμοι πόθων διαπύρων
της καρδιαίς ξαναφτερόνουν,
μέσα σ αίματα μαρτύρων
τριανταφυλλιαίς φυτρόνουν.

Κ έβλεπα πτερυγισμούς,
κι άκουσα και παφλασμούς
αφρισμένου καταρράκτη.

Κι άστραψαν πολλών ματιαίς,
κι έξαφνʼ άναψαν φωτιαίς,
πούμειναν προ χρόνων στάκτη.

Κ εγώ τότε, φουκαρά,
πέταξα με τα φτερά
αεροπορούντος νου
σε καιρούς φρενοπαθείς,
πούκλεβαν οι Προμηθείς
θείον πυρ εξ ουρανού.

Και θυμήθηκα τους χρόνους, που τους ύμνησες και σύ,
που μας έκανε μεγάλους το πολύπαθο νησί,
και της γης της ελευθέρας έτρεχαν τα παλληκάρια
να ποτίσουνε της Κρήτης τα κατάξερα χορτάρια.

Τι καιροί κι εκείνοι τότε,
προσφιλείς συμπατριώται.
Χρόνοι πόθου μυστικού,
χρόνοι πλούτου ψυχικού.

Εποχή για φασουλάδα,
πούλεγαν για την Ελλάδα
πως της Μιχαλούς χρωστά.

Εποχή πατριωτών
κι εμβροντήτων ποιητών,
που δεν είχαν ποσοστά.

Χρόνοι για πολεμάρχους με τρύπια μεντζισόλα,
χρόνοι για τον Ερνάνη και για την δόνα-Σόλα,
στίχοι ρωμαντικοί
και μέσα στην Ευρώπη,
μούρλα κι εδώ κι εκεί,
και φαντασιοκόποι.

Χρόνοι για Ριγκοκλέτο
και για ξερό κουρκέτο
και ναργιλέ στους Στύλους.

Χρόνοι, βρε Φασουλή,
που δένανε πολλοί
λουκάνικα στους σκύλους.

Χρόνοι παλαβής παρλάτας,
δίχως τόσους όπως τώρα
κηδεμόνας και προστάτας,
που μας κόβουνε τη φόρα.

Χρόνια δίχως νου και γνώσι,
που πετούσαν στα χαμένα,
και δεν φέρνανε κανένα
για να μας διοργανώση.

Χρόνια δίχως Αγγλογάλλους,
που με δίσκο τους μεγάλους
δεν τους πέρναμε παγάνα.

Χρόνια μοναχά για γέρο,
που κανείς σαν τον Καμπέρο
δεν πετούσε με διπλάνα.

Χρόνια φτήνειας, χρόνια σάχλας, χρόνια δίχως φιφτυτού,
χρόνια, Φασουλή κοπρίτη,
που δεν έβλεπες της λόγχαιας του δικού μας του Στρατού
να λογχίζουνε την Κρήτη.

Τα παιδιά τα τιμημένα
τρέχουν τρέχουν λογισμένα
και με ρούχα ξεσχισμένα.

Τρέχουν τρέχουν ολοΐσια
στη Βουλή μας μετ αλμάτων,
διασπούν παλληκαρίσια
πυκναίς ζώναις στρατευμάτων.
Κατ αυτών ορμούν ιππείς
κι άλογα της αστραπής,
πλην αυτοί τους σταματούν
κι ίππων χαλινούς κρατούν.
Τραγωδιών ημέρα,
καϋμένε, Φασουλή,
κι η κόμη στην μητέρα
έτσι πικρά μιλεί: