ΚΟΣΜΟΣ

Ο φορτηγατζής που έφτασε να κυβερνά μια χώρα Αυτή είναι η ιστορία του Νικολάς Μαδούρο, του ηγέτη της Βενεζουέλας

Ο πολύπαθος πρόεδρος της Βενεζουέλας είναι και πάλι στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, με τις πραξικοπηματικές περιπέτειές του να έχουν φέρει πολιτική αναταραχή στην οικουμένη.

Μια από τις πλουσιότερες άλλοτε χώρες της Λατινικής Αμερικής και πρότυπο δημοκρατίας βρίσκεται και πάλι στη δίνη μιας νέας κρίσης, όταν ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Χουάν Γκουαϊδό, αυτοανακηρύχθηκε μεταβατικός πρόεδρος επιχειρώντας να αρπάξει την εξουσία από τον Μαδούρο.

Την ώρα που τα υπόλοιπα έθνη του πλανήτη σπεύδουν να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον Μαδούρο ή να αναγνωρίσουν αντιθέτως τον Γκουαϊδό, με τη ματωμένη αναταραχή στη Βενεζουέλα να έχει έντονη την οσμή του εμφυλίου, ο Νικολάς έγινε αναγκαστικά το πρόσωπο των ημερών.

Ποιος είναι όμως αυτός ο χαρισματικός για κάποιους, αμφιλεγόμενος για κάποιους άλλους, πολιτικός που τόσο απασχολεί την υφήλιο; Αυτός ο οδηγός λεωφορείου που βρέθηκε ξαφνικά υπουργός Εξωτερικών; Αυτός ο πολιτικοποιημένος μαθητής και σπουδαστής που διαφέντευε κάποτε το πολιτικό ρεύμα που είπαν «τσαβισμό» και ήταν ο φωτεινός φάρος της παγκόσμιας Αριστεράς;

Ο οραματιστής τέλος που συμπύκνωνε πάνω του τα ιδεώδη της σοσιαλιστικής επανάστασης και προκαλούσε ανοιχτά την ηγεμονία των ΗΠΑ στο νότιο κομμάτι της αμερικανικής ηπείρου; Ο άνθρωπος που άλλοτε τιμούσαν και σέβονταν από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βολιβία, τον Ισημερινό και τη Νικαράγουα μέχρι και τον Τζέρεμι Κόρμπιν και τον Όλιβερ Στόουν;

Ο πολιτικοποιημένος γιος του αρχισυνδικαλιστή

Ο Νικολάς Μαδούρο Μόρος είδε το πρώτο φως τον Νοέμβριο του 1962 στο Καράκας, ως ο μόνος γιος από τα τέσσερα παιδιά μιας οικογένειας της εργατικής τάξης. Ο πατέρας του ήταν παθιασμένος αριστερός και είχε ενεργή εμπλοκή στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, κληροδοτώντας στον μοναχογιό του τα ίδια ιδεώδη.

Κάτι που ήταν εξάλλου διάχυτο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του φτωχού, εργατικού προαστίου όπου μεγάλωσε, στις υποβαθμισμένες δυτικές συνοικίες του Καράκας. Ο Νικολάς αναμείχθηκε από μικρός με τα κοινά και διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του στο σχολικό συμβούλιο του Γυμνασίου όπου φοίτησε. Από το οποίο δεν υπάρχουν ωστόσο μητρώα πως αποφοίτησε.

Οι συμμαθητές του τον θυμούνται ακόμα ως μια επιβλητική φιγούρα που αρεσκόταν στις αντιπαραθέσεις και τους διαξιφισμούς, καλώντας όλους να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Μέγας φαν της ροκ στην εφηβεία του, ήθελε να φτιάξει το δικό του συγκρότημα και να ακολουθήσει μουσική καριέρα. Σαν των Led Zeppelin που τόσο αγαπούσε! Αντιθέτως, αναμείχθηκε με τις αριστερές πολιτικές νεολαίες και πήρε άλλη ρότα στη ζωή.

Σωστό ζιζάνιο, μπήκε στο στόχαστρο των Αρχών από ιδιαιτέρως τρυφερή ηλικία, καθώς η αστυνομία της Βενεζουέλας τον θεωρούσε ύποπτο για την απαγωγή ενός Αμερικανού από αριστερή παραστρατιωτική οργάνωση που θα δήλωνε αργότερα την υποστήριξή της στον Ούγκο Τσάβες.

Χωρίς όνειρα για πανεπιστημιακή εκπαίδευση, έπιασε δουλειά ως οδηγός λεωφορείου στην εταιρία που διαχειρίζεται τον υπόγειο σιδηρόδρομο του Καράκας. Και αναμείχθηκε από την πρώτη στιγμή με τον μυστικό συνδικαλισμό του σωματείου, λειτουργώντας ως άτυπος εκπρόσωπος του. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του δηλαδή, ήταν αυτός που ίδρυσε συνωμοτικά το εργατικό σωματείο σε μια εποχή που η κρατική εταιρία απαγόρευε τον συνδικαλισμό.

Την ίδια εποχή (1983) φαίνεται να λειτουργεί και ως σωματοφύλακας για έναν αριστερό πολιτικό που κατέβηκε υποψήφιος για την προεδρία της χώρας (José Vicente Rangel). Η στιγμή που καθόρισε ωστόσο τα μαχητικά νιάτα του θα ερχόταν στα 24 του, όταν πλάι σε άλλους αριστερούς από τη Λατινική Αμερική θα βρεθεί στην Κούβα για να φοιτήσει στο ετήσιο σεμινάριο της Κομμουνιστικής Νεολαίας.

Εκεί θα ανδρωθεί πολιτικά και μέσω των κουβανικών συνδέσμων θα γνωριστεί με τον μέντορά του, τον Ούγκο Τσάβες. Επιστρέφοντας στο Καράκας, θα συνεχίσει τη δουλειά του στο τιμόνι του λεωφορείου, θα ανέβει τα σκαλιά της συνδικαλιστικής ιεραρχίας και οι αρχές της δεκαετίας του 1990 θα τον βρουν μέλος της οργάνωσης MBR-200, του πολιτικού σκέλους της αντάρτικης παραστρατιωτικής οργάνωσης του Τσάβες.

Ο πρώην στρατιωτικός Τσάβες θα φυλακιστεί το 1992, για την εμπλοκή του στις πραξικοπηματικές απόπειρες εκείνης της χρονιάς, και ο Μαδούρο θα μετατραπεί σε φλογερό υπέρμαχο της απελευθέρωσής του. Στο πλαίσιο αυτού του κινήματος θα γνωρίσει μια πολλά υποσχόμενη δικηγόρο, μέλος της υπερασπιστικής ομάδας του Τσάβες, η οποία θα γίνει η δεύτερη σύζυγός του. Είχε αποκτήσει ήδη έναν γιο με την πρώτη του γυναίκα.

Όταν ο Τσάβες αποφυλακίστηκε το 1994, ο Μαδούρο ήταν ένα από τα πιο ταγμένα πρωτοπαλίκαρά του…

Ο φορτηγατζής που έγινε υπουργός

Η αμέριστη υποστήριξη του Μαδούρο και των ομοϊδεατών του στον Τσάβες ενσαρκώθηκε στο λεγόμενο «Κίνημα της Πέμπτης Δημοκρατίας», το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στην πετυχημένη προεκλογική εκστρατεία του Τσάβες το 1998. Και με τον πολιτικό του μέντορα πρόεδρο, αυτός και η γυναίκα του μετατράπηκαν σε ένα από τα πιο ισχυρά ζευγάρια της Βενεζουέλας: εκείνη έγινε γενική εισαγγελέας, εκείνος επικεφαλής της Εθνοσυνέλευσης (2000).

Έξι χρόνια αργότερα, υπηρετώντας πάντα σε θέσεις ευθύνης στην κυβέρνηση Τσάβες, χρίστηκε υπουργός Εξωτερικών (2006). Ο Μαδούρο ο φορτηγατζής για γνωστούς και φίλους ήταν πια σε περίοπτη κυβερνητική θέση. Επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Βενεζουέλας χωρίς να μιλά γρι ξένων γλωσσών, παρατηρούσαν πικρόχολα οι ξένοι ανταποκριτές της εποχής.

Οι οποίοι από την αρχή τον έβρισκαν ευγενικό και σταράτο, αλλά μάλλον βαρετό. Ακόμα και ο Τσάβες τον πείραζε κάποιες φορές: «Να, δείτε τον Νικολάς εδώ», είχε πει σε συνέντευξη Τύπου ο πρόεδρος, «όμορφος μέσα στο κοστούμι του, δεν οδηγεί λεωφορείο πλέον». Ο Τσάβες τον εμπιστευόταν όμως. Και επικροτούσε τους χειρισμούς του στην εξωτερική πολιτική της Βενεζουέλας, διαρρηγνύοντας και μπαλώνοντας τις σχέσεις με την Μπογκοτά, απειλώντας την Ουάσιγκτον, φλερτάροντας με την Τεχεράνη και ενημερώνοντας πάντα την Αβάνα.

Από το χαρτοφυλάκιο των Εξωτερικών θα έφευγε το 2013 για να χριστεί αντιπρόεδρος της κυβέρνησης από τον Τσάβες, που είχε κερδίσει την τέταρτη θητεία του τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς, έχοντας ήδη ενημερώσει τον λαό του (από το 2011) πως πάσχει από την επάρατο…

Ο ιδιαίτερος πρόεδρος που ήθελαν να «κατεβάσουν» πολλοί

Ο Μαδούρο ήταν τώρα και επισήμως το δεξί χέρι του μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτιο του 2013. Ο οποίος πρόλαβε ωστόσο πριν κλείσει τα μάτια του να δώσει δημοσίως το δαχτυλίδι της διαδοχής στον Νικολάς.

«Η σταθερή μου άποψη, τόσο καθαρή όσο και η Πανσέληνος, αμετάκλητη, απόλυτη, απαρασάλευτη, είναι … να εκλέξετε τον Νικολάς Μαδούρο ως πρόεδρο», είχε πει χαρακτηριστικά ο Τσάβες σε κείνο τον τραγικό, τελευταίο του λόγο τον Δεκέμβριο του 2012.

Στην προεδρία της Βενεζουέλας εκλέχτηκε τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, επικρατώντας του αντιπάλου του Ενρίκε Καπρίλες με μόλις 1,5% διαφορά. Η Βενεζουέλα είχε βρει, όπως όλα έδειχναν, τον άξιο πολιτικό απόγονο του μεγάλου ηγέτη, έναν γοητευτικό, μαχητικό και λαϊκό Μαδούρο. Ο οποίος έφτασε να πει ότι το πνεύμα του Τσάβες τον είχε επισκεφτεί με τη μορφή ενός μικρού πουλιού!

Αφήνοντας την πολιτική που ακολούθησε κατά μέρος, μιας και δύσκολα θα υπάρξει συμφωνία για τα πεπραγμένα του τουλάχιστον αμφιλεγόμενου προέδρου, τον Αύγουστο του 2018 ο Νικολάς επιβίωσε από αυτό που φαινόταν πως ήταν μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του.

Ο πρόεδρος έδινε την ομιλία του στη στρατιωτική παρέλαση του Καράκας όταν ακούστηκαν δύο εκρήξεις, τραυματίζοντας εφτά μέλη της εθνοφρουράς. Ο ίδιος τη γλίτωσε και αργότερα θα έβρισκαν αυτά τα drones γεμάτα με εκρηκτικά, με την έρευνα του περιστατικού να παραμένει ανοιχτή, παρά το γεγονός ότι ο Μαδούρο την απέδωσε αμέσως στον απερχόμενο κολομβιανό πρόεδρο Χουάν Μανουέλ Σάντος.

Ήταν σαφές ως τώρα ότι πολλοί δεν τον ήθελαν στη θέση του, τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Όπως φάνηκε και στις εκλογές του 2015 για την Εθνοσυνέλευση, όπου οι αριστεροί έχασαν την πλειοψηφία για πρώτη φορά εδώ και 16 χρόνια, καθώς ο κεντρο-δεξιός συνασπισμός επικράτησε κατά κράτος.

Η δημοτικότητά του ήταν πια εμφανώς μειωμένη και ο πόλεμος μεταξύ κυβέρνησης και Εθνικής Συνέλευσης αυτό ακριβώς έδειχνε. Ακόμα και στο Ανώτατο Δικαστήριο έφτασαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον Απρίλιο του 2016 θέλοντας να μειώσουν την περίοδο της προεδρικής θητείας από τα 6 στα 4 χρόνια. Κάτι που συνταγματικά ήταν νόμιμο, κατέληξαν οι δικαστές, δεν μπορούσε ωστόσο να έχει αναδρομική ισχύ για τον εν ενεργεία πρόεδρο!

Εν μέσω οικονομικής κρίσης και πολιτικής αναταραχής, η εθνική εκλογική επιτροπή προσπάθησε την ίδια χρονιά να περάσει την ανάκληση της θητείας του Μαδούρο. Παρά τα πρώτα βήματα που έγιναν όμως, η επιτροπή φάνηκε τελικά απρόθυμη να επικυρώσει τα αποτελέσματα της αναίρεσης, κωλυσιεργώντας και προκαλώντας έναν ακόμα κύκλο βίαιων διαδηλώσεων. Στις 1,8 εκατ. υπογραφές που συγκεντρώθηκαν για να τον διώξουν από την προεδρία, ο Μαδούρο απάντησε βλέποντας νοθεία και πλαστά στοιχεία, κηρύσσοντας ταυτοχρόνως τη χώρα σε δίμηνη κατάσταση έκτακτης ανάγκης και βγάζοντας στρατό και αστυνομία στους δρόμους.

Οι περιπέτειές του με τους ισχυρούς πολιτικούς του αντιπάλους, «τους ακροδεξιούς κύκλους», όπως λέει συχνά, δεν πήραν ποτέ τέλος. Κι αυτός αναγκάστηκε (ή προθυμοποιήθηκε, είναι θέμα οπτικής) να πάρει πολλές φορές μέτρα που προσιδιάζουν σε αυταρχικά καθεστώτα. Ή δικτατορικούς ζυγούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξάλλου, που ελέγχει απόλυτα, έχει υπονομεύσει με κάθε δυνατό τρόπο την αντιπολιτευτική εξουσία της Εθνοσυνέλευσης, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό πολιτικό μείγμα που κλιμακώθηκε στις πραξικοπηματικές περιπέτειες των τελευταίων ημερών.

Παρόλα αυτά, κέρδισε τις εκλογές του 2018 με ποσοστό 67,8%, ξανά εν μέσω καταδικών από τον υπόλοιπο κόσμο για εκτεταμένη νοθεία. Στις 10 Ιανουαρίου 2019 ορκίστηκε για άλλη μια εξαετία, παρά τα προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας και τις προβλέψεις των περισσότερων αναλυτών πως δεν θα επιβίωνε άλλης μιας θητείας, θεωρώντας πλέον τη διακυβέρνησή του «καθαρή δικτατορία».

Αν θα επιβεβαιωθούν όλοι αυτοί μέσα στο καυτό κλίμα των τελευταίων ημερών, όταν στις 23 του μήνα η Εθνοσυνέλευση ανακήρυξε προσωρινό πρόεδρο της χώρας τον πρόεδρό της Χουάν Γκουαϊδό, αυτό μέλλει να φανεί…