ΕΛΛΑΔΑ

Πέτρος Τατσόπουλος: Για 48 ώρες τον αγάπησαν όλοι

Οκτώ ημέρες διήρκεσε το δύσκολο «ταξίδι» του συγγραφέα στο Ιπποκράτειο, ένα ταξίδι μέσα από το οποίο σώθηκε η ζωή του αλλά και η συνείδησή του, όπως ο ίδιος έγραψε στο facebook

Οκτώ ημέρες διήρκεσε το “ταξίδι” του συγγραφέα και πρώην βουλευτή κ. Πέτρου Τατσόπουλου στο νοσοκομείο Ιπποκράτειο, ένα ταξίδι μέσα από το οποίο σώθηκε η ζωή του αλλά και η συνείδησή του, όπως ο ίδιος περιέγραψε σε ανάρτησή του στο facebook, λίγες ώρες μετά το εξιτήριό του, χθες το μεσημέρι.

Από πλευράς αμιγώς ιατρικής πάντως ήταν αντικειμενικά ένα πολύ δύσκολο ταξίδι. Ο οξύς διαχωρισμός αορτής, η πάθηση της καρδιάς με την οποία διαγνώστηκε στο Ιπποκράτειο, την Τρίτη 1 Οκτωβρίου ο 59χρονος συγγραφέας, έχει υψηλή θνητότητα. Αν δεν αντιμετωπιστεί μέσα σε δύο 24ωρα από την στιγμή που εκδηλωθεί ο πόνος, ο ασθενής καταλήγει – οι περισσότεροι ασθενείς καταλήγουν το πρώτο 24ωρο. Ο κ. Τατσόπουλος είχε την… τύχη να εμφανίσει το σύμπτωμα του έντονου πόνου σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση…


Η αρχή της περιπέτειας

«Θα μου επιτρέψετε επειδή αισθάνομαι έναν ισχυρό πόνο στο στήθος να αποχωρήσω», λέει απροειδοποίητα. Πρωί Τρίτης 1ης Οκτωβρίου στο στούντιο του ALPHA, καλεσμένος της εκπομπής «Εκτός Γραμμής» ο Πέτρος Τατσόπουλος, σχεδόν κάτωχρος, δείχνει να υποφέρει. Γέρνει ελαφρά στο πλάι και φέρνει τα χέρια στο πρόσωπό του. Δυσφορία, θολή όραση, ζάλη, φόβος; Οπως και να έχει, τα συμπτώματά του μοιάζουν σε κοινή θέα απελπιστικά σοβαρά. Αργότερα, η κατάστασή του τη δεδομένη στιγμή θα παρομοιαστεί με ένα αυτοκίνητο που τρέχοντας με 200 χιλιόμετρα προσκρούει πάνω σε τοίχο.

Εν τω μεταξύ, ο δημοσιογράφος-παρουσιαστής Τάκης Χατζής αντιλαμβάνεται αμέσως ότι κάτι δυσάρεστο συντρέχει, σηκώνεται από την καρέκλα του στρογγυλού τραπεζιού και του προσφέρει ένα ποτήρι νερό. Ο βουλευτής Δημήτρης Βίτσας, ο οποίος γνωρίζεται με τον συγγραφέα από τις παλιές μέρες και νύχτες των συνοδοιπόρων στα κομματικά γραφεία της Κουμουνδούρου, καθώς και η δημοσιογράφος Λήδα Μπόλα που βρίσκονται στο ίδιο πάνελ παρακολουθούν το τραυματικό συμβάν με αμήχανη ανησυχία. Την ίδια ταραχή νιώθουν και οι κάμεραμαν. Αντίθετα, οι ανυποψίαστοι τηλεθεατές που βλέπουν σε απευθείας μετάδοση πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει σε μια στιγμή η ανθρώπινη φύση αυτοπαρηγορούνται υποθέτοντας ή ευχόμενοι κατά βάθος μια αιφνίδια αλλά παροδική αδιαθεσία του γνωστού καλεσμένου συγγραφέα.

Ενός διανοούμενου ενεργού πολίτη που στις τακτικές δημόσιες παρουσίες του στη μικρή οθόνη αναπτύσσει τολμηρά με ρέουσα γλώσσα τις απόψεις του για θέματα που απασχολούν την κοινωνία. Απροσδόκητα, όμως, η συγκεκριμένη εκπομπή με θέμα το Προσφυγικό διακόπτεται στον αέρα. Δεν μπορεί, κάτι έγινε. Ηδη ο καλεσμένος τσακισμένος από τον πόνο έχει καταρρεύσει λιπόθυμος στο πάτωμα. Μένει δέκα λεπτά αναίσθητος. Με την καρδιά τραυματισμένη, το σώμα σωριασμένο και ασάλευτο, αλλά με το νεύρο της θέλησής του αγκιστρωμένο αδιάσπαστα στη ζωή, δίνει γενναία τον προσωπικό του αγώνα. Δεν σκοπεύει να συνθηκολογήσει αμαχητί. Δεν είναι καν ούτε γεμάτα 60 χρόνων. Και μέχρι τώρα έχει δώσει με έξαψη το «παρών» σε κόντρες, δίχως πολιτισμένες σιωπές, απέναντι σε οτιδήποτε ενοχλητικό, διφορούμενο, παραπλανητικό, ύποπτο, ιδεοληπτικό και απειλητικό. Εχει το δικαίωμα να ουρλιάξει από τον πόνο στο στήθος, αλλά όχι και να του παραδοθεί φτηνιάρικα και μελοδραματικά σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση.

Γύρω του τα εκτυφλωτικά φώτα παραμένουν αναμμένα, αλλά ο αμφιβληστροειδής του δεν συλλαμβάνει την ένταση και τις αποχρώσεις τους, ενώ το αυτί του αφουγκράζεται ασαφώς τα φευγαλέα μουρμουρητά, τους ακατάληπτους ψιθύρους, τους ενοχλητικούς τόνους και τονισμούς από τους αγωνιούντες που προστρέχουν να τον βοηθήσουν. Ευτυχώς, αντί αλλοφροσύνης, χάους και πανικού, επικρατεί ψυχραιμία στο στούντιο. Και ο ασθενής αποδεικνύεται τυχερός μέσα στην ατυχία του, σύμφωνα με το κλισέ που διευρύνει τις διαστάσεις του παράγοντα της αισιοδοξίας μέσα από τις αντιξοότητες. Πράγματι, όμως, είναι τυχερός.

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή βρίσκεται στο κτίριο ο γνωστός πλαστικός χειρουργός Γιάννης Λύρας, ο οποίος ετοιμάζεται να εμφανιστεί στην ίδια εκπομπή για άλλο θέμα. Σπεύδει να προσφέρει στον πάσχοντα άμεση βοήθεια και του κάνει ανάνηψη με μαλάξεις στο στήθος. Καθοριστικό ακόμη είναι ότι το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ το οποίο κλήθηκε για να τον παραλάβει φτάνει σε 15 λεπτά. Διακομίζεται σταθεροποιημένος και έχοντας ανακτημένες τις αισθήσεις του στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Κεφαλαιώδη σημασία επιπλέον έχει ότι η διάγνωση των γιατρών γίνεται γρήγορα. Κινδυνεύει από οξύ διαχωριστικό ανεύρυσμα της αορτής. Με απλά λόγια, έχει σπάσει η αορτή του, είχε γεμίσει αίμα στο περικάρδιο, με αποτέλεσμα αυτό να πιέζει την καρδιά. Κάθε αναβολή επέμβασης κρίνεται ότι θα αποβεί μοιραία. Τον εισάγουν τρέχοντας στο χειρουργείο. Τον χειρουργούν σχεδόν ξύπνιο. «Εγώ τον άνοιγα και ο αναισθησιολόγος τον κοίμιζε», θα διηγηθεί κατόπιν με συγκλονιστικό τρόπο ο χειρουργός Δημήτρης Λυμπεριάδης. Μετά το επιτυχημένο πεντάωρο δύσκολο χειρουργείο στο οποίο υποβάλλεται το μεσημέρι της Τρίτης ήδη κάνει μεγάλη πρόοδο. Νοσηλεύεται πια αποσωληνωμένος και αναπνέει χωρίς τη βοήθεια μηχανικής υποστήριξης. Η παρτίδα στην άκρη της ύπαρξής του φαίνεται πως σώθηκε. Απομένει να ξεδιπλώσει ο ίδιος την περιπέτεια της υγείας του στο χαρτί με τη μοναδική περιγραφική σπιρτάδα αλλά και τη σπάνια διεισδυτικότητά του.

Ενα μεγάλο παιδί

Οι φίλοι του λένε γι’ αυτόν ότι παραμένει αενάως ένα «μεγάλο παιδί». Χαρακτηρισμός που τον ακολουθεί από τότε που όντας παιδί, σχεδόν ανήλικος, έγραψε τους «Ανηλίκους», το πρώτο του μυθιστόρημα πριν από 40 χρόνια. Ακόμη και σήμερα που η μπίλια έχει καθίσει στα 59 δεν έχει παγιδευτεί στην ηλικιακή φάκα της ωριμότητας. Διατηρεί αμείωτη την ευαισθησία, την αλληλέγγυα προθυμία, την αθυροστομία, το ορμητικό χιούμορ και το πείσμα μιας πληθωρικά αντισυμβατικής εφηβείας η οποία ξεσπαθώνει και δακτυλοδεικτεί όταν νιώθει ότι προσβάλλεται. Οχι όταν στριμώχνεται. Απόδειξη, όμως, ότι και ως αιωνίως «παιδί» είναι παράλληλα και «μεγάλο» αποτελεί η μεστή σοβαρότητα και η επαγγελματική μεθοδικότητα με τις οποίες αντιμετωπίζει τη συγγραφή. Καταχωρημένος πια ως ένας από τους πιο πετυχημένους συγγραφείς της λεγόμενης «λογοτεχνικής γενιάς του ’80», μέχρι σήμερα έχει γράψει 20 βιβλία, αρκετά εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά και τσεχικά.

Εχει συνυπογράψει ακόμη δύο σενάρια για τον κινηματογράφο: τους «Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου το 1981 και δύο χρόνια μετά την «Υπόγεια Διαδρομή» του Απόστολου Δοξιάδη. Σχετικά με το πρόσφατο πόνημά του «Η κυρία που λυπάται», έχει ήδη ξεκινήσει από το φετινό καλοκαίρι -μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να εκλεγεί βουλευτής με το ψηφοδέλτιο της Ν.Δ.- την παρουσίαση και προώθησή του σε όλη την Ελλάδα. Οσο για τους δημόσιους διαξιφισμούς του, σημειώνουν όσοι τον γνωρίζουν εκ του σύνεγγυς, αυτοί είναι απότοκο του γνήσια εκρηκτικού του ταμπεραμέντου και όχι η αναπαράσταση μιας προβαρισμένης εξεγερσιακής πρόζας. Από την άλλη, οι πολλοί αντίπαλοί του -ανάμεσα σε ακραίους κύκλους της ιεραρχίας, «σαλταρισμένους παλαιοημερολογίτες», υπερσυντηρητικά προσηλωμένους πολιτικούς, «στρατόκαυλους ψεκασμένους» και «σφίχτερμαν, σατανιστές, ακροδεξιούς, μπλόγκερ», όπως ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει- του έχουν επιτεθεί ανελέητα.

Τον σκιαγραφούν, με λιγότερο δεινή, είναι αλήθεια, αφηγηματική φλέβα απ’ όση διαθέτει ο ίδιος, ως «γκρινιάρη κουλτουριάρη, αβαθή εξυπνάκια και αντεθνικώς βλάσφημο», που έχει πάντα λυμένο το ζωνάρι για δημόσιες κόντρες. Με αυτό το ύφος και τις αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις του, επιμένουν οι ίδιοι, μοστράρεται ως σχολιαστής στα social media και την τηλεόραση για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Τον επικρίνουν δηλαδή ως δημοσιοθήρα δήθεν ανομολόγητων επιδιώξεων, ενώ εδώ και πολλά χρόνια, προτού καν πολιτευτεί, το όνομά του βρίσκεται σε πρώτη χρήση στην ατζέντα τηλεοπτικών δημοσιογράφων. Χώρια που η προσωπική του σελίδα στο Διαδίκτυο είναι από τις πιο δημοφιλείς και συχνά τα ΜΜΕ αναπαράγουν τις αναρτήσεις του.

Εκείνο, πάντως, που δεν συγχωρούν στον Τατσόπουλο οι αντίπαλοί του είναι ο χειμαρρώδης και τσεκουράτος λόγος του. Δεν ανέχονται εκείνη την καυστική, πλην καθημερινή και με εύστοχες επισημάνσεις γλώσσα που δεν αφήνει καμία από τις εις βάρος του αιωρούμενες κακοήθειες να πέσουν κάτω. Τις σημαδεύει στον αέρα είτε αυτές προέρχονται, όπως λέει ο ίδιος, από «πυροβολημένους συνωμοσιολάγνους», είτε από «επιφανείς εκπροσώπους τόσο της βλαμμένης Δεξιάς όσο και της βλαμμένης Αριστεράς». Πόσο μάλλον όταν εκπορεύονται από «τις σκαταποθήκες της Χρυσής Αυγής». Με την ίδια αιχμηρή και ενίοτε προκλητική γλώσσα έχει χαρακτηρίσει τον Πάνο Καμμένο «κινούμενη χοληστερίνη» και εμμέσως έχει περιγράψει τις γνώσεις του Αλέξη Τσίπρα αποδίδοντας με ακαταμάχητη ειρωνεία στη γνώριμή του από τα διάφορα πάνελ Ρένα Δούρου, η οποία έλεγε: «Είχε πλήρη επίγνωση ότι στην Ελλάδα κανένας πολιτικός δεν τιμωρήθηκε για την αμορφωσιά του».

«Η καλοσύνη των ξένων»

Γεννημένος τον Δεκέμβρη του 1959 στο Ρέθυμνο, καταχωρημένος στο ληξιαρχείο της πόλης ως «αγνώστου πατρός», ζει ορφανός μέχρι τα 8 του χρόνια στο ΠΙΚΠΑ. Τον υιοθετούν ο Βαγγέλης και η Ρεγγίνα Τατσοπούλου, που, όπως σημειώνει ο ίδιος, «κουτσοκατάφεραν να με πείσουν ότι ήμουν δικός τους γιος». Μεγαλώνοντας έχει τις αμφιβολίες για τη βιολογική του προέλευση και εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας των θετών γονιών του, αλλά και επειδή δεν είχε εντοπίσει πουθενά φωτογραφία που να τον δείχνει μικρότερο από 8 ετών. «Τι διάβολο; Δεν μπουσούλησα; Δεν βαφτίστηκα;» γράφει στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Η καλοσύνη των ξένων» που πρωτοεκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2006 με τίτλο δανεισμένο από μια φράση της Μπλανς Ντι Μπουά, στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς. Δεκαεννέα χρονών θα ανακαλύψει «εκ παραδρομής» ένα έγγραφο που του άφησε κληρονομιά ο θετός πατέρας του λίγο προτού πεθάνει, το οποίο επιβεβαιώνει τις υποψίες του.

Μετά το αρχικό σοκ αναζητεί τη βιολογική του μητέρα, τη βρίσκει, δεν αναγνωρίζει κανένα ιδιαίτερο δέσιμο μαζί της, την κρίνει με τρυφερότητα και δεν την καταδικάζει. Της χρωστάει πάνω απ’ όλα ευγνωμοσύνη που τον έφερε στη ζωή, αλλά αποφαίνεται ότι «γονείς είναι αυτοί με τους οποίους έχεις ζήσει μαζί». Ο ίδιος ανατέμνει δημοσίως την ιστορία της υιοθεσίας του με ευαισθησία, χιούμορ, δόσεις συγκίνησης και κυνισμού, με τη σιγουριά που του δίνουν η χρονική απόσταση, η εσωτερική τακτοποίηση, η αυτογνωσία -γιατί όχι- και η καταξίωση. Είναι πλέον από καιρό πασίγνωστος, σε όσους διαβάζουν, συγγραφέας που βρίσκεται στις λίστες των ευπώλητων με επιτυχημένα βιβλία όπως «Το παυσίπονο» και «Η καρδιά του κτήνους».

Προφανώς και δεν έχει γεννηθεί χαρισματικός συγγραφέας με ένα προνόμιο που του επιφύλαξαν οι Μοίρες ή επειδή συνωμότησε το σύμπαν να προικιστεί με αυτό. Το έχει παλέψει στη σταδιοδρομία του βιώνοντας πρώιμες εμπειρίες στη ρευστή, διεγερτικά αμφίθυμη ατμόσφαιρα και τη γλυκόπικρη πολιτική σύγχυση της εποχής της Μεταπολίτευσης. Παρατάει τις σπουδές του στις σχολές της Βιομηχανικής και της Παντείου και αποκομίζει εμπειρίες. Δουλεύει ως ασκούμενος κοινωνικός λειτουργός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος, πωλητής βιβλίων στο εμβληματικό «Χνάρι» της οδού Κιάφας, όπου ένα φεγγάρι μένει στο πατάρι εξαιτίας τσαμπουκαλεμένων ιδεολογικών μικροκαβγάδων, μετά σερβίρει ποτά στο μπαρ «Ιντριγκα» στη Θεμιστοκλέους στα Εξάρχεια, την εποχή που γράφει το πρώτο του βιβλίο. Νέος, γοητευτικός, ατίθασος, με πλούσια ανακατεμένα μαλλιά, αλλά όχι και ανακατεμένες ιδέες κάτω από αυτά, γίνεται σύντομα αποδεκτός από το σινάφι των μεγαλύτερων ηλικιακά ντόπιων συγγραφέων, κουβεντιάζει με την μποέμ διανόηση, διαβάζει πολύ και επιδίδεται σε μπαρότσαρκες με την παρέα του. Νορμάλ παιδί εκείνης της συγκυρίας, έξυπνο και προοδευτικό με τους όρους της εποχής των 80s, δίχως επιδειξιμανίες και δονκιχωτισμούς, χτίζει προσεκτικά τη συγγραφική του καριέρα. Το έχει, άλλωστε. Ευφορικό και διεισδυτικό στυλ, χιουμοριστικός οίστρος και πρωτότυπη αφήγηση που καταγράφει σε πρώτο πρόσωπο μικρές ή μεγάλες ιδιοτροπίες και παρεκκλίσεις της καθημερινής ρουτίνας. Είναι μάλλον πολύ κοντά στο πνεύμα του Αμερικανού συγγραφέα Χένρι Ντέιβιντ Θόρω που έγραφε: «Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι για να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί για να ζήσεις».

Σταδιακά γίνεται σύμβουλος εκδόσεων στον Λιβάνη και τον Καστανιώτη, κομπάρσος στην τηλεοπτική σειρά «Λούφα και Παραλλαγή» και τηρεί έντιμη στάση όταν το 2010 παραιτείται από τη βραχύβια θέση του αντιπροέδρου στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) καθώς του ζητήθηκε να προχωρήσει σε περικοπές και απολύσεις. Ακαταπόνητα εργατικός, εμφανίζεται ως παρουσιαστής της εκπομπής βιβλίου «Πνεύμα αντιλογίας» στη δημόσια τηλεόραση, όπου τολμά να παρουσιάσει το ηρωικό σύμβολο, κατ’ άλλους ιερό τοτέμ, της Αριστεράς Μανώλη Γλέζο με τον Μαθουσαλίξ του πασίγνωστου κόμικ Αστερίξ. Φρικάρει τότε η εφημερίδα «Αυγή» με την «ιεροσυλία», λιγότερο πάντως απ’ όσο ξεσηκώθηκαν αργότερα τα απανταχού του πλανήτη εθνικιστικά ζόμπι με τη σκιαγράφηση ενός αμφιλεγόμενου προφίλ για τον μεγάλο ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη σειρά ντοκιμαντέρ «1821» στον ΣΚΑΪ.

tatso1

Ο best seller συγγραφέας κρίνεται, ακόμα και από εκείνους που δεν έχουν περάσει την πόρτα βιβλιοπωλείου, ότι αποδομεί βάναυσα και με θλιβερά υπονοούμενα την αυθεντική εθνική αφήγηση. Αλλά το αυτί του Τατσόπουλου δεν ιδρώνει, όπως ακριβώς δεν δαγκώνει και τη γλώσσα του. Την τελευταία δεν τη στρογγυλεύει, ούτε τη σιδερώνει. Δεν πτοείται ακόμη κι όταν του ξεφεύγει το μακρινό 2012 στο περιοδικό «Crash»: «Εδώ έχω πηδήξει τη μισή Αθήνα και αυτοί της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να με αποκαλούν αδερφή». Επιλέγει αυτό το σχήμα λόγου για να απαντήσει στις λάσπες περί των δήθεν γκέι σεξουαλικών του προτιμήσεων που του επιρρίπτει η χρυσαυγίτικη μοχθηρία. Αργότερα θα παραδεχτεί δημοσίως ότι είχε πει «μαλακία»!

Προφανώς και τότε δεν θα έβγαζε φόρα παρτίδα φωτογραφίες με τα παιδιά του ή με τις συζύγους του για να διαμηνύσει το ανίσχυρο του γελοίου ισχυρισμού. Δεδομένου ότι ήταν παντρεμένος στο παρελθόν με την ηθοποιό Αννυ Λούλου και μαζί απέκτησαν τον γιο τους, τον 26χρονο σήμερα Γιάννη. Ούτε φυσικά θα δημοσιοποιούσε ότι από τον δεύτερο πολιτικό γάμο του με τη δικηγόρο Ελένη Νικολαΐδου έχουν φέρει στον κόσμο την 11χρονη σήμερα κόρη τους Δανάη. Ωστόσο, κρίνεται ότι μετά την αποκήρυξη της φράσης του -που προκάλεσε ντελίριο σχολίων στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, με ειρωνικές αναρτήσεις σε στυλ «Είναι κεφάτη, γυρίζει από του Τατσόπουλου»- ως συγγραφέας όφειλε να γνωρίζει πως ό,τι διαγράφει από τον δημόσιο λόγο του είναι αυτό που τον ορίζει. Αλλά τότε ήταν στις φούριες του το φλερτ του με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν η φάση όπου συγγραφέας είχε, όπως λέει, την περιέργεια να δει κατά πόσο ισχύει το «οποιαδήποτε γνώμη έχεις για την πολιτική δεν έχει σημασία από τη στιγμή που είσαι απέξω».

Πώς έμπλεξε με την πολιτική

Εκλογικά άκαπνος έως τα 50 του χρόνια, θα μάθαινε από κοντά την ισχύ της περίφημης φράσης του Τσόρτσιλ «έξω από το κόμμα μου είναι οι αντίπαλοί μου και μέσα στο κόμμα μου οι εχθροί μου».
Τον Μάιο του 2012 εκλέγεται βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Παίρνει στις κάλπες 18.000 σταυρούς. Η υποψηφιότητά του είναι προσωπική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα, καθώς ο ίδιος εκτιμά τότε ότι ο αναγνωρίσιμος συγγραφέας απευθύνεται σε ένα εναλλακτικό κοινό και μάλιστα σε μια περίοδο με χαρακτηριστικά πολιτικής απαξίωσης και αντισυστημικής ψήφου. Ενδεχομένως το έως τότε «χαμογελαστό αγόρι» της Κουμουνδούρου δεν είχε διαβάσει ούτε ένα βιβλίο του παρά τις συστάσεις της Ρένας Δούρου, η οποία είχε κανονίσει και το ραντεβού των δύο ανδρών. Η σχέση αναμενόμενα δεν καρποφορεί ανάμεσά τους και λόγω ιδιοσυγκρασίας.

Η εξωστρέφειά του δεν συναρθρώνεται με το εκάστοτε μονόχνοτο κλειστό κλαμπ συνωμοσιολόγων και άγρυπνων φρουρών της ιδεολογικής καθαρότητας. Ο Τατσόπουλος λοιδορείται και χλευάζεται στην «Αυγή» με ένα δήθεν σατιρικό κείμενο που τον αποκαλεί «γελωτοποιό του ΣΥΡΙΖΑ». Είναι πλέον ξένο σώμα και αντιμετωπίζεται περίπου σαν ψώνιο. Δεν του ταιριάζουν ο φανατισμός και η επιθετικότητα στην Κοινοβουλευτική του Ομάδα, με την οποία η σχέση του έχει οριστικά κακοφορμίσει. Δεν τον χωράει πια ο τόπος. Μετά τη συνάντησή του με τον Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2014 ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ζητά και επίσημα την παραίτησή του από την Κ.Ο. Ανεξαρτητοποιείται και αποχωρεί προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, όταν πολλοί σπεύδουν στο κόμμα το οποίο επελαύνει προς την εξουσία. Εχει ήδη καταγγείλει τον τυχοδιωκτισμό της ηγετικής ομάδας, τη λαϊκίστικη αντιπολίτευση, τον στρατηγικό εναγκαλισμό του με τους ΑΝ.ΕΛ. και την ανοχή προς τα φαινόμενα βίας.

Τις εμπειρίες του ως «εύκολο θύμα» ή «αδύναμος κρίκος» από τη συμμετοχή του στο κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα τις καταγράψει γλαφυρά το 2016 στο βιβλίο του με τίτλο «Ημουν κι εγώ εκεί». Στις σελίδες του με μια αφήγηση από τον κόσμο των παρασκηνίων με τις κλίκες του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει εξομολογητικά, στις περίπου 100 από τις 400 σελίδες του βιβλίου, το πώς συμπορεύτηκε με ανθρώπους που «ζούσαν στην κοσμάρα τους», «είχαν φέρει από το σπίτι το ταπεράκι με τις πολιτικές τους ιδέες κατευθείαν από την κατάψυξη» και «περιφρονούσαν την κοινή λογική». «Στον ΣΥΡΙΖΑ επικρατούσε ένα είδος ανάποδης αριστείας», αναφέρει στο βιβλίο ο Πέτρος Τατσόπουλος. Και δίνει παραστατικά ένα παράδειγμα που πιθανότατα θα το εκτιμούσε ο Αλέκος Φλαμπουράρης. «Υπάρχει ένα παιχνίδι από τα πολλά της πόκας που λέγεται μιζέρια», γράφει. «Ενώ σε όλα τα παιχνίδια πόκας κερδίζει όποιος έχει το καλύτερο φύλλο, στη μιζέρια κερδίζει όποιος έχει το χειρότερο». Ενα τέτοιο παιχνίδι έπαιξε και ο μετρ της θεωρίας των παιγνίων Γιάνης Βαρουφάκης την περίοδο της περήφανης διαπραγμάτευσης.

Ωστόσο, η σύντομη, μάλλον πικρή, εμπλοκή του συγγραφέα με την ενεργό πολιτική τη συγκεκριμένη περίοδο δεν του αποτρέπει τη συμμετοχή του στο Ποτάμι. Αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής το 2015 και δηλώνει ότι επιστρέφει σε αυτό που έκανε σε όλη την ενήλικη ζωή του: να γράφει βιβλία. Δεν θέλει να γίνει γυρολόγος της πολιτικής μεταπηδώντας από κόμμα σε κόμμα. Αλλά ποτέ μη λες ποτέ… Τηρεί την υπόσχεσή του να αφοσιωθεί στη συγγραφή, έως ότου το 2017 εμφανίζεται σε μια όχι και τόσο επιτυχημένη διαμαρτυρία στο Σύνταγμα των «Παραιτηθείτε». Εκεί που οι άλλοι βλέπουν σκοπιμότητες, ο Πέτρος βλέπει ιδανικά, λέει ο περίγυρός του. Συγκρουσιακός αλλά και ευαίσθητος ρομαντικός καλλιτέχνης και ταυτόχρονα ορθολογιστής, είρωνας και αυτοσαρκαστικός, αλλά πάντα με ρεαλιστική γείωση, χρειάζεται να ανιχνεύσει έμπρακτα πριν πάρει το μονοπάτι.
Ακολουθεί η πρώτη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ο συγγραφέας δίνει το «παρών» στο τελευταίο συνέδριο της Ν.Δ. Χάρη στον γραπτό λόγο του και τις δημόσιες παρεμβάσεις του επιλέγεται από τον πρόεδρο της Ν.Δ. να ενταχθεί στα ψηφοδέλτια των εθνικών εκλογών σηματοδοτώντας τη διεύρυνση του κόμματος με πρόσωπα που δεν προέρχονται από τον χώρο του.

Ωστόσο μια νέα καριέρα στη Βουλή δεν γίνεται εφικτή καθώς δεν εκλέγεται στις πρόσφατες εκλογές του Ιουλίου. Αναπόφευκτα επιστρέφει στον γνώριμό του, επιτυχημένο δρόμο των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων. Εχει, άλλωστε, το χάρισμα του χειρισμού μιας γλώσσας αποτελεσματικής, δηλαδή καθαρής και απολύτως ακριβούς. Και επειδή κάθε πεζογράφημά του είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, για την υπόθεση της υγείας του που τον ταλαιπώρησε δεν χρειάζεται να μιλήσει μέσα από προσωπεία ή μάσκες. Το έχει ήδη κάνει με πνευματώδες ύφος και πλουραλιστική αφηγηματική ευστροφία τόσο στην υπόθεση της υιοθεσίας του όσο και με συναίσθηση ευθύνης κατά την πολιτική εμπλοκή του με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο φιλικός του κύκλος είναι σίγουρος ότι θα το επαναλάβει. Σύντομα, ανυπόκριτα και απολύτως υγιής. Γιατί ο ευρυμαθής και πολυπράγμων Πέτρος Τατσόπουλος γνωρίζει τη ρήση του Αλμπέρ Καμύ: «Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα έχουν σχολιαστές».

protothema.