ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

ΠΑΛΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ

Το να επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε ένα θέμα, που αφορά έναν παλιό γάμο στην Κρήτη, αυτό δεν είναι εύκολο, αφού από χωριό σε χωριό είχαμε μικροδιαφορές, όσο αναφορά τα τοπικά έθιμα, αλλά και οι μαρτυρίες μας, από παλαιότερους που θυμούνται, διαφέρουν κι αυτές.

 

 Κείμενο – φωτογραφίες:

 Γεώργιος Χουστουλάκης -Ερευνητής τοπικής κρητικής λαογραφίας

Επίσης, το πολύ παλιό, με το παλιό, και το λιγότερο παλιό, πάλι έρχονται σε σύγκρουση.
Το θέμα του κρητικού γάμου επειδή είναι μεγάλο, το χωρίσαμε σε 5 ενότητες, τις οποίες διαδοχικά θα σας παρουσιάσουμε παρακάτω…
Τα περισσότερα παλιά έθιμα του γάμου στην Κρήτη, εγκαταλείφθηκαν σταδιακά και κράτησαν μέχρι το 1965 και αυτά μόνο σε λίγα ορεινά χωριά. Έκτοτε επικράτησαν κάποια έθιμα κατά τόπους, τα οποία αφενός μεν έχουν διατηρηθεί  μέχρι σήμερα, από τους ρομαντικούς εκείνων των παλιών καλών εποχών, αφετέρου όμως, χωρίς την αυθεντικότητα και την ομορφιά που είχαν κάποτε.
Πριν ξεκινήσουμε την πολύ όμορφη ιστορία, για το πώς φτάναμεμε από το προξενιό έως το γάμο, θα πρέπει να πούμε, πως σε πολλές περιπτώσεις παλιά, ο νέος στην Κρήτη έκλεβε τη κοπελιά και δεν ακολουθούσε την φυσιολογική διαδρομή που θα αναφέρουμε παρακάτω!
Σε περίπτωση «κλοπής» της κοπελιάς, αλλά και στην περίπτωση που δεν είχε γαμπρός σπίτι, εκεί βέβαια είχαμε διαφοροποιήσεις στα όσα αναφέρουμε παρακάτω.
Χωρίς σπίτι ο γαμπρός, δεν πήγαινε πουθενά να ζητήσει γυναίκα, είτε μόνος είτε με μεσολαβητές, γιατί δεν θα του τη δίδανε!
Από την πλευρά της γυναίκας, θα μιλούσαν ειρωνικά για την περίπτωση αντίδρασης του γαμπρού, όπως π.χ την κλασική φράση:
«Γιατί; Τον πλήγωσε το κλειδί στο κόκκαλο;»
Ήταν η συνηθισμένη ειρωνική φράση τότε, να μην διαμαρτύρεται τάχα ο γαμπρός και εννοούσαν για τον ενδιαφερόμενο, «χωρίς σπίτι που πάει;»
Τα κλειδιά βέβαια τότε των σπιτιών ήταν πολύ μεγάλα, και τα κρεμούσαν πράγματι στον κόκκαλο, δηλαδή κάπου στη μέση της ζώνης και στο πλάι.
Αν πάλι την έκλεβε τη κοπελιά και δεν υπήρχε και σπίτι, τότε υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα.
Δεν του δίδανε τίποτα τα πεθερικά του και πολλές φορές και οι γονείς του.
Σε αυτές τις περιπτώσεις αναλάμβαναν κάποιοι χωριανοί.
Διάφοροι μεσάζοντες, θα φροντίσουν να τους βρουν ένα ακατοίκητο σπίτι στο χωριό, να μείνουν δυο τρία χρόνια προσωρινά.
Πρέπει επίσης να πούμε, πως οι περισσότερες τότε σχέσεις ήταν πλατωνικές και ο άνδρας που αγαπούσε μια κοπέλα, δεν την πείραζε, τη σεβόταν και απλά σχεδίαζε τον τρόπο για να τη κάνει γυναίκα του μελλοντικά.
Ήταν οι εποχές που οι γυναίκες κοκκίνιζαν σαν έβλεπαν τον αγαπημένο τους κάπου και διασταυρώνανε τα βλέμματά τους, αλλά ενίοτε και οι άνδρες!

ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ
Στις τοπικές κοινωνίες, συνήθως ο νέος ήταν αυτός που «μπόλιαζε», ξεχώριζε δηλαδή μια κοπέλα και αν εκείνη με την προσωπικότητάς της, ή το χαραΚτήρα της, τα χαρίσματά της, εντυπωσίαζε το νέο, και η μορφή της, του σημάδευε βαθειά τη καρδιά και το μυαλό, δεν έβλεπε άλλη καλύτερη λύση από να τη ζητήσει σε γάμο!
Μπορούσε βέβαια και ο ίδιος ο πατέρας, να πάει να μιλήσει για λογαριασμό του γιού του, στοΝ πατέρα της κοπελιάς.
Eδω πρέπει να πούμε, πως ένας άνδρας, για να έχει το θάρρος να ζητήσει γυναίκα, έπρεπε απαραίτητα τα παλιά χρόνια, να διαθέτει τουλάχιστον όπως είπαμε δικό του σπίτι!
Αν για διαφόρους λόγους, δεν το διέθετε, τότε απλά, δεν … εδικαιούτο γυναίκα!
Πάση θυσία πάντως, έπρεπε να λυθεί το θέμα του σπιτιού.
Εφ’ όσον ο άνδρας είχε ξεπεράσει το πρόβλημα του σπιτιού και για να χαίρεται λοιπόν και
τηΝ κοπελιά σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, έπρεπε «να βάλει μπροστά τη κατάσταση» και να το συζητήσει το θέμα με τον πατέρα του, για το πώς ακριβώς θα ενεργήσουν.
Να βρουν δηλαδή τον κατάλληλο άνθρωπο και να πάει και να τη ζητήσει από τους γονέους της κοπέλας για λογαριασμό του.
Έτσι διάλεγαν έναν έμπειρο και πειστικό άνθρωπο, από το δικό τους περιβάλλον, να πάει στο σπίτι της κοπελιάς και να τη ζητήσει επίσημα από τοΝ πατέρα της.

Επομένως, αφού έχει ενημερωθεί ο μεσολαβητής – προξενητής, κάποια στιγμή θα επισκεφτεί το σπίτι της κοπελιάς, για τα περεταίρω.
Πολλές φορές ο ίδιος ο πατέρας του γαμπρού, έβρισκε θειάδες, μπαρμπάδες, ή άλλους συγγενείς της κοπελιάς και τους μίλαγε σχετικά.
«Εκείνηνέ μπρέ η κοπελιά μας αρέσει, εσύ ήντα λες;»
Και έτσι έπαιρναν μια πρώτη γνώμη και ανάλογα προχωρούσαν ή όχι.
Το πιο συνηθισμένο πάντως ήταν, να στείλουν προξενητή στο σπίτι.
Φυσικά σαν θα πάει ο προξενητής στο σπίτι της κοπέλας, θα μπει μέσα πατώντας το κατώφλι της πόρτας πάντα με το δεξί πόδι και πάντα από την κύρια είσοδο του σπιτιού!
Και αυτό για να έχει ελπίδες για αίσιο αποτέλεσμα!
Στο τέλος της συζήτησης και ειδικά αν η συζήτηση έχει προς στιγμήν αισιόδοξο αποτέλεσμα, ο προξενητής θα ξαναβγεί από την ίδια πόρτα!
Και όλα αυτά φυσικά, για να μη χαλάσει το προξενιό!
Σε αυτές τις περιπτώσεις επίσης (λέει το έθιμο), ο προξενητής θα φορά ένα ρούχο ανάποδα, η θα φορά διαφορετικές κάλτσες, ή παπούτσια, γιατί έτσι λένε, θα εδραιωθεί και θα στεριώσει το προξενιό του!
Σαν περάσει λοιπόν την πόρτα στο σπίτι της κοπελιάς, θα προσπαθήσει να πει τη παραγγελιά του γαμπρού, με τον καλύτερο πειστικό τρόπο στον πατέρα της.
Θα εκθειάσει τα προσόντα του υποψήφιου γαμπρού, το χαρακτήρα του, τα περιουσιακά του στοιχεία (αν διαθέτει), και να διασφαλίσει στην κοπελιά, πως θα πρέπει να νοιώθει σιγουριά κοντά του και θα ζήσει ευτυχισμένη, αφού της εξασφαλίζει πως στα χέρια του η νύφη θα περάσει καλά και δε θα πεινάσει ποτέ!
Ο πατέρας της κοπελιάς, θα ακούσει τον προξενητή με ιδιαίτερη προσοχή και σοβαρότητα.
Θα παρακολουθεί λέξη προς λέξη τα λόγια του προξενητή, και θα προσπαθήσει , κυρίως αν ο γαμπρός είναι ξενοχωριανός, να αποσπάσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το γαμπρό, για την λεβεντιά του, για την οικογένεια του, αλλά και την οικονομική του κατάσταση της οικογενείας του.
Το πρώτο πράγμα που θα ρωτήσει ο πατέρας, θα είναι φυσικά αν έχει σπίτι! Μόνον αν έχει θα περάσουν στο επόμενο βήμα, αλλιώς το προξενιό τελειώνει εκεί!
Αν ένας επιδιώκει να βρει γυναίκα, χωρίς να διαθέτει σπίτι, ασφαλώς και δεν του τη δίδουν!
Συνήθως, σπάνια τα ξεκόβουν από τη πρώτη στιγμή, θα ειπωθούν καλά λόγια για το γαμπρό και την οικογένεια του, μαζί με τα χαιρετίσματα, και τη τελική απάντηση θα τη πάρουν μετά παρέλευση ολίγων ημερών, και αφού ζητήσουν να μάθουν τις απαιτήσεις του γαμπρού σε προίκα.
Πρώτα πρώτα ο πατέρας, θα πρέπει να συζητήσει το θέμα με τη κόρη του, και η κόρη θα ζητήσει να δει και εκείνη το γαμπρό!
Και αυτό γιατί κατά πως λένε, κανείς δεν παίρνει «γουρούνι στο σακί»! Δηλαδή «γουρούνι άθωρο», που δεν έχουν δει δηλαδή τη θωριά του!
Αφότου φύγει όμως ο προξενητής, ο πατέρας της κοπελιάς, με τη σειρά του, «θα βάλει αθρώπους» να ερευνήσουν «το ποιόν» του γαμπρού και της οικογένειάς του, και θα προσπαθήσει, να μάθει όσο γίνεται περισσότερες πληροφορίες από δω κι από κει για τον άνθρωπο που θα αναλάβει τη ζωή της κόρης του!
Θα ορίσουν ένα ραντεβού κάπου, ή σε ένα ζαχαροπλαστείο, ή σε ένα σπίτι, να ειδωθούνε οι δυο νέοι και να «τοπώσουν» καλά το γαμπρό, αν είναι άγνωστος στο χωριό.
Αν πατέρας και κόρη συμφωνήσουν τελικά στο πρώτο ναι, αφού οι πληροφορίες είναι καλές για το γαμπρό, θα του «μηνύσουν» κι εκείνοι με τον ίδιο προξενητή, τον οποίο θα στέλνουν να πάει στου γαμπρού, με τη παραγγελιά, να έρθει ο συμπέθερος και να συζητήσουν τα περεταίρω, λέγοντας:
«Πες τους πως τους τη δίδουμε»!
Αφού γίνει και αυτό, και επίσημα ή παρασκηνιακά, οριστεί τι προίκα θα δώσει ο πατέρας της κοπελιάς στο γαμπρό, τότε προχωρούν σε μια επίσημη συνάντηση, γιατί ο γαμπρός πρέπει να επισημοποιήσει την κατάσταση και να δώσουν αμφότεροι τα χέρια, και φυσικά να δώσουν λόγο!
Τις περισσότερες φορές στην Κρήτη, δεν δίδανε πολλά πράγματα στην αρχή, στο νέο ζευγάρι.
Συνήθως δίνανε ένα χωράφι για να το καλλιεργούνε, λίγες ελιές, ένα γαιδούρι, ή ένα μοσχάρι, ένα πρόβατο ή μια κατσίκα για να πίνουν το γάλα.
Με αυτή τη μαγιά έκαναν το ξεκίνημά τους, και αργότερα στη μοιρασιά έπαιρναν πάλι μερίδιο.
Το ζευγάρι έπρεπε και αυτό να είναι αυτοδημιούργητο, όπως και οι γονείς τους.

Το λογοδόσιμο
Από δω και πέρα, ξεκινάει το πλησίασμα των δυο οικογενειών, που συνήθως θα συνοδεύεται με το ανάλογο κρασοπότι και φαγοπότι!
Επάνω εκεί στα τραπεζώματα εκατέρωθεν, θα οριστεί και η ημερομηνία που θα τα ξεκόψουν, οριστικά και να δοθεί ένα «σημάδι», δηλαδή «το πρώτο δαχτυλίδι», ή «το μπάσιμο» που λένε στο Μηλοπόταμο.
Η ημέρα που διαλέγουν για την συνάντηση για να τα ξεκόψουν, είναι συνήθως η Δευτέρα, γιατί τη Δευτέρα, τη θεωρούσαν παραγωγική μέρα.
Ποτέ όμως Τρίτη, γιατί αντίθετα η μέρα αυτή την είχαν για γρουσούζικη μέρα!
Μας έμεινε σε εμάς τους Ρωμιούς, τώρα και πεντακόσια χρόνια, πως η Τρίτη είναι γρουσούζικη μέρα!
Την Δευτέρα λοιπόν, από το πρωί ο πατέρας της νύφης ετοιμάζει φαγητά, να υποδεχτεί τους συμπεθέρους και όλους τους καλεσμένους.
Στο λογοδόσιμο, σε κάποια μέρη καθόριζαν παλιά και το προικοσύμφωνο, και καμιά φορά όριζαν αμέσως και την ημερομηνία των αρραβώνων!
Στην Κρήτη αυτό δεν ίσχυσε πολύ, γιατί εκ των πραγμάτων όπως είπαμε, δεν δίνανε πολλά πράγματα.
Εδώ βέβαια, αν ο γαμπρός ήταν ερωτευμένος με τη κοπέλα, ή την είχε κλέψει πριν, όπως το συνήθιζαν πολύ, τότε δεν είχε καμία απαίτηση, πέραν από τη κοπελιά και ότι άλλο θέλανε να του δώσει ο πεθερός του από δικού του!
Ο μέλλον γαμπρός, όταν πάει για να τα ξεκόψουν, αν είναι επιφανής και θέλει να κάνει εντύπωση, θα καλέσει αρκετούς συγγενείς και φίλους, να έρθουν για «να δώσουν λόγο», και να περάσουν «το πρώτο δαχτυλίδι».
Στο σπίτι λοιπόν της κοπέλας που έχουν μαζευτεί όλοι, κάποια στιγμή πριν το φαγητό και αφού έχουν προηγηθεί από προηγούμενες συναντήσεις τα βασικά περί απαιτήσεων, βγάζει το δαχτυλίδι της, η μάνα του γαμπρού και το βάζει της κοπελιάς και το ίδιο κάνει και ο πατέρας της κοπελιάς και το βάζει του μέλλοντα γαμπρού.
Αγκαλιάζονται, ασπάζονται μεταξύ τους και εύχονται να είναι ευτυχισμένα τα παιδιά τους.
Αυτά βέβαια είναι προσωρινά τα δαχτυλίδια. Αργότερα που θα μπουν τα κανονικά στους επίσημους αρραβώνες, ή θα επιστραφούν αν δεν τα θέλει το ζευγάρι, ή πάλι θα τα κρατήσουν αν θέλουν.
Μπορεί τα δαχτυλίδια που πέρασαν να είναι παλιά, συμβολίζουν όμως ότι «εδώθη λόγος» που θα πρέπει να τηρηθεί εκατέρωθεν και ο «λόγος» στην Κρήτη έχει μεγάλο κύρος!
Στη πράξη το συμβολικό δαχτυλίδι θέλει να πει, πως ο νέος πράγματι έχει καλό σκοπό, και τους δίνει το λόγο του, πως θα φτάσει έως τα σκαλιά της εκκλησίας να στεφανωθεί τη κόρη τους.
Το ζευγάρι πλέον μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα μαζί δημόσια, χωρίς καμία κοινωνική κατακραυγή.
Λέγανε και τη φράση: να “κόψουνε τη κλωστή” και εννοούσαν και πάλι το λογοδόσιμο.
Ποτέ όμως το ζευγάρι δεν ήταν ούτε λεπτό μόνο του!.Πάντα τους συνόδευαν άνθρωποι από το περιβάλλον της κοπέλας.
Απαγορευόταν αυστηρά οι προγαμιαίες σχέσεις.
Στο χωριό πλέον όλοι λένε, πως «η τάδε επαντρεύτηκε με τον τάδε», και εννοούσαν το λογοδόσιμο τους!
Από αυτή τη στιγμή η κοπελιά ανήκει πλέον οριστικά στο νέο  και ο νέος στης κοπελιάς του και κανείς δεν επιτρέπεται να ανακατευθεί ανάμεσά τους!
Μετά από το τυπικό των δαχτυλιδιών, ακολουθούσε οπωσδήποτε φαγοπότι, για να ευχηθούν και με το καλό και στα στέφανα, να επισφραγιστεί η χαρά όλων!

Προετοιμασίες για τον αρραβώνα  Στη συνέχεια θα κανονιστεί ποια μέρα  ταιριάζει σε όλους (πάλι εκτός Τρίτης και Τετάρτης), να πάνε στη αγορά να κάνουν τα ψώνια, κυρίως ρούχα και χρυσαφικά.
Αν όριζαν ας πούμε Πέμπτη, από το πρωί θα κατέβαιναν όλοι στην πόλη, θα πάνε στο χρυσοχοείο, και θα αγοράσουν τα πρώτα χρυσαφικά.
Ο πατέρας του γαμπρού στην υποψήφια νύφη του, θα της πάρει τις βέρες, βραχιόλια σκουλαρίκια κλπ και ο πατέρας της κοπέλας στο γαμπρό, κυρίως ρολόι και ένα σταυρό.
Με δυο λόγια, ο πατέρας της κοπέλας θα «αποφανίσει το γαμπρό» και ο πατέρας του γαμπρού θα «αποφανίσει» την κοπελιά, που θα γίνει νύφη του, ανάλογα την οικονομική τους δυνατότητα.
Δώρα όμως αγοράζει το ζευγάρι και για τα αδέρφια  και τα πεθερικά τους.
Αυτά μπορεί να είναι χρυσαφικά, ρούχα κλπ.
Δώρα επίσης σε ρούχα, κάνουν και οι συμπέθεροι μεταξύ τους, «έτσι για το καλό» , μια και όλοι θέλουν να ξεκινήσουν, με τις καλύτερες προϋποθέσεις, για την ευτυχία των παιδιών.
Χρυσαφικά ρούχα και λοιπά, όλα τα υπόλοιπα, θα τα αγοραστούν και αργότερα, πριν τον επίσημο αρραβώνα.
Τώρα πλέον, δεν έμενε τίποτε άλλο, από το να οριστεί η «μέρα των αρραβώνων»
Η μέρα αυτή ορίζεται πάλι από κοινού εν ευθέτω χρόνο και που συνήθως είναι μέρα Κυριακή!

Ο επίσημος αρραβώνας  Ο αρραβώνας, από το ευραϊκό erabon, που σημαίνει ενέχυρο, λέξη που μας ήρθε από πολύ παλιά από τις εμπορικές συναλλαγές με τους Φοίνικες.
Η ακριβής ημέρα του αρραβώνα, είχε ήδη προσδιοριστεί από τις δυο οικογένειες, κατά πως τους βόλευε.
Μια βδομάδα όμως πριν την καθιερωμένη ημερομηνία, έχουν φροντίσει να ειδοποιήσουν όσους θα παρευρίσκονται στη τελετή.
Την ημέρα αυτή, ο πατέρας της υποψήφιας νύφης, θα έχει κάνει πάλι ετοιμασίες για να τιμήσει τους καλεσμένους του.
Πάλι ο γαμπρός αν είναι επιφανής, θα φέρει κάμποσους καλεσμένους, για να δώσει έμφαση και κύρος από την πλευρά του.
Θα έχουν αγοραστεί και τα υπόλοιπα χρυσαφικά εκατέρωθεν των πεθερικών, αλλά δώρα θα βάλουν στην αρραβωνιαστικιά και οι κοντινοί συγγενείς της, θείοι και θείες.
Παλιά αν η οικονομική κατάσταση δεν ήταν καλή, δεν έκαναν πολλά έξοδα στον αρραβώνα, και δε καλούσαν πολλούς.
Την ημέρα και ώρα που έχει οριστεί λοιπόν ο αρραβώνας, όλοι θα κατευθυνθούν προς το σπίτι της νύφης!
Από τη στιγμή που θα φθάσουν η οικογένεια του γαμπρού με τους καλεσμένους του, στο σπίτι της νύφης, θα ανταλλάξουν ευχές και φυσικά δεν θα λείπει και ο λυράρης με το λαουτιέρη , που δεν λείπουν από τις χαρές των παιδιών.
Ας μην ξεχνάμε πως ένα παιδί, από μικρό, όταν έδινε ή έκανε κάτι καλό σε κάποιον, έστω κι αν πρόσφερε ένα ποτήρι νερό πάντα του έλεγαν τη φράση:
«Σ’τσι χαρές σου!»
Αυτές λοιπόν τις χαρές εννοούσαν, τα γλέντια στη παντρειά του.

Τα δώρα στον αρραβώνα
Τα πιο συνηθισμένα δώρα που αντάλλαζαν τότε στον αρραβώνα, εκτός από τα λουλούδια που πρόσφερε ο  γαμπρός στη κοπέλα, ήταν να της κάνει δώρο και ένα άσπρο μικρό κρητικό μαχαιράκι! Από τότε η κοπέλα θα το κρέμαγε στη ζώνη της.
Συνήθιζαν πολύ παλιά, κυρίως το 18 αιώνα, οι αρραβωνιασμένες κοπέλες, να φοράνε μια ειδική πάνινη ζώνη, που έφερνε δυο στροφές γύρω από τη μέση της, και εκεί απάνω περνούσαν το κρητικό μαχαίρι του γαμπρού. Αυτό ήταν και το «σήμα κατατεθέν» πλέον, που σήμαινε ότι η κοπέλα είναι αρραβωνιασμένη.
Η κοπέλα συνήθως, έκανε δώρο στο νέο, ένα κρητικό κρουσάτο μαντήλι της κεφαλής, που το είχε πλέξει η ίδια!
Στη συνέχεια για τον αρραβώνα ο παππάς, που ήταν κι αυτός στη συνοδεία του γαμπρού, σταματάει στην πόρτα του σπιτιού, του παραδίδει ο γαμπρός τα δαχτυλίδια και μπαίνοντας στο σπίτι, ξεκρεμά από τον τοίχο το εικόνισμα, και σε ένα τραπέζι στολισμένο με ένα λευκό κεντητό τραπεζομάντηλο, τοποθετεί πάνω το εικόνισμα, τα κουφέτα σε ένα δίσκο, και τα λουλούδια στο βάζο, που θα στολίσουν το τραπέζι.
Θα γίνει το πρώτο κέρασμα, κυρίως με λικέρ, για να κάνουν τις πρώτες ευχές.
Θα υπογραφεί το προικοσύμφωνο και από τα δύο μέρη, αν και στη Κρήτη αυτό δεν ίσχυσε ιδιαίτερα και ξεκινά ο παππάς τον αρραβώνα.
Θα σταυρώσει ο παππάς τα δαχτυλίδια, θα διαβάσει μια ευχή, και θα τα περάσει στα δάχτυλα των αρραβωνιασθέντων.
Ο παπάς θα φορέσει το ένα δαχτυλίδια στο δάχτυλο, τον αριστερό παράμεσο, του αριστερού χεριού την μέλλουσας νύφης, και αντίστοιχα στου γαμπρού!
Σε κάθε βέρα από μέσα, αναγράφεται το όνομα του κάθε ενός, και καμιά φορά η ημερομηνία τέλεσης του αρραβώνα.
Αν δεν υπάρχει παππάς, αυτό το κάνει ο πατέρας.
Σε άλλες περιπτώσεις που υπάρχει φτώχεια, όλο αυτό γίνεται σε στενό οικογενειακό κύκλο, μόνο με γονείς, αδέρφια, παππούδες γιαγιάδες, φίλοι κλπ.
Το στόλισμα της αρραβωνιαστικιάς με χρυσαφικά
Μετά το σταύρωμα των δαχτυλιδιών από τον παπά, και το πέρασμα των δαχτυλιδιών, ακολουθεί στη συνέχεια το στόλισμα της αρραβωνιαστικιάς!
Έπειτα βάζει στην αρραβωνιαστικιά χρυσαφικό ο πατέρας και η μητέρα του αρραβωνιαστικού, και στη συνέχεια τα αδέρφια του.
Στον αρραβωνιαστικό επίσης, θα βάλει η μητέρα της αρραβωνιαστικιάς ένα σταυρό, και ο πατέρας ένα χρυσό ρολόι.
Θα ακολουθήσουν να ανταλλάσουν δώρα , η μια οικογένεια προς την άλλη.
Δώρα θα βάλουν στη αρραβωνιστικιά και οι πρώτες θειάδες και θείοι της.
Φυσικά, μετά τη τελετή του αρραβώνα, θα στρωθεί γλέντι τρικούβερτο, που συνήθως δινόταν έξω στην αυλή, αν ήταν καλοκαίρι, ή σε μια μεγάλη αίθουσα, ή στο σαλόνι του σπιτιού, αν ήταν χειμώνας.
Τις περισσότερες φορές στον αρραβώνα γίνεται γλέντι με λύρα και λαούτο, με χορό και τραγούδι, θα το πάνε μέχρι τα ξημερώματα, για να μείνει σε όλους η μέρα αυτή, μια όμορφη ανάμνηση!
Στην παρέα θα πούνε ευχές” και στο γάμο σας με το καλό”, “χαρές να ‘χετε” “καλά διάφορα”, ” να ζήσετε να σογεράσετε” κλπ.
Δεν θα λείπουν πάλι οι μαντινάδες, που σχετίζονται με τη βραδυά:

«Απόψε λάμπει ο ουρανός, φεγγάρι και τ’ αστέρια…απόψε αρραβωνιάζονται, δυο άσπρα περιστέρια»

«Μια μαντινάδα θελ΄α πω, απάνω στο κεράσι, το αντρόινο που γίνηκε, να ζήσει να γεράσει»

«Μα ηντά ναι δα και ετουτανά, ο ξένος με τη ξένη, να γίνονται δικολογιά, και φίλοι μπιστεμένοι»

«Ποιος είναι ο προξενητής, απού να φάει μέλι, που ένωσε τον αητό, με τα΄ασπρο περιστέρι»

Θα απαντήσει και ο προξενητής:
«Το αντρόινο που γίνηκε, είναι δικολογιά μου, Θεέ μου και να περνά καλά, να χαίρετ΄ η καρδιά μου»
proxenio

ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ – ΜΕΡΟΣ Β’
(ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΠΡΟΓΑΜΟ)
Aφότου λοιπόν γινόταν η γνωριμία, αφού συμφωνούσαν και “κόβανε την κλωστή”, δηλαδή, δίνανε λόγο, κάνανε και τον επίσημο αρραβώνα, είναι καιρός πλέον, να οριστεί και η ημερομηνία του γάμου.
Συνήθιζαν παλιά, να κάνουν γάμους το καλοκαίρι ως το φθινόπωρο, γιατί ήταν πιο ανθηρή εποχή από οικονομικής άποψης και δεν υπήρχαν και πολλές πολλές δουλειές.
Το καλοκαίρι, μπορούσε να γίνει ο γάμος, ακόμα και στην αυλή του σπιτιού και φυσικά υπήρχαν και πολλά φρούτα και αγαθά την εποχή εκείνη.
Ο γάμος στην Κρήτη, όπως και η βάφτιση, είναι οι σπουδαιότερες τελετές, που το γλέντι κρατούσε μια βδομάδα έως και δέκα μέρες καμιά φορά !
Περίπου δεκαπέντε μέρες πιο μπροστά, έχουν κατεβάσει τα οζά από το βουνό, που είναι για σφαγή και έχουν κουβαλήσει και τα ξύλα για το φούρνο.
Έχουν ορίσει έγκαιρα επίσης και τα παρανυφάκια, τα οποία και αυτά μπήκαν στο παιχνίδι πολύ μεταγενέστερα.

Ο ΚΑΛΕΣΤΗΣ
Μια βδομάδα πιο μπροστά, από την ημερομηνία του γάμου, έχουν φτιάξει τη λίστα με τους καλεσμένους.
Αν το χωριό δεν είναι πολύ μεγάλο, καλεσμένοι είναι όλοι οι χωριανοί!
Απλά οριζότανε ένας καλεστής, ο οποίος πέρναγε από όλες τις γειτονιές του χωριού, και όποιον έβρισε μπροστά του, του έλεγε:
«Την Κυριακή παντρεύει ο τάδε τη κόρη του και σας ε καλέι να πιείτε ένα κρασί»
Βέβαια στα ορεινά χωριά της Κρήτης. καλεσμένοι θεωρούνται όλοι, ανεξάρτητα αν είναι μικρό η μεγάλο το χωριό!
Απλά το συζητάνε στο καφενείο του χωριού, και από ‘κει διαδίδεται από στόμα σε στόμα, έτσι το μαθαίνει όλο το χωριό.
Τον δικό του καλεστή και τους δικούς του καλεσμένους έχει κάθε οικογένεια και βάζουν καλεστή συνήθως ένα σε κάθε χωριό, για να ειδοποιεί τους χωριανούς του εκεί, όσοι φυσικά είναι καλεσμένοι, με βάσει μιας λίστας ονομάτων.
Στη Κρήτη καλούν πολλούς στο γάμο όπως και στη βάφτιση.
Πριν μια βδομάδα ξεκινούν οι

Προετοιμασίες για το γάμο
Ο γαμπρός με τη νύφη θα πάνε στην πόλη, να ψωνίσουν με τους γονείς τους, ότι δεν είχαν ψωνίσει στον αραββώνα.
Ο πατέρας της νύφης, θα παραγγείλει το γαμπριάτικο του γαμπρού και παπούτσια, που τότε ήταν τα στιβάνια.
Επίσης, θα του αγοράσει και ένα χρυσό δαχτυλίδι, χρυσό σταυρόπουκάμισοσαλβάρια και πολύ αργότερα ένα ρολόι.
Πολύ παλιά, το γαμπριάτικο ήταν η επίσημη κρητική βράκα, με στιβάνια, και ένα τσόχινο καπότο, με φόδρα από μέσα με κόκκινη τσόχα, στολισμένη με διάφορα κεντήματα.
Μετά τη μεταπολίτευση, φορούσαν γκιλότα, σαλβάρια και σακάκι.
Πολύ αργότερα ήρθε το κουστούμι του γαμπρού, με το παπούτσι.
Για τη νύφη, εκτός του νυφικό και το πέπλο, της αγόραζαν , δαχτυλίδι, λίρες, ή πεντόλιρα, σταυρούς, βραχιόλια, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, τσάντα, μεσοφόρια, εσώρουχα κλπ
Οι δε μουμπουνιέρες, εμφανίστηκαν πολύ αργότερα.
Αν τα οικονομικά το επέτρεπαν, της αγόραζαν και ένα ακριβό παλτό, και ένα βραδινό φόρεμα.
Όλα αυτά τα χρυσαφικά βέβαια, διέφεραν, ανάλογα την οικονομική κατάσταση.
Άλλως παίρνανε τα απαραίτητα.
Με λίγα λόγια, ο πατέρας της νύφης θα “αποφανίσει το γαμπρό”, και ο πατέρας του, θα “αποφανίσει τη νύφη”, ανάλογα τις δυνατότητες τους.
Τα στέφανα τα αγόραζε ο κουμπάρος, και επίσης έκανε ένα καλό δώρο στο ζευγάρι.
Αργότερα καθιερώθηκε να κάνουν δώρο και στον κουμπάρο, και στους κουνιάδους και κουνιάδες.
Ο κουμπάρος, ορίζεται συνήθως από την μεριά του γαμπρού.

Οι καντάδες του μέλλοντα γαμπρού
Συνήθως δεν άφηναν το γαμπρό να βρεθεί κοντά στη μέλλουσα νύφη, ούτε καν να τη δει, τουλάχιστον την τελευταία εβδομάδα.
Έτσι κάποιες φορές, ο γαμπρός, έχοντας τη λαχτάρα της στην καρδιά του, με δυο τρείς φίλους του, θα πάνε στο σπίτι της αγαπημένης του, ακόμα και αν είναι στο ξενοχώρι και έξω από το σπίτι της, θα της κάνουν καντάδα και θα της πούνε μερικές μαντινάδες:
“Ξύπνα διάλε τον ύπνο σου, και μη βαρικοιμάσαι, γιατί ο ύπνος ο πολύς, μαραίνει και χαλάσαι”

“Σήμερα δεν επάτησα, χώμα ‘πο τη χαρά μου, γιατί ‘δανε τα μάθια μου, τα πεθυμά η καρδιά μου”

“Ξύπνα διάλε τον ύπνο σου, και ξάνοιξε πια πέρα, για να σε ιδούν τα μάθια μου, να πάρει ο νούς μου αέρα”

Σε παρόμοιο στυλ, έλεγαν κάμποσες μαντινάδες.
Η καρδιά της νέας ακούγοντας τον αγαπημένο της, θα σκιρτήσει, γιατί νοιώθει πως ο αγαπημένος της τη σκέφτεται.
Αν βέβαια έκανε και ένα σινιάλο με το να αναβοσβήσει το φΩς, η παρέα θα έφευγε πιο ικανοποιημένη, και ειδικά μέλλων γαμπρός, που η κοπελιά ανταποκρίθηκε στη καντάδα τους, και τους έκανε σινιάλο!

Την Τετάρτη κανονίζανε τα κελαρικά και τις μαγείρισσες 
Από το πρωί της Τετάρτης και από τις δύο οικογένειες, έπρεπε να μεριμνήσουν για το χώρο που θα τοποθετηθούν τα κρεατικά και θα οργανώσουν το μαγέρικο. Ο πατέρας θα κανονίσει να βρει μάγειρες και μαγείρισσες, τους κελάρηδες, αλλά και τους σερβιτόρους.
Οι κελάρηδες αμέσως θα πιάσουν δουλειά, γιατί θα αρχίσουν από την Τετάρτη να έρχονται τα πρώτα κανίσκια. Θα ξεχωρίζουν τα κρέατα από τα κανίσκια, ποιο κάνει για ανάλογο ψήσιμο, βραστό , στο φούρνο με πατάτες ή ψητό.
Οι ψήστες είχαν την ευθύνη του μαγειρέματος και το ψήσιμο στο φούρνο και στο καζάνι, και οι σερβιτόροι στο σερβίρισμα.
Οι μάγειροι κανόνιζαν πότε και τι θα φάνε, και μαγείρευαν δύο φορές την ημέρα.

Από την Τετάρτη καταφθάνουν και τα πρώτα κανίσκια 
Τα κανίσκια ήταν ψάθινες κανισκάρες, για αυτό λεγόταν και κανίσκια. Λεγόταν και πανιέρια και τα έφερναν γεμάτα δώρα, που κρατούσαν οι διάφοροι συγγενείς από το ίδιο χωριό.
Οι στενοί συγγενείς κρατούσαν ολόκληρο σφαχτό, ή άλλοι , ανάλογα, είτε μισό σφαχτό, ή “ένα γουλίδι” κρέας, που αγόρασαν από το χασάπη.
Στο πανιέρι είχαν και ένα μπουκάλι κρασί, 5 κιλών, ένα μπουκάλι ρακί, και 5 φρέσκα ψωμιά, αν είχαν ζυμώσει πρόσφατα.
Όμως έφερναν και πολλά άλλα, όπως τυριάαυγά, διάφορα φρούταρύζιρεβύθιαμακαρόνιαπατάτες, ακόμα και κρεμμύδια!
Ότι δηλαδή θα είναι χρήσιμο στο γάμο!
Τα κανίσκια θα έρχονται σταδιακά και τη Πέμπτη αλλά και μέχρι και το Σάββατο

kaniskia
Από τη Τετάρτη κανονίζανε και το που θα «ξωμείνουν», δηλαδή που θα κοιμόνται, σαν έρθουν οι ξενοχωριανοί καλεσμένοι.
Βασικό μέλημα του πατέρα, να «έχει κάνει κολάι», που θα μείνει ο κάθε ξενοχωριανός με την οικογένειά του.
Έπρεπε να επιστρατεύσει τους εδώ συγγενείς στο χωριό, να παραχωρήσουν ένα χώρο, στο πάτωμα, σε καναπέ ή κρεβάτι για να κοιμηθούν, όσες μέρες θα είναι ο γάμος
Τετάρτη επίσης βγάζανε τα προικιά της νύφης από τα μπαούλα να αεριστούν

sentouki
Την Τετάρτη, αλλά αν δε βόλευε, αυτό γινόταν και Πέμπτη, είχαμε και το «αέρισμα των προικιών», στο σπίτι της νύφης, βγάζοντάς τα από τα μπαούλα.
Η νύφη, από τη στιγμή της γέννησης της, θα αρχίσει και η προίκα να μεγαλώνει παράλληλα, κατά τη διάρκεια της ζωής της.
Από το πρωί λοιπόν της Τετάρτης, η νύφη θα καλέσει τις φίλες της, γειτόνισσες, ξαδέρφες ή άλλους συγγενείς, να πάνε σπίτι της, να «βγαλουν από τα μπαούλα τα προικια της»!
Προικιά, ήταν ο απαραίτητος ρουχισμός, και ότι είναι απαραίτητο για να στηθεί ένα νοικοκυριό.
Και όταν λέμε ρουχισμό, εννοούμε, σεντόνια, πατανίες, χιράμια, σακιά, βουργίδια, διάφορα κεντήματα και πλεχτά σεμεδάκια, πετσέτες, μαξιλαροθήκες, και καμιά καλή φορεσιά, για επίσημες στιγμές.
Εκεί λοιπόν όλα τα κορίτσια, με κέφι και με αστεία, θα μαζευτούν από το πρωί, θα ανοίξουν τα μπαούλα να αεριστούν τα ρούχα, και θα τα βάζουν ένα ένα και στη συνέχεια θα τα τοποθετήσουν σε μία καθαρή σεντόνα, που θα τη στρώσουν πάνω στο κρεβάτι, ή στο πάτωμα.
Τα κορίτσια καμιά φορά, λένε και κάποιες μαντινάδες που τραγουδούσαν τα ίδια.
Λέγανε αυτοσχέδιες μαντινάδες, και ασφαλώς υπήρχαν γυναίκες που είχαν ταλέντο σε αυτό!
Φυσικά τα προικιά θα μείνουν πάνω στη σεντόνα για να αεριστούν, μέχρι το μεσημέρι της Παρασκευής, που θα έρθουν οι άνθρωποι του γαμπρού για να τα παραλάβουν.

Πέμπτη, η μέρα που ερχόταν οι Γαμηλιώτες από τα ξενοχώρια 
Χρονολογικά, από την Πέμπτη αρχίζει η πραγματική διαδικασία του γάμου, με τον ερχομό των καλεσμένων από άλλα χωριά, και θα συνεχισει και την Παρασκευή που θα είναι το αποκορύφωμα.
Οι περισσότεροι ξενοχωριανοί συγγενείς, με γαϊδούρια ή μουλάρια, θα αρχίσουν να έρχονται οι πρώτοι, από Πέμπτη, στο χωριό της νύφης, έως ο Σάββατο.
Μια συνοδεία λοιπόν συγγενών του γαμπρού, θα πάνε στο σπίτι της νύφης, κρατώντας κανίσκια με περιεχόμενο αυτά που αναφέραμε παραπάνω.
Οι γαμηλιώτες, θα έμεναν στα σπίτια που είχαν κανονιστεί, και πολλοί βοηθούσαν και στις δουλειές του γάμου. Τις πιο πολλές ώρες όμως, τις πέρναγαν πίνοντας και τρώγοντας, αφού φαί είχε μεσημέρι και βράδυ!

Την Πέμπτη και ο

Πρόγαμος 
Πέμπτη ήταν πιο κατάλληλη μέρα για ένα επίσημο τραπέζι για τους καλεσμένους συγγενείς μια και κρέας υπήρχε άφθονο, από αυτό που έφερναν οι ίδιοι οι καλεσμένοι συγγενείς.
Παλιά δεν ξέρανε για «πρόγαμο», αυτή είναι ορολογία που χρησιμοποιείται τελευταία.
Το τραπέζι αυτό, το ονόμασαν αργότερα « πρόγαμο». Ήταν δηλαδή ένα επίσημο γλέντι για τους καλεσμένους.
Φυσικά προγαμιαίο γλέντι, μπορούσαν να τον κάνουν όποτε θέλουν, ακόμα και το Σάββατο, που είχανε και τους περισσότερους καλεσμενους!

Παρασκευή – το ζύμωμα 
Η Παρασκευή ήταν η πιο κατάλληλη μέρα για να ζυμώσουν τα γαμοκούλουρα και γενικά όλα τα κουλούρια, για να είναι φρέσκα στο γάμο.
Έτσι νωρίς το πρωί, οι άνδρες αναλάμβαναν να ανάψουν το φούρνο, με τα ξύλα που είχαν έγκαιρα προμηθευτεί, και οι γυναίκες επιδίδονταν στο ζύμωμα για τα εφτάζυμα κουλούρια!

gamokoulouro
Παρασκευή σφάζανε και τα πρώτα σφαχτά 
Επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία, τα σφαχτά άρχιζαν να τα ετοιμάζουν, από την Παρασκευή βράδυ, και τα κρεμάγανε στα τσιγκέλια για να σιτέψουν, μέχρι την επ’ αύριο, που θα τα τεμαχίσουν. Τα υπόλοιπα φυσικά το Σάββατο το πρωί.

Παρασκευή επίσης πήγαιναν να πάρουν τα προικιά της νύφης!
Αφού ήδη η νύφη έχει ετοιμάσει τα προικιά της, αφού τα είχε στήσει πάνω σε μια σεντόνα για να αεριστούν, κατά το μεσημέρι της Παρασκευής, άνθρωποι του γαμπρού, θα πάνε με τα μουλάρια, άλογα ή γαϊδούρια στο χωριό της, στολισμένα, για να τα φορτώσουν και να τα πάνε στο σπίτι του γαμπρού.
Και όταν λέμε να τα πάνε «στο σπίτι του γαμπρού», δεν εννοούμε στου πατέρα του, αλλά στο νέο σπιτικό του ζευγαριού!

Το σάκιασμα των προικιών 
Σπουδαία στιγμή, στα έθιμα του γάμου, είναι και η ώρα που θα «σακιάσουν τα προικιά»
Σε κάποιες περιπτώσεις και όχι πάντα, ειδικοί μαντιναδολόγοι, ή μαντιναδολόισες, θα λένε και από μια μαντινάδα, ανάλογα με ποιο προικιό θα τοποθετείται από το σωρό μέσα στο σακί.
Ανάλογα τη κάθε περίπτωση λέγανε και την ανάλογη μαντινάδα.

«Νύφη μου κερά νύφη μου, στο πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να ‘ ναι η ζύμη σου και κάδιο το νερό σου»
Σε μια περίπτωση που είχε πεθάνει ο πατέρας της νύφης, κάποιος είχε πει την εξής μαντινάδα:
«Πάρετε ένα τηλέφωνο, στον Άδη μία δόση, να ‘ρθει τση νύφης ο μπαμπάς, και την ευκή να δώσει!»
Έτσι σιγά σιγά θα γεμίζει ένα ένα το κάθε σακί, ενώ η μάνα της νύφης, στο πάτο του κάθε σακιού, θα βάλει ένα σακούλι , με διάφορους ξηρούς καρπούς, σταφίδες, καρύδια, αμύγδαλα, φιστίκια, καραμέλες, γα να κεράσει η νύφη τους καλεσμένους, στο «ξεσάκιασμα», που θα γίνει στο σπίτι του γαμπρού, που συνήθως αυτό γίνεται τη Δευτέρα του γάμου!
Σε πολλές περιπτώσεις πάλι, τις μαντινάδες, τις έλεγαν στο ξεσάκιασμα μόνο.

Ποια προικιά θα βγουν πρώτα από το σπίτι της νύφης 

Το πρώτο προικιό που θα βγει από το σπίτι, θα είναι ένα εικόνισμα και θα ακολουθήσει δεύτερο, μια πήλινη στάμνα με νερό!
Τα έθιμα αυτά βέβαια διαφέρουν από χωριό σε χωριό πρέπει να πούμε.
Στη συνέχεια θα βγουν έξω από το σπίτι και όλα τα υπόλοιπα προικιά, είτε σε ρουχισμό, είτε σε διάφορα σκεύη, που είχε φροντίσει η νύφη και η γονείς της να της διαθέτουν για το νέο σπιτικό της.
Νεαρές κοπελιές που περιμένουν κι αυτές στη πόρτα του σπιτιού, θα βγάλουν τα προικιά έξω, να τα ακουμπήσουν στον τοίχο και στη συνέχεια φίλοι ή συγγενείς του γαμπρού, θα τα φορτώσουν στην πλάτη τους, για να τα πάνε να τα φορτώσουν στα ζώα. Αν πάλι είναι χωριανή η νύφη, θα τα πάνε με τα πόδια ως το σπίτι του γαμπρού.
Κατά το απογευματάκι λοιπόν, θα φορτώσουν τα σακιά στα ζώα, για να τα μεταφέρουν στο σπίτι του γαμπρού.
Φεύγοντας όμως, οι δικοί του γαμπρού άνθρωποι, θα κοιτάνε στην αυλή εδώ και εκεί, και ότι χρήσιμο είναι στην αυλή , «θα το βουτήξουν», λέγοντας : «Αυτό είναι προίκα της νύφης»!
Παίρνανε λοιπόν ότι έβρισκαν! Δηλαδή τσικάλια, αλετράκια, σκαλίδες, βολόσυρο, ακόμα και πιθάρια!
Φυσικά όλα αυτά, τα κάνανε στη πλάκα, και χωρίς παρεξήγηση, αφού το καλούσε το έθιμο.
Για αυτό ακριβώς από πριν, είχαν φροντίσει οι άνθρωποι της νύφης, να μην ξεχάσουν τίποτα έξω.
Όλα λοιπόν τα «εξαφανίζανε» από πριν, άνθρωποι της νύφης, να μη τα πάρουν όλα οι άνθρωποι του γαμπρού.
Όλα γενικά αυτά τα προικιά της νύφης, τα ονόμαζαν «προικολόι».
Τελικά θα φορτώσουν όλα τα σακιά και όλο το υπόλοιπο προικολόι στα τετράποδα, και θα κατευθύνονται σιγά σιγά, για το σπίτι του γαμπρού. Ποια προικιά είχε η νύφη, και ποια ο γαμπρός 

Πέρα από τα προικιά που αναφέραμε παραπάνω, στα προικιά της νύφης, ήταν δύο τραπέζια, σοφράς, καρέκλες, καναπές, πιατοθήκη, μπουφές, σκρίνιο, καθρέφτης, σκούπες, πιάτα, κουταλοπίρουνα, χαβάνι, κνισάρα ψιλή, κνισάρα χονδρή, κόσκινο, βολίστρας, βολόσυρο, σκάφη, και όλα τα καθημερινά χρειαζούμενα.
Ο γαμπρός συνήθως, εκτός του σπίτι που ήταν υποχρέωσή του να έχει φτιάξει, το κρεβάτι, που ήταν απλό, πάνω σε τέσσερα στρίποδα, τοποθετούσαν τάβλες, και πάνω το στρώμα. Η νύφη στη συνέχεια στόλιζε το κρεβάτι με τα προικιά της.
Όσο πιο πολλά προικιά έχει μια κοπέλα, ή με πόση τάξη τα διατηρεί, φαίνεται και το κύρος της, και η νοικοκυροσύνη της.

Σάββατο, προετοιμασία για την Κυριακή του γάμου 
Το Σάββατο γινότανε και οι τελευταίες προετοιμασίες, για να είναι όλα έτοιμα την επ’ αύριο.
Θα βρουν τραπέζια, καρέκλες, και ότι άλλο χρειάζεται για να στηθεί το γλέντι.
Το πρωί του Σαββάτου, σφάζανε και τα υπόλοιπα ζώα και να είναι και αυτά έτοιμα για την Κυριακή στο γάμο.
Βέβαια αυτό γινόταν και στις δύο οικογένειες και φυσικά έκαναν ένα τραπέζι ακόμα για τους νέους καλεσμένους συγγενείς τους.
Πρόγαμος , δηλαδή ένα τραπέζι για τους στενούς συγγενείς, σε πολλές περιπτώσεις, γινόταν το Σάββατο βράδυ, αφού είχαν τελειώσει πλέον οι βασικές δουλειές, και ήταν ευκαιρία και να πιούν όλοι μαζί ένα κρασί και να ευχηθούν «καλά στέφανα»«καλά διάφορα»«με το καλό και στο γάμο» « χαρές να ‘χετε», «καλή γλυκοσάλιση» κλπ.
Φυσικά γινόταν χωριστό τραπέζωμα στο σπίτι του γαμπρού, και χωριστό στης νύφης με τους συγγενείς τους.

ΠΑΛΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ – ΜΕΡΟΣ Γ’ (Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ)
Η ημέρα του γάμου πάντα τη Κυριακή!
Οι τελευταίες ετοιμασίες άρχιζαν από το πρωί.
Όλοι οι συγγενείς, οι μάγειροι οι κελάρηδες, επί ποδός, να ετοιμάζουν τα φαγητά για το μεγάλο τραπέζι το βράδυ μετά το γάμο.
O γαμπρός ανάλογα τον κόσμο θα κανονίσει με τους κελάρηδες τις μερίδες και αν είναι πολλοί, θα έχει μεγάλα καζάνια, σαν αυτά που φτιάχνουν το τυρί και μπορεί να έχει στήσει και ανάλογες παρασθιές, που να μαγειρεύουν ταυτόχρονα.
Επίσης φροντίζουν να ανάψουν τους φούρνους για τα ψητΆ.
Θα καθαρίζουν τις πατάτες, που θα τηγανιστούν στα καζάνια σε πολύ λάδι.
Θα έχουν ήδη ταΚτοποιήσει τα τραπέζια του γλεντιού, τις λεγόμενες «τάβλες», να φέρουν τις καρέκλες , κλπ
Επίσης θα είναι έτοιμα και τα σερβίτσια με το κρασί στα τραπέζια.

Το στόλισμα της νύφης και ο “μποξάς”
Σπουδαίο έθιμο των εποχών τότε ήταν, ο γαμπρός θα στείλει στη νύφη τον λεγόμενο «μποξά».
Όλα τα νυφιάτικα που αγόρασε ο γαμπρός για τη νύφη, τα είχε φυλάξει στο σπίτι του, και θα πρέπει τώρα να τα στείλει στη νύφη.
Είτε η νύφη είναι χωριανή του, είτε από άλλο χωριό, άνθρωποι του γαμπρού, θα πάρουν τον μποξά, που δεν είναι άλλο από ένα πανέρι, που έχει μέσα, τοποθετημένα με τάξη, τα «νυφιάτικα», δηλαδή, νυφικό, πέπλο, στέφανα, παπούτσια εσώρουχα κλπ, και θα τα πάνε στο σπίτι της νύφης να της τα παραδώσουν.
Όταν τα πάνε στο σπίτι της νύφης, εκείνη θα τα κρατήσει και στο ίδιο πανέρι, θα βάλει και εκείνη τα «γαμπριάτικα», τα ρούχα δηλαδή του γαμπρού και θα σταλούν με τους ίδιους ανθρώπους, στο γαμπρό.
Αν και τα περισσότερα κρητικά έθιμα, έχουν εγκαταλειφθεί, τώρα και 50 χρόνια, εν τούτοις, κάποιοι λάτρεις των παραδόσεων, στη παντρειά τους, τηρούν ακόμα και σήμερα, το έθιμο του «μποξά».
Φίλες της νύφης, θα αναλάβουν να λούσουν τη νύφη, να τη βοηθήσουν να ντυθεί, θα τη βάψουν, θα τη στολίσουν, και θα την κάμουν πολύ όμορφη, ώστε όλοι να την καμαρώνουν στην εκκλησία και το βράδυ στο τραπέζι.
Παλιά δεν υπήρχαν κομμώτριες, και οι ίδιες οι γυναίκες αναλάμβαναν τον καλλωπισμό τους.

Ντύσιμο και ξύρισμα του γαμπρού 
Ο γαμπρός μια βδομάδα δεν θα ξυρίζεται, θα αφήσει γένια και όταν τον ρωτάνε, γιατί δεν ξυρίζεται, εκείνος απαντά, «στο τέλος ξυρίζουνε το γαμπρό!»
Οι φίλοι του, θα του κάνουν πλάκα εν όσο ντύνεται, και ο κουρέας στο σπίτι θα αναλάβει να τον κουρέψεικαι να τον ξυρίσει, για να είναι και εκείνος όμορφος.

Η ώρα να πάνε να πάρουν τη νύφη για την εκκλησία 
Αφού ήταν πια όλα έτοιμα, μετά το μεσημέρι, κατά τις τέσσερεις, όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, σχημάτιζαν μια κουστωδία από πολύ κόσμο και όλος αυτός ο κόσμος, θα είναι οι λεγόμενοι «γαμηλιώτες».
Είναι δηλαδή όλοι τους, συνοδοί του γαμπρού, που θα πάνε «να πάρουν τη νύφη», για την εκκλησία.
Θα πάνε με όργανα, με κέφι και τραγούδι

gabros
Η στεφάνωση συνήθως γίνεται στο χωριό της νύφης.
Αν είναι στο ίδιο χωριό, θα πάνε με τα πόδια και αν είναι σε άλλο, θα πάνε με τα μεταφορικά μέσα της εποχής, που ήταν τα άλογα, μουλάρια, ή γαιδούρια.
Τα τετράποδα τους μεταφορικά μέσα που είχαν συνήθως, ήταν νεαρά, και με καθαρό ή καινούριο σαμάρι, τα οποίο ήταν στολισμένα, με όμορφες ξομπλιαστές υφαντές πατανίες, τα λεγόμενα γιορντάνια, ή χιράμια.
Τα άλογα ήταν καλοχτενισμένα, με πολλά στολίδια στα γκέμια!
Ο στολισμός του ζώου, ήταν και ένα είδος επίδειξης!

Τζεβρετζήδες και τζεβρέδες!
Σαν πήγαινε τρείς το μεσημέρι, κάποιοι από το περιβάλλον του γαμπρού, θα ξεκινήσουν να πάνε στο χωριό της νύφης, για να πούνε τα «μαντάτα» πως «ο γαμπρός ξεκίνησε»!
Στο σπίτι της νύφης, θα περιμένουν με αγωνία την είδηση αυτή.
Κάποιοι από αυτούς που θα πάνε να πούνε το μαντάτο, όσο πλησιάζουν στο σπίτι, θα αναπτύξουν ταχύτητα, για να φθάσουν πρώτοι και να πουν εκείνοι το σπουδαίο νέο, πως «έρχονται οι γαμηλιώτες με το γαμπρό»
Αυτό για τη νύφη, είναι πράγματι ευχάριστο νέο, γιατί σημαίνει, πως τελικά ο γαμπρός δεν αθέτησε την υπόσχεσή του, και θέλει κι αυτός, να την οδηγήσει ως τα σκαλιά της εκκλησίας.
Πράγματι τρείς θα φθάσουν πρώτοι και η νύφη, ή η μάνα της, θα τους κεράσει, και θα τους δώσει μάλιστα και από ένα ιδιαίτερο κουλούρι σαν ανταμοιβή!
Οι τρείς πρώτοι λοιπόν που θα πάνε, λέγονται Τζεβρετζήδες!
Το ειδικό κουλούρι αυτό, που επάνω του είναι δεμένο ένα κεντητό μαντήλι, λέγεται και «τζεβρές» .
Το κουλούρι του πρώτου, θα έχει πολλά «ξόμπλια», δηλαδή ιδιαίτερα σκαλίσματα και είναι ειδικά προσεγμένο. Οι τζεβρέδες φτιαχνόταν από ειδικές γυναίκες τεχνίτριες. Οι υπόλοιποι δύο, έπαιρναν κι αυτοί κουλούρι, αλλά με λιγότερα ξόμπλια επάνω.
Φθάνοντας οι τρείς πρώτοι, έπρεπε να δείχνουν ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι και αυτοί αλλά και τα ζώα τους, για να δείχνουν έτσι, πως επάξια πήραν το έπαθλό τους.
Όλοι οι υπόλοιποι, καθώς και όλοι οι γαμηλιώτες, που θα αρχίσουν να καταφθάνουν, θα τους κεράσουν και θα τους δώσουν από ένα μικρό απλό κουλούρι.
Ο τζεβρές, λένε κάποιοι παλιοί, πως πήρε το όνομά του, από το «ντέ βρέ, ντέ βρέ», που έλεγε ο αναβάτης παρακινώντας το ζώο του να τρέξει γρηγορότερα!
Έτσι το ονόμασαν «ντεβρέ», και έγινε μετά «τζεβρέ».
Στους τζεβρετζήδες , μπορούσαν να συγκαταλέγονται ακόμα και νεαρές αμαζόνες, αλλά και παιδιά.
Τα παιδιά τότε, δεν ήταν απαραίτητο να είναι ντυμένα επίσημα, με καθαρά και περιποιημένα ρούχα.
Κάποια παιδιά, έπαιρναν απλά μέρος με το γάιδαρο τους , όντας καμιά φορά και ξυπόλητα, μπορεί ίσως και με ρούχα μπαλωμένα, μόνο και μόνο για να μεταφέρουν το ευχάριστο νέο, και να καταφέρουν να πάρουν «το μεγάλο φρέσκο ζεστό κουλούρι»!
Ο τζεβρετζής, θα κρεμάσει το κουλούρι – βραβείο, στο χαλινάρι του ζώου, δίπλα στο αυτί του!
Πρέπει να πούμε, πως φτάνοντας κατά τις τέσσερεις το απόγευμα οι γαμηλιώτες και ο γαμπρός με το κουμπάρο, ο κουμπάρος θα παίξει πολλές μπαλωθιές στον αέρα, «προς τιμή και δόξα» του γαμπρού και θα απαντήσουν με μπαλωθιές κι από κει, «για το καλοσώρισμα» και γενικά το έθιμο με τις μαλωθιές είναι πολύ παλιό, και αυτό τουλάχιστον σώζεται και σήμερα.
Άνθρωποι του σπιτιού, θα γυρνάνε με πανέρια, να κερνάνε τους νέους γαμηλιώτες και συνήθως ένα μεζέ και από ένα ποτήρι κρασί στα όρθια, φυσικά και ψωμί σε μικρά κουλούρια, ή κομμένο σε κομμάτια που θα τα είχαν και αυτά σε πανέρι.
Όλοι θα κάνουν από μια ευχή:
«Καλά στέφανα», «καλά διάφορα», «με το καλό και το γάμο» κλπ.
Θα κεράσουν στη συνέχεια και όλους όσους καταφθάνουν λίγοι λίγοι, γιατί κάποιοι θα καταφθάνουν αργότερα από τους άλλους, ώσπου να έρθουν και οι τελευταίοι.
Όταν πια χαιρετηθούν και κεραστούν όλοι οι γαμηλιώτες, τα ζώα θα πάνε να δεθούν κάπου πιο πέρα ή στο στάβλο, και τον τζεβρέ οι τζεβρετζίδες, θα τον ξεκρεμάσουν από το αφτί του ζώου, και θα τον κρεμάσουν στο πλάι της ζώνης, σαν τρόπαιο.

Τα «παρακάλια» του γαμπρού προς τη νύφη 
Οι καλεσμένοι του γαμπρού, θα ενωθούν με τους καλεσμένους της νύφης.
Η νύφη πλέον είναι ντυμένη και στολισμένη και περιμένει μέσα στο σπίτι της το γαμπρό, να την πάρει να την πάει στην εκκλησία.
Πριν όμως μπει μέσα στο σπίτι ο γαμπρός, σταματά αναγκαστικά στην αυλή, μαζί με την ακολουθία του, γιατί την πόρτα την έβρισκε … κλειδαμπαρωμένη!
Τότε από τη μεριά του γαμπρού έπρεπε να «παρακαλέσουν», για να τους ανοίξουν.
Φυσικά, αυτό το έθιμο έχει μείνει σαν «τα παρακάλια» και αυτά γινόταν με μαντινάδες και τις μαντινάδεςπάλι συνόδευαν οργανοπαίχτες:
«Ανοίξετε τη πόρτα σας, τη σιδεροζωσμένη, να ποδεχτείτε το γαμπρό, π’ απ’ έξω περιμένει»

Το «σιδεροζωσμένη», δήλωνε πως το σπίτι ήταν αμυντικό , στο να κρατήσει την τιμή και στη δόξα του σπιτιού.

«Ανοίξετε τη πόρτα σας με το δεξί μαδέρι, να ‘ποδεχτείτε το γαμπρό, της ρήγισσας το ταίρι»

«Ανοίξετε η πόρτα σας, να ιδείτε το γαμπρό μας, κι αν έχετε παράπονο, να μας το πείτ’ ομπρός μας»
Και απαντούν από μέσα οι της νύφης:
«Χίλια καλώς ορίσετε, αρχοντοσυμπεθέροι, να πάρει η νύφη το γαμπρό, να τον ε κάμει ταίρι»
Και οι του γαμπρού:
«Ανοίξετε τη πόρτα σας, να δείτε το γαμπρό σας, να ιδούμε και τη νύφη σας, και το αρχοντικό σας»
Και συνεχίζουν με τον διάλογο:
-«Να μη τηνε μαλώνετε, να μη τηνε χολιάτε, γιατί είναι παραποναριά, και θα παραπονάται»
-Δε σας τηνε μαλώνουμε, δε σας τηνε χολιούμε, σα το σγουρό βασιλικό, θα σας την αγαπούμε»
-«Γαμπρέ τη νύφη ν’ αγαπάς, να μην τηνε μαλώνεις, γιατί θα σε κρεμάσουμε, από το παντελόνι»
-«Σήκω σου κερά νύφη μου, να κάνεις το σταυρό σου, και ήρθε η ώρα του Θεού, να πάς στ’ αρχοντικό σου»
Έτσι, μετά από τόσα «παρακάλια», επιτέλους θα ανοίξουν από μέσα την πόρτα και θα χαιρετήσουν τον γαμπρό και οι του γαμπρού τη νύφη.
Εδώ είναι που ο γαμπρός είχε τουλάχιστον μια βδομάδα να δει τη μέλλουσα σύζυγό του και φυσικά βλέποντας την, αναγάλλιαζε η ψυχή του!
Καμιά φορά κάνοντας πλάκα, οι άνθρωποι της νύφης, δεν άνοιγαν την πόρτα, και έλεγαν από μέσα:
Φύγετε, γιατί εμετανοιώσαμε και δε σας τη δίδομε!
Και οι του γαμπρου:
-Ε, μα να σας την ε πάρομε θέμε εμείς, α θέτε κι α δε θέτε!
Άλλες φορές πάλι, ναι μεν άνοιγαν λίγο τη πόρτα, αλλά παράλληλα κρατούσαν και κόντρα με τους ώμους τους από μέσα και δεν αφήνανε τους ανθρώπους του γαμπρού, να την ανοίξουν!
Φυσικά όλα αυτά αποσκοπούσαν απλά για να κάνουν πλάκα.
Σαν μπουν τελικά μέσα, ο γαμπρός , ο κουμπάρος και οι γονείς του, θα ανταλλάξουν χαρούμενες ευχές και στη συνέχεια ο γαμπρός, θα ζητήσει την ευχή του πατέρα του, για την ευτυχία στο γάμο του, από τη μάνα του και στη συνέχεια από τα πεθερικά του.
Το ίδιο θα κάνει κι η νύφη στους γονείς της και στα πεθερικά της.

Ήρθε η ώρα για την εκκλησία – το ψίκι!
Απογεματάκι λοιπόν, και αφού έχουν ενωθεί οι γαμηλιώτες, με τους ανθρώπους της νύφης, θα φτιάξουν το λεγόμενο «ψίκι» και θα ξεκινήσουν κατά τις πέντε όλοι μαζί πια, για την εκκλησία!

psiki
Παλιά δεν έπαιζε η καμπάνα, απλά πήγαιναν και χωρίς την καμπάνα, η οποία αργότερα χτυπά πλέον και για τους γάμους βαφτίσεις κλπ.
Τώρα είναι όλοι έτοιμοι! Μπροστά πηγαίνει ο παππάς του χωριού, πίσω οι οργανοπαίχτες, πιο πίσω ο γαμπρός που θα τον συνοδεύουν δύο αδέρφια του, κρατώντας τον από το μπράτσο.

ekklisia
Από πίσω ακριβώς τη νύφη θα την κρατάνε τα αδέρφια της, ακολουθούν οι γονείς, και το υπόλοιπο ψίκι!
Ακόμα λοιπόν, δεν ήρθε η ώρα ο γαμπρός, καν να ακουμπήσει τη νύφη!
Πάντα νύφη και γαμπρός, θα είναι σε απόσταση, ποτέ δεν ακουμπάει ο ένας τον άλλο, γιατί τα έθιμα ήταν πολύ αυστηρά!
Σαν φθάσει το ζεύγος στην εκκλησία, ο παππάς θα τους περιμένει στην πόρτα της εκκλησίας, θα τους πει κάτι και θα τους οδηγήσει μπροστά στο ιερό.

ΠΑΛΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ – ΜΕΡΟΣ ΜΈΡΟΣ E’ (ΞΕΣΑΚΙΑΣΜΑ ΤΑ ΠΡΟΙΚΙΑ –ΖΕΕΥΚΙ– ΑΝΤΙΓΑΜΟΣ)
Το τραπέζι της Δευτέρας του γάμου 
Το σίγουρο ήταν, πως τη Δευτέρα του γάμου, το ζευγάρι το έπαιρναν συγγενείς του γαμπρού από το πρωί, καλώντας το από σπίτι σε σπίτι oι διάφοροι οι χωριανοί του και τους κερνούσαν, για να τους ευχηθούν «βίον ανθόσπαρτον»« καλούς απογόνους» και ενίοτε τους έκαναν και τραπέζι, για να τους τιμήσουν.
Από σπίτι σε σπίτι, θα καταλήξουν στο σπίτι του γαμπρού, όπου εκεί θα γίνει ένα τραπέζι για τους συγγενείς, που έμεναν στο χωριό φιλοξενούμενοι και είχαν φέρει και κανίσκι.
Τα ίδια γινόταν επίσης και στο σπίτι της νύφης. Επειδή πολλοί και εκεί οι συγγενείς της νύφης που πήγαν κανίσκια, «εξώμεναν» κιόλας σε κάποια σπίτια συγγενών τους, οπότε και εκεί θα πρέπει να τους κάνουν ένα τραπέζι.
Αν αυτό το τραπέζι, γίνεται έξω, μπορεί να ονομαστεί και «ζεύκι» και ισχύει και για τις δύο οικογένειες,
Στο ζεύκι λοιπόν της Δευτέρας, οι συγγενείς και φίλοι που θα μαζευτούν, και στις δύο οικογένειες, θα φάνε το κρέας που περίσσεψε από χθες στο γάμο και ενώ τρώνε και πίνουν, θα δίνουν και εκεί ευχές στο νιόπαντρο ζευγάρι.

Δευτέρα ξεσακιάζανε τα προικιά 
Τη Δευτέρα ήταν και η μέρα που είχαμε και το «ξεσάκιασμα της προίκας» και «το στρώσιμο του κρεβατιού». Φθάνοντας οι άνθρωποι του γαμπρού την Παρασκευή, με τα προικιά της νύφης, όπως είχαμε αναφέρει, θα τα αφήσουν όλα στο σπίτι του γαμπρού. Συνήθως τη Δευτέρα, θα μαζευτούν πάλι φίλοι και συγγενείς ξανά στο σπίτι του γαμπρού, για να «ξεσακιάσουν τα προικιά» της νύφης.
Το «ξεσάκιασμα» γινόταν πάντα με συνοδεία λύρας και λαούτου και με πολλές ειδικές για τη περίσταση μαντινάδες.
Ανάλογα τηΝ ποσότητα, τηΝ ποιότητα και τηΝ ταχτοποίηση των προικιών, λέγεται ότι καταλάβαιναν και το πόσο προκομμένη νοικοκυρά και αρχόντισσα ήταν η νύφη ή όχι.
Πολλοί καλεσμένοι θα μαζευτούν σιγά σιγά στο σπίτι του γαμπρού, και η νύφη ως «επίσημη οικοδέσποινα»πλέον, θα κερνάει όλους τους καλεσμένους μαζί με το γαμπρό, ο οποίος κρατάει το μπουκάλι και η ίδια κρατάει το δίσκο θα σερβίρει λικέρ, με ξηρούς καρπούς που είχε τοποθετήσει η μάνα της νύφης, στον πάτο στα σακιά, τη μέρα που τα σάκιαζαν.
Κερνάνε το κάθε καλεσμένο, και όλοι εύχονται «βίον ανθόσπαρτον»!.
Στη συνέχεια «έστρωναν το κρεβάτι» του ζευγαριού με ξομπλιαστά καλύμματα και λουλούδια. Το στρώμα ήταν φτιαχτό με μαστοριά, παραγεμισμένο με μαλλί προβάτου, ή με μαλακά αποξηραμένα φυτά όπως αντωναϊδα, που τη λέγανε και λαγοκοιμιθιά, επειδή σαν μαλακό φυτό, εκείνο διάλεγε ο λαγός να κάνει τη φωλιά του.
Κόβανε σακιά, τα οποία ήταν υφασμένα στον αργαλειό, σαν αυτά που βάζανε και τα προικιά, τα ράβανε μεταξύ τους και κάνανε το κάλυμμα τους στρώματος, το οποίο και γεμίζανε. Όσον αφορά τα νυφιάτικα μαξιλάρια, πριν το γάμο, φίλες της νύφης είχαν ξεχυθεί στην εξοχή όπου υπήρχαν ειδικοί θάμνοι που λέγονται αλιματσές και έκοβαν τα μαλακά άνθη του θάμνου αυτού, αν ήταν Άνοιξη ή Καλοκαίρι.
Με αυτά τα μαλακά σαν βαμβάκι άνθη, παραγέμιζαν τα μαξιλάρια του ζευγαριού και σήμερα τα μαξιλάρια αυτά, θα ντυθούν με ωραίες κεντητές μαξιλαροθήκες, από τα προικιά της νύφης, και θα στολίσουν το κρεβάτι.
Βέβαια τα μαξιλάρια θα μπορούσαν κάλλιστα να γεμιστούν και με πούπουλα κότας, τα οποία μάζευαν όλο το χρόνο.

Ο «παστός» και τα «παστικά»
Σιγά σιγά αρχίζουν και ξεσακιάζουν ένα ένα τα προικιά, και τα στοιβάζουν σε ένα σωρό, και τον σωρό αυτό, τον έλεγαν «παστό» Δηλαδή «στήνανε τον παστό»!
Το σωρό τον στοιβάζανε συνήθως στο πάτωμα, αφού έστρωναν κάτω μια σεντόνα, ή ακόμα και πάνω στο κρεβάτι, αν ήταν λίγα.
Παράλληλα, εν όσο έβγαζαν ένα ένα τα προικιά, καλλίφωνες γυναίκες, ή οργανοπαίχτες, ή όποιοι θέλανε, λέγανε τραγουδιστά μαντινάδες, που είχε σχέση με το κάθε ρούχο που έβγαινε από το σακί και στη συνέχεια το τοποθετούσαν στον παστό!
Έτσι στηνόταν σιγά σιγά ο παστός. Αν η νύφη ήταν από νοικοκυρόσπιτο, μπορούσε να έχει πολλά σακιά προικιά, πέντε έξι κλπ, αν ήταν φτωχή, θα είχε ίσως λιγότερα, δύο ή τρία σακιά μονάχα.
Οι μαντινάδες αυτές, που λεγόταν ενώ στηνόταν ο παστός, έχουν μείνει με την ονομασία «παστικά της νύφης»
Ο σωρός αυτός που τα στοιβάζουν, εκτός από «παστός», παλιά λεγόταν και «γιούκο»! (τουρκ)
Μαντινάδες σχετικές με τα παστικά:
«Ένα ν΄ανέφαλο περνά από τον Αη Γιάννη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το γιοργάνι»

«Ένα ν΄ ανέφαλο περνά βαστά νερό και χιόνι, κι ας είναι καλορίζικοτης νύφης το σεντόνι

Ένα ν΄ανέφαλο περνά κι απο τον Αη Αντώνη, κι ας είναι καλορίζικο τση νύφης το σεντόνι

Ένα ανέφαλο περνά. Βαστά νερό και στούπα, και ας είναι καλορίζικη, της νύφης μας η προύκα

Οσες φορές εγέμιζε το κάρτο στο πιθάρι, να γίνουν τούτα τα προικιά που ‘χουν μεγάλη χάρη

Νύφη μου κερα νύφη μου το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να ‘ν η ζύμη σου
και κάδιο το νερό σου

Χέρια και πόδια να φιλάς, νύφη μου του μπαμπά σου, που ‘κείνος σε βοήθησε
να φτιάξεις τα προικιά σου

Ας είναι καλορίζικα και καλοξεσκισμένα, τούτα τα όμορφα προικιά, τα καλοκεντημένα»

Είναι πολλές οι μαντινάδες με τα παστικά που έλεγαν τότε, σχεδόν μια σε κάθε ρούχο.
Μάλιστα όσο πέρναγε η ώρα, άρχιζαν και έλεγαν και διάφορες σατυρικές, για να πειράξουν κυρίως τη νύφη.
Οι περισσότερες δε, ήταν αυτοσχέδιες, δηλαδή της στιγμής, αλλά υπήρχαν και οι κλασσικές στο είδος αυτό, όπως:

«Νύφη μου κερά νύφη μου, καρύδι το νε κάμε, στρώσε το στρώμα σου καλά, να μη σε θέσει χάμε»

«Αφορδακός στο ποταμό, φωνιάζει τράκα τράκα, κι ας είναι καλορίζικη, τση νύφης μας η βράκα»

«Νύφη μου κερά νύφη μου, το πρώτο ζυμωτό σου, ζάχαρη να΄ναι η ζύμησου, νερό το κατρουλιό σου»

Στο τέλος, αφού είχαν βγει πλέον όλα τα προικιά, έβαζαν ένα μικρό αγόρι, να τα σκορπίσει, και επάνω εκεί, να κάνει μια “κολοτούμπα”! Το αγόρι αυτό ,το θεωρούσαν γούρι, για «να τους βγει αρσενικό το πρώτο τους κοπέλι» !

kopeli
Βέβαια στη συνέχεια, και άλλα παιδιά ζήλευαν και πήγαιναν και εκείνα για τούμπες πάνω στο παστό με τα προικιά, καθ’ ότι το περνούσανε αυτό για αστείο.
Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που έκαναν τούμπες και οι μεγάλοι όταν είχαν ήδη πιει κάμποσα ποτά και είχαν μεθύσει.
Επειδή λοιπόν θα έχουν μαζευτεί πολλοί καλεσμένοι στο ξεσάκιασμα των προικιών, στο τέλος θα επακολουθήσει φαγοπότι στο σπίτι του γαμπρού, που θα αποτελείται από συγγενείς και φίλους.

nifi
Σε αυτό το γλέντι όπου θα φάνε πάλι οι συγγενείς ότι κυρίως φαγητά περίσσεψαν από χθες στο γάμο.

Η τελευταία μαντινάδα του παστού
Μετά από τόσες μαντινάδες, με παινέματα για τα προικιά της νύφης, τότε αργά το ίδιο βράδυ της Δευτέρας, μια παλιά μαντιναδολόισα, θα πει και κάποιες τελευταίες μαντινάδες σαν επίλογο

«Χαρώτα όμορφα προικιά, και μοσχομυρωμένα
τάξε πως δε τως άγγιξε, βελόνα ούτε χέρα
Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, τω χριστιανώ τ’ αντέτι (συνήθειο)
του χρόνου σαν ε σήμερο, να ‘ρθούνε κι οι συντέκνοι»
Και θα κλείσει οριστικά το σκηνικό, με την τελευταία μαντινάδα στα προικιά, ως εξής:
«Εβγάλαμέ ντα τα προικιά, και κάμαμε σεϊρι
απόψε η νύφη και ο γαμπρός, δεν θέλει μουσαφίρη»
Σημαίνει λοιπόν η τελευταία αυτή μαντινάδα, πως «δίνεται το σύνθημα», να πάνε όλοι στα σπίτια τους και να αφήσουν ήσυχο το ζευγάρι, και «να μην το ενοχλήσει κιανείς αποπαέ κ’ ύστερα»

proikiagamou
Δευτέρα λοιπόν, όλη τη βραδιά το ζευγάρι θα βρεθεί για πρώτη φορά μόνο του, γιατί όλο το διάστημα μέχρι τότε, δεν επιτρεπότανε, ούτε κατά διάνοια, πλησιάσματα, ούτε αγγίγματα μεταξύ τους, τουλάχιστον μέχρι τη στεφάνωση.

Την Τρίτη το «σιχτίρ πιλάφι»
Το φαγοπότι θα συνεχιστεί και την Τρίτη, όχι πια με όργανα, αλλά με τους πολύ στενούς πλέον συγγενείς, κουμπάρους πεθερικά κλπ, για να φάνε το βραστό με ρύζι, το
«γαμοπίλαφο» και να πιούνε κρασί.
Το πιλάφι αυτό θα ονομαστεί «σιχτίρ πιλάφι», γιατί η οικογένεια του γαμπρού έχει πλέον απηυδήσει από την κούραση και τα πολλά ξενύχτια τα του γάμου και υπάρχει ανάγκη να ξεκουραστούν όλοι.
Αυτό βέβαια το καταλάβαιναν όλοι και το συμμεριζόταν.
Στο βραστό ζουμί που είχε απομείνει, έριχναν ρύζι, αλλά οι πιο φτωχές οικογένειες, επειδή ήταν το ρύζι ακριβό, έριχναν ελάχιστο ρύζι, ή καθόλου, και συμπλήρωναν με ρεβίθια.
Άλλες φορές πάλι στο καζάνι με το ζουμί από το βραστό, έριχνα ψιλοκομμένο κρέας και σέρβιραν τα πιάτα στους καλεσμένους συγγενείς και φίλους.
Πολύ παλιά όμως, το «σιχτίρ πιλάφι», το έκαναν με κομμάτια κοιλιάς ζώου (πατσά) σε μικρά κομμάτια και την έκαναν γιαχνί με ροβίθια, ή γιαχνί με πατάτες, ή γιαχνί με πληγούρι, και αυτό με το πληγούρι το λέγανε και «μπουργούτ», δηλαδή πιλάφι με χόνδρο (στάρι χονδροαλεσμένο).
Το φαγητό αυτό με τη κοιλιά γιαχνί και ροβίθια, ή όπως και αν συνοδευόταν, ήταν ιδιαίτερα αρεστό στους παλιούς κρητικούς.
Έτσι, αν ήταν ιδιαίτερα φτωχή η οικογένεια, ακόμα και στο κύριο τραπέζι του γάμου είχαν αυτό το φαγητό, δηλαδή κοιλιά γιαχνί με ρεβίθια, που ούτως ή άλλως πάντα άρεσε σε όλους και αυτό το μαρτυρούν όσοι έζησαν τότε, και ζουν και σήμερα, για να μας λένε τα διάφορα αυτά έθιμα του παλιού γάμου.

Την Τετάρτη οι …φαγάδες και οι μπεκρήδες 
Αν και από τη Δευτέρα ο πολύς κόσμος αραιώνει σταδιακά, την Τρίτη έχουν απομείνει οι στενοί μόνο συγγενείς.
Ωστόσο και την Τετάρτη «θα κουβαληθούν» οι πιο φαγάδες, μεγαλογλεντζέδες, μεγαλοπιοτήδες και μπεκρήδες της παρέας.
Όλοι αυτοί θα πάνε ακάλεστοι, γιατί απλά αγαπάνε το φαί το πιοτό και την παρέα!
Είναι εκείνοι που δε κοιμόνται δύο και τρία μερόνυχτα τώρα, γιατί βρήκαν τη χαρά τους.
Αυτό βέβαια εκείνοι το θεωρούσαν σαν παλικαριά.
Αυτά τα «ξινολάινα» του χωριού και του σογιού, θα είναι παρόντες όλοι εκεί και τη Τετάρτη, γιατί τσάμπα φαί και κρασί θα βρούνε και σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία να το γλεντήσουν ακόμα λίγο
Τους μουσαφίρηδες της Τετάρτης, τους λέγανε και «γλινέδες», γιατί ήταν συνήθως και ακάλεστοι, αλλά και φορτικοί. Τους λέγανε και «γρουσούζηδες», γιατί έπιναν σα γουρούνια και συνήθως οι άνθρωποι αυτοί, δεν είχαν ιδιαίτερη λεπτότητα.
Βέβαια, από την Τετάρτη πριν το γάμο, μέχρι την άλλη Τετάρτη, που κρατούσε ο γάμος, ποτέ δεν έτρωγαν το ίδιο φαγητό, εκτός της Δευτέρας που έτρωγαν ότι κρέας περίσσευε τη Κυριακή.
Οι μάγειροι φρόντιζαν το κρέας να το ψήνουν με διαφορετικό τρόπο κάθε μέρα.
Τη μια το έκαναν βραστό, την άλλη στο φούρνο με πατάτες, την άλλη ψητό στις κλιματόβεργεςσυνοδευόμενο με πατάτες τηγανητές στο λάδι, αλλά όχι στο τηγάνι, αλλά μέσα στο καζάνι. Την άλλη το έκαναν βραστό με γαμοπίλαφο κλπ.
Και αυτά τα διαφορετικά μαγειρέματα, για να μην μπουχτίζουν το ίδιο φαί συνέχεια.
Είχαν φροντίσει οι κελάρηδες και οι μαγείρισσες για αυτά τα πράγματα και οι οποίοι φυσικά, φεύγανε τελευταίοι από το γάμο.
Τη Τετάρτη συνήθως, «σκόλαγε ο γάμος» οριστικά!

Ο αντίγαμος «από οχτώ σε οχτώ»
Το τραπέζι βέβαια θα επαναληφθεί και «μετά από οχτώ», μια βδομάδα αργότερα δηλαδή, σε στενούς πάλι συγγενείς, και λέγεται «αντίγαμος».
Τα ίδια γινόταν όχι μόνο στο σπίτι του γαμπρού, αλλά και στο σπίτι του πεθερού του, ή εναλλάξ, τη μια Κυριακή στου γαμπρού, και την άλλη στου πεθερού του..
Θα κάνουν ένα τραπέζι σε συμπαθεριά, κουμπάρους, αδέρφια, ανάλογα.
Φυσικά τραπέζι, θα επαναληφθεί και άλλες φορές κατά τη διάρκεια του έτους, ανάμεσα σε κουμπάρους και συμπεθεριά.
Για να καταλήξουμε στη γνωστή παροιμία, που πολύ σοφά λέει ο λαός μας:
«Συμπεθέροι και συντέκνοι, ότι φαν’ το πρώτο χρόνο»

Μετά και τον αντίγαμο 
Στη συνέχεια, το ζευγάρι πλέον βρίσκει τους ρυθμούς του, ζει και κοιμάται και ενεργεί μόνο του, απολαμβάνει τον έρωτά του, αλλά όμως αναλαμβάνει και την τύχη του στα χέρια του.
Όλο τον πρώτο καιρό και σχεδόν όλο το χρόνο, το ζευγάρι δεν θα κάνει σχεδόν τίποτα, από το να χαίρεται τον έρωτά του! Πέρα βέβαια από κάποιες βασικές εργασίες.
Για αυτό, ο λαός της Κρήτης, λέει τη φράση :
«Το πρώτο χρόνο του γάμου, μουδέ γατί, μουδέ σκυλί, μουδέ γαστρί!»
Θέλει να πει ο λαός της Κρήτης, ότι πρέπει το ζευγάρι, να ασχοληθεί μονάχα με το να εξυπηρετεί και να φροντίζει ο ένας τον άλλο, και να απέχει από πολλές δουλειές και πολλές πολλές ασχολίες.
Έτσι δεν ήταν δεοντολογικά σωστό, τον πρώτο χρόνο του γάμου τους, να έχουν στο σπίτι τους και να φροντίζουν σκυλί, γάτα, ακόμα και λουλούδια.
Όλη αυτή την επιπλέον φροντίδα και δυναμική, θα πρέπει να την αφιερώσουν αποκλειστικά στον σύντροφό τους.
Όλα αυτά, σκυλιά, γατιά, λουλούδια κλπ ναι, αλλά από τον επόμενο χρόνο!
Όμως, δεν ήταν τυχαίο που το ζευγάρι ήταν «αργόσχολο», και τον πρώτο χρόνο, δεν είχαν να ασχοληθούν με πολλά πράγματα! Γιατί πραχτικά, δεν είχαν και τίποτα να κάνουν.
Ζώα δεν είχαν, χωράφια δεν είχαν, άρα ούτε και δουλειές.
Στην καλύτερη περίπτωση, να τους έδιδαν εκεί μια κατσίκα, ένα γαϊδουράκι, ένα χωραφάκι να το καλλιεργούν, με δυοντρείς ελιές και στην επόμενη μοιρασιά, μετά από κάποια χρόνια, να συμμετάσχουν πάλι και εκείνοι στα περιουσιακά.
Όπως και να ’χει το πράγμα, οι γάμοι τότε είχαν μια απλότητα και μια ιδιαίτερη ομορφιά!
Τα περισσότερα ζευγάρια πάντως, αν και ξεκίναγαν φτωχικά, πολλές φορές και μέσα από προξενιό, εν τούτοις πρόκοβαν και μεγαλουργούσαν, λόγω του πείσματος, της εργατικότητας, και της προοδευτικότητας που διέκρινε πάντα ένα κρητικό!
Και πέραν όλων αυτών, κανένα ζευγάρι δεν χώριζε, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, στήριζαν πιστά ο ένας τον άλλο, ήταν δίπλα στο πόνο και στη χαρά του άλλου, μέχρι και τη τελευταία τους πνοή!!

kriti-mou.

Κείμενο – φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης 
Ευχαριστώ για άλλη μια φορά τους:
Μαραγκάκη Μύρωνα, Νικολιδάκη Κατερίνα, Στιβακτάκη Ευστάθιο (Σωμαροστάθη) και Βασιλεία Μαρκάκη, για την πολύτιμη βοήθειά τους.