ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πολιτικές ιστορίες από την παλιά Αθήνα: Ο πολιτευόμενος και ο ψηφοφόρος του

Η εκλογική ατμόσφαιρα στις βουλευτικές και δημαρχιακές εκλογές, η επίδραση των κομμάτων και του κομματισμού, η λειτουργία της Βουλής και των κυβερνητικών υπηρεσιών, οι βουλευτές και τα ρουσφέτια τους. Όλα τα παραπάνω μα και η εκμετάλλευση ψηφοφόρων κι ανέργων παρουσιάζονται με δεκάδες αναφορές και παραδείγματα

Ο ψαγμένος αναγνώστης θα αναλογισθεί ασφαλώς τι και πόσο τελικά έχει αλλάξει στη νεότερη Ιστορία μας. Κι αυτός ο προβληματισμός πιθανόν να μας βοηθήσει όλους να ερμηνεύσουμε αρκετά από τα συμβαίνοντα σήμερα.

«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ είναι τέλος και ο τίτλος του νέου επίκαιρου βιβλίου του Αθηναιογράφου και συνεργάτου μας Θωμά Σιταρά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, και ο οποίος βεβαίως θα επιμελείται του υλικού.

«Ένας υποψήφιος δεν υπόσχεται μόνον την ευδαιμονίαν του λαού, τον χρυσούν αιώνα και τον παράδεισον. Αυτά είνε το πρόγραμμα, το οποίον, ως γνωστόν, είνε στερεότυπον. Κανείς πολιτικός ανήρ δεν υπεσχέθη την Κόλασιν. Όλοι ομιλούν περί Παραδείσου μέχρι της ημέρας της ψηφοφορίας. Μετά την ψηφοφορίαν και αφού κλείσουν όλα τα εκλογικά κέντρα κλείνουν τας πύλας των και οι διάφοροι παράδεισοι. Δεν πρόκειται λοιπόν περί αυτού του συνηθισμένου άλλως τε ρόλου του υποψηφίου.

voli02

Ύπάρχει ένας άλλος ρόλος του, σημαντικώτερος και ωφελιμώτερος, ο οποίος, εάν δεν προσφέρη τον παράδεισον εις τον τόπον, τον προσφέρει εις τον καθένα χωριστά. Με αυτόν τον ρόλον του ο υποψήφιος γίνεται σπουδαίος παράγων υγείας και ευτυχίας.

Εάν προσέξετε αυτάς τας ημέρας τους ανθρώπους που έχουν μίαν ψήφον θα ιδήτε ότι το πρόσωπόν τους φωτίζεται από μίαν χαράν, ότι ακτινοβολεί από μίαν αισιοδοξίαν. Την χαράν αυτήν, την αισιοδοξίαν αυτήν, την οφείλουν εις τον υποψήφιον που συνήντησαν καθ’ οδόν ή εδέχθησαν εις το γραφείον τους, και από τον οποίον ήκουσαν τους πιο ενθαρρυντικούς και τους πιο επαινετικούς λόγους.

Ο υποψήφιος τους ευρήκε ωραίους, ζωηρούς, γεμάτους υγείαν και σφρίγος. Μερικούς μάλιστα τους έφτυσε για να μη τους βασκάνη.

-Φτού να μη βασκαθής, κυρ Νικολάκη! Σαν 18 χρονών παιδί είσαι. Μπράβο!

Και ο κυρ Νικολάκης, ο οποίος ήταν ως την στιγμήν εκείνην γεμάτος απαισιοδοξίαν δια την υγείαν του, ανεθάρρησε και ανέπνευσε. Πώς να μη δώση τώρα όχι ένα αλλά 10 σταυρούς εις τον άνθρωπον, που του έδωσε τέτοιο κουράγιο!

Είνε ή δεν είνε λοιπόν παράγων υγείας ο διαχυτικός και ενθουσιασμένος αυτός άνθρωπος που τρέχει στο δρόμο και μοιράζει μειδιάματα και σφίγγει χέρια και χαϊδεύει πλάτες; Ποιος άλλος σας ανακαλύπτει προτερήματα, τα οποία δεν έχετε, χάρες τις οποίες ούτε στον ύπνο σας είδατε, λεβεντιές και νείατα;

Τον είδα χθες να εισορμά εις ένα καφενείον, έθλιψε το χέρι του καταστηματάρχου, ενός ισχνού και ωχρού ανθρώπου με κυρτωμένο σώμα, τον οποίον απεκάλεσε «λεβέντη», έπειτα αγκάλιασε δύο-τρείς από τους θαμώνας και εφίλησε ένα άλλον:

-Γειά σου, Νίκο μου, τι γίνεσαι, βρε παληόπαιδο;… Όλο ωμορφιές μου είσαι…

Το παληόπαιδο με τις ωμορφιές ήταν ένας εξηντάρης απόστρατος ναυτικός με στραβή μύτη.

Έπειτα, αφού έλαβε την υπόσχεσιν 20 σταυρών, επανήλθε στο πεζοδρόμιο, εμοίρασε χαιρετισμούς και χαμόγελα και επέβη ενός ταξί.

Δέκα άνθρωποι εις μίαν στιγμήν άλλαξαν όψιν. Ο λεβέντης (!) καταστηματάρχης ετέντωσε το κυρτόν σώμα του και άρχισε να σιγοτραγουδή, ο καπετάνιος με τη στραβή μύτη έστριψε το μουστάκι του και οι ρέστοι διέταξαν από ένα κονιάκ. Χαρά και αισιοδοξία εγέμισε το καφενείον.

Ιδού λοιπόν η μεγάλη, η σημαντική υπηρεσία που προσφέρουν εις τον λαόν οι υποψήφιοι. Και θα ήτο ευτύχημα, και δι’ αυτούς και δια τον τόπον, εάν έμεναν πάντοτε υποψήφιοι…».

(‘Έθνος», 1936, Τίμος Μωραϊτίνης)