ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Προσωπική μαρτυρία απο την ναυτική τραγωδία του 1966: Έτσι επέζησα από την τραγωδία του «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ»

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

 

«Αν λάμβαναν αμέσως τα απαιτούμενα μέτρα πιθανόν και να προλαβαίναμε το κακό…».

 

Όλοι γνωρίζουν για το ναυάγιο του πλοίου «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» αφού πρόκειται για  την πιο μαύρη σελίδα  της ναυτικής ιστορίας, των τελευταίων χρόνων  του τόπου μας


Συνέβη  μια χειμωνιάτικη, Δεκεμβριανή νύχτα του 1966 και κόστισε την ζωή σε δεκάδες ανθρώπινες ψυχές και κανείς δεν μπορεί να την γνωρίζει καλύτερα από κάποιον που  έζησε  από κοντά τον εφιάλτη.
Αυτός ο κάποιος δεν .είναι άλλος από τον συμπατριώτη μας, κ. Δημήτρη Οικονόμου, ναύτης τότε, συνταξιούχος πλοίαρχος σήμερα, και ο οποίος  δυστυχώς, αν και  έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, την νύχτα αυτή  δεν μπορεί  να  την σβήσει από την μνήμη του.
Μισό αιώνα περίπου, και η φρίκη είναι εξακολουθεί να παραμένει ακόμα ολοζώντανη μέσα  του: και στην περιγραφή του:

 

Τα τραγικά λάθη.
Ναυτολογήθηκα  στο περιβόητο «ΗΡΑΚΛΕΙΟ» των αδελφών  Τυπάλδου, γνωρίζοντας εξ αρχής πως το πλοίο, πριν το μετατρέψουν σε επιβατηγό, ήταν φορτηγό ανοιχτής θαλάσσης με  ταχύτητα 22 μιλίων. Το φέρανε εδώ, το έβαλαν στο ναυπηγείο, όπου αφού άρχισαν να ράβουν και να ξηλώνουν, με την ανοχή  της Επιθεώρησης Εμπορικών Πλοίων,  το μετέτρεψαν, όπως σας είπα, σε επιβατηγό.
Του πρόσθεσαν δηλαδή ακόμα ένα κατάστρωμα για να αυξήσουν τις καμπίνες, με συνέπεια ν’ αλλάξει το κέντρο βάρους του σκάφους,  το οποίο μη έχοντας πλέον ευστάθεια εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο ανατροπής του σε περίπτωση κακοκαιρίας.
Το πλοίο λοιπόν, την 8η Δεκεμβρίου 1966  εκτελούσε την γραμμή  Πειραιάς-Σούδα και αντίστροφα., και η αναχώρηση μας ήταν να γίνει  κανονικά στις 7 μ.μ. από Σούδα για Πειραιά.
Υπήρξε όμως  καθυστέρηση περίπου μιας ώρας λόγω αναμονής ενός φορτηγού –ψυγείου,  με πάνω από 20 τόνους φρούτα, το οποίο αργότερα ονομάστηκε «η νταλίκα του θανάτου»
Το φορτώσαμε  λοιπόν πρόχειρα στο εγκάρσιο του γκαράζ και όχι στο διάμηκες λόγω της καθυστέρησης, κι αυτό  ήταν και το τραγικό, το μοιραίο λάθος  εξ αιτίας του οποίου προκλήθηκε και το ναυάγιο. Συν το ότι βέβαια  το πλοίο απέπλευσε  με άνεμους 9 μποφόρ, αλλά τότε, βλέπετε, δεν είχε ακόμη καθιερωθεί η απαγόρευση απόπλου ανάλογα με την κλίμακα μποφόρ, και ίσχυε μόνο  η κατ΄ επιλογή απόφαση  του Πλοιάρχου για τον απόπλου.

Όσο απομακρυνόμαστε  από την Σούδα, τόσο αυξάνονταν και οι κλυδωνισμοί του πλοίου λόγω της μεγάλης κακοκαιρίας και  των ισχυρών ανέμων
Κατά τις 11 μ.μ. κι ενώ ήμουν  πηδαλιούχος- τιμονιέρης- παίρνω διαταγή από τον πλοίαρχο, που κι αυτός ήταν στην γέφυρα λόγω της κακοκαιρίας,  να επισκεφτώ το γκαραζ  για να δω σε τι κατάσταση βρίσκονταν τα αυτοκίνητα.
Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με τον κανονισμό , στο γκαράζ έπρεπε να πάμε μαζί με τον αξιωματικό της βάρδιας, κάτι που δεν έγινε.

Τέλος πάντων, επιστρέφοντας στη γέφυρα, αναφέρω στον πλοίαρχο ότι λόγω του δυνατού κλυδωνισμού, τα αυτοκίνητα μετακινούνταν και χτυπούσε το ένα πάνω στο άλλο προξενώντας ζημιές, κι ο πλοίαρχος άκουσε  την αναφορά μου με απάθεια, σαν να μην συνέβαινε  τίποτα. Άλλο μοιραία παράλειψη, άλλο τραγικό λάθος!
Γιατί αν λάμβαναν αμέσως τα απαιτούμενα μέτρα πιθανόν και να προλαβαίναμε το κακό.
Σημείωση: Πλοίαρχος του μοιραίου πλοίου ήταν ο Εμμ. Βερνίκος. Ο οποίος, αν και ήταν ο πρώτος που έπεσε στην θάλασσα φέροντας σωσίβιο, ενώ θα έπρεπε να είναι ο τελευταίος,  έκτοτε δεν βρέθηκε  ποτέ,  ούτε ο ίδιος, μα ούτε και το πτώμα του.

Το τέλος πλησιάζει
Στις 12 ακριβώς τα μεσάνυχτα παρέδωσα βάρδια και τράβηξα για ύπνο, δεν πέρασε .όμως ούτε μισή ώρα  κι άκουσα  πανικόβλητες φωνές συναδέλφων να κραυγάζουν ότι τους είχε δώσει ο πλοίαρχος διαταγή να κατεβούμε όλοι οι ναύτες και ο λοστρόμος στο γκαράζ γιατί είχε ανοίξει η πόρτα  καταπέλτης και έμπαιναν μέσα  τα κύματα.
Εν πάση περιπτώσει πήγαμε και είδαμε όντως  τη δεξιά πόρτα ανοιχτή, το δε φορτηγό-ψυγείο που προκάλεσε τη ζημιά έτοιμο να πέσει στη θάλασσα.
Το πλοίο εν τούτοις συνέχιζε να πλέει με την ίδια ταχύτητα και πορεία , κάτω όμως από αυτές τις συνθήκες πια. Εμείς, το κατώτερο πλήρωμα,  δεν μπορούσαμε να προσφέρουμε το παραμικρό, οπότε εγκαταλείψαμε το γκαράζ κι ανεβήκαμε στην πρύμνη εν αναμονή διαταγών από το ανώτερο πλήρωμα., που ακόμα τις περιμένω.
Γρήγορα αντιλήφθηκα πως το πλοίο άρχισε να παίρνει δεξιά κλίση σε μόνιμη βάση
κι όλα έδειχναν πως το τέλος πλησιάζει, αν και όλοι, όσο τουλάχιστον ήταν δυνατόν, κρατούσαμε την ψυχραιμία μας για να αποφευχθεί ο πανικός
Πηγαίνοντας στο έσχατο σημείο της πρύμνης, εκεί όπου βρίσκονταν ο ιστός της σημαίας, που είναι και το πιο ασφαλές σημείο, είδα με φρίκη .ότι η προς τα δεξιά  κλίση  του πλοίου γίνονταν όλο και μεγαλύτερη και το νερό της θάλασσας άπεχε μόλις 4 μέτρα από εμένα.
Ήμουν πλέον βέβαιο πως το τέλος ήταν θέμα λεπτών, όπως και όντως
Στις 02.06 το πρωΐ της 8ης Δεκεμβρίου 1966 ημέρα Πέμπτη ο συγκλονιστικός συνδυασμός του μορσικού αλφαβήτου: τρεις τελείες – τρεις παύλες – τρεις τελείες δηλαδή SOS διέγειρε τις ραδιοτηλεγραφικές συχνότητες της Μεσογείου.  Βυθιζόμαστε…….
«Πατέρα  σώσε με…»
Προαισθανόμενος όμως εγώ την κατάσταση, ετοιμάστηκα να πέσω στη θάλασσα, όταν ακούω ένα πολύ νεαρότερο συνάδελφο μου, τον Αντώνη τον Καμπούρη, -ήταν μόλις 19 χρονών παιδί κι εγώ τότε 41- να μου φωνάζει με απόγνωση «πατέρα  σώσε με, είμαι παγιδευμένος»
Δεν  μπορούσα να κάμω τίποτα άλλο παρά μονάχα να του πω με ψυχραιμία:
« Αντώνη το πλοίο βουλιάζει,. Πέσε με την κοιλιά, δέσε και στερέωσε καλά τα πέλματα σου κάπου, και θα κάμω κι εγώ το ίδιο.
Θα σου δώσω τα χέρια μου κι εσύ τα δικά σου και θα κρατιόμαστε σφιχτά με τις παλάμες μας. Άντε, κάνε ότι κάνω κι εγώ για να σωθούμε  και γρήγορα γιατί αλλιώς χαθήκαμε. Πάμε κι ο Θεός βοηθός.»
Τη στιγμή που εγκατέλειψε με βουτιά το πλοίο πέφτοντας στη παγωμένη θάλασσα, ήταν η πιο συγκλονιστική

στιγμή της ζωής μου.  Δεν θα την ξεχάσω ποτέ και κάθε φορά που την θυμάμαι ανατριχιάζω.
Η μαύρη νύχτα της θάλασσας
Μετά την βουτιά, βγήκα και πάλι στην επιφάνεια και είδα το πλοίο να απομακρύνεται αλλά πλέον αργά-αργά, σημάδι ότι είχε ακινητοποιηθεί η μηχανή του.
Σε λίγο, μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατούσε, λόγω του αέρα και των κυμάτων, ακούω και πάλι την φωνή του Αντώνη να με φωνάζει ξανά «πατέρααααα»» αλλά αυτή τη φορά ήταν πολύ μακριά από εμένα και το σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα.
Δεν τον έβλεπα καν.
Ταυτόχρονα όμως με την φωνή του Αντώνη, και μια άλλη απελπισμένη φωνή τρυπούσε τα αυτιά μου και την αναγνώρισα, ήταν η φωνή του ηλεκτρολόγου, επειδή όμως κι εγώ έχασα για λίγο, δεν θυμάμαι πόσο, τις αισθήσεις μου, δεν μπόρεσα τούτη τη φορά να κάνω τίποτα.
Όταν συνήλθα, άρχισα να φωνάζω τον Αντώνη ο οποίος μου απάντησε, είχε σωθεί, δυστυχώς όμως ο ηλεκτρολόγος δεν τα κατάφερε.
Λίγη ώρα ωστόσο μετά, το κύμα και  τα θαλάσσια ρεύματα με χώρισαν από το παιδί που μέσα στον πανικό του με είχε αντικαταστήσει με τον πατέρα του, .κι  έτσι όπως κολυμπούσα, αισθάνθηκα κάτι βαρύ να πέφτει πάνω στο κεφάλι  μου.

Παρότι σκοτάδι, δεν άργησα να αντιληφθώ ότι επρόκειτο για ένα πνιγμένο, γέμισα φρίκη βλέποντας τον εαυτό μου στην ίδια θέση, και βάζοντας όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει απομάκρυνα το πτώμα από δίπλα μου κι άρχισα να κολυμπώ περιμένοντας  από κάπου, ούτε κι εγώ δεν ξέρω από πού, βοήθεια.
Σ αυτή την κατάσταση πέρασα την μαύρη εκείνη νύχτα και πιθανόν να μην άντεχα αν δεν επέπλεαν γύρω μου σωρός τα πορτοκάλια, που είχαν πέσει από φορτηγά αυτοκίνητα,. και τα οποία εγώ τα άρπαζα, τα δάγκωνα και ρουφούσα το χυμό τους, απομακρύνοντας έτσι με τις βιταμίνες τους τον κίνδυνο να πεθάνω από το κρύο. Άμεσα τουλάχιστον….
Το ξημέρωμα
Κι επιτέλους άρχισε να ξημερώνει, σημείωσε  όμως πως η όραση μου, από τις πολλές ώρες στην αλμύρα και από το μπαζούτ που είχε απελευθερώσει  στη περιοχή, είχε μειωθεί κατά πολύ κι αναγκαστικά  είχα τα μάτια μου κλειστά.
Τα άνοιγα μόνο που και που, για να μη τα χειροτερέψω,  προσπαθώντας να ανιχνεύσω τον ορίζοντα μπας και βρίσκονταν κανένα πλοίο κοντά μου. Εις μάτην όμως…
Το υποτυπώδες , τότε, τμήμα επικοινωνιών του Υπουργείου Ναυτιλίας άδικα προσπαθούσε για  αναζήτηση πλοίων στη γύρω περιοχή του ναυαγίου, αφού τα Λιμεναρχεία, Πειραιώς, Σύρου και Κρήτης ανέφεραν αδυναμία αποστολής μέσων για παροχή βοήθειας μια και ούτε  ρυμουλκά για τέτοιες ανάγκες  δεν υπήρχαν.

Τα υπόλοιπα, λίγο ως πολύ είναι γνωστά στον κόσμο.
Οταν πλέον είχε ξημερώσει για τα καλά , προσέτρεξαν στο ναυάγιο κάποια ελληνικά και ξένα πλοία, ήδη όμως ήταν  πολύ αργά..
Από τα 73 άτομα του πληρώματος κατάφεραν να διασωθούν μόνο οι 16 και από τους 191 εγγεγραμμένους επιβάτες- που στην πραγματικότητα όμως ήταν πολύ περισσότεροι-  διασώθηκαν μόνο 30.
Πιστεύω κάποτε να ενδιαφερθεί κάποιος για το τραγικό συμβάν και να ερευνήσει το  βυθό της Φαλκονέρας, μια και έτσι μόνο ίσως  αναπαυτούν οι ψυχούλες  των αδικοχαμένων, που οι περισσότεροι ήταν νέα παιδιά.