ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Ρασπούτιν: Ο Ακόλαστος Μυστικιστής

Ο Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν ήταν Ρώσος μυστικιστής, ο οποίος άσκησε τεράστια επίδραση στο τελευταίο ρωσικό αυτοκρατορικό ζεύγος, του τσάρου Νικολάου Β’ και της τσαρίνας Αλεξάνδρας.Ο Ρασπούτιν γεννήθηκε στο Ποκρόφσκογε της επαρχίας Τομπόλσκ το 1869. Ήταν γιος χωρικών από τη Σιβηρία και παρόλο που πήγε σχολείο δε γνώριζε ούτε γραφή. Οι πνευματικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στην ηλικία των 18 ετών σε μοναστήρι, όπου και μυήθηκε στη διδασκαλία των «Μαστιγουμένων».

Επρόκειτο για μία αίρεση, τα μέλη της οποίας μαστιγώνονταν για λόγους μετανοίας ή εξιλέωσης. Διαστρεβλώνοντας τα κηρύγματα της αίρεσης, ο Ρασπούτιν διατύπωσε δικό του δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η σεξουαλική εξάντληση ήταν το καλύτερο μέσο για να φθάσει ο πιστός στην κατάσταση της «θείας αταραξίας» και να βρεθεί πιο κοντά στον Θεό.

Πριν γίνει μοναχός φεύγει από το μοναστήρι και επιστρέφει στο χωριό του. Το 1889 παντρεύεται και αποκτά τέσσερα παιδιά. Το 1901 εγκαταλείπει το σπίτι και την οικογένειά του, γίνεται προσκυνητής και περνά μεγάλο διάστημα περιπλανώμενος. Στο διάστημα αυτό, ανακηρύσσει τον εαυτό του «άγιο» και ζει από τις δωρεές των χωρικών. Παράλληλα, κατορθώνει να γίνει γνωστός για τις υποτιθέμενες θεραπευτικές του δυνάμεις και για τη σκανδαλώδη σεξουαλική του συμπεριφορά. Το 1903, ο Ρασπούτιν φθάνει στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί- χάρη σε μια μανία που είχε καταλάβει την υψηλή κοινωνία για τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό- αποκτά φανατικούς θαυμαστές σε αριστοκρατικούς κύκλους.

Η πρώτη επαφή του Ρασπούτιν με το αυτοκρατορικό ζεύγος πραγματοποιείται το φθινόπωρο του 1905. Η ανακάλυψη ότι ο Αλεξέι Νικολάγεβιτς, ο διάδοχος του θρόνου, ήταν αιμοφιλικός έχει συγκλονίσει την αυτοκρατορική οικογένεια. Ταυτόχρονα, στη Ρωσία διαδραματίζονταν τα γεγονότα της γνωστής εξέγερσης ενάντια στη μοναρχία.

Ο Ρασπούτιν κατορθώνει, με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εφεύρεσης, να απαλύνει το πρόβλημα των αιμορραγιών του αγοριού και πείθει το αυτοκρατορικό ζεύγος ότι η ζωή του παιδιού εξαρτάται από τον ίδιο. Διαμένει στην Πετρούπολη και διατυμπανίζοντας ότι η σωματική επαφή μαζί του έχει εξαγνιστικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, καταφέρνει να αποπλανήσει πολλές γυναίκες.

Παρά το γεγονός ότι οι αναφορές για τη διαγωγή του Ρασπούτιν έφταναν μέχρι το τσάρο Νικόλαο, εκείνος όχι μόνο δεν τις πίστευε, αλλά τιμωρούσε με πολιτικούς διωγμούς εκείνους που τις μετέφεραν. Το 1911 η συμπεριφορά του παίρνει διαστάσεις σκανδάλου και οι ερωτικές ιστορίες για τον ακόλαστο «καλόγερο» διαδίδονται σα χιονοστιβάδα.

Ύστερα από πιέσεις, ο τσάρος αναγκάζεται να εξορίσει τον ευνοούμενό του. Η επιμονή της τσαρίνας Αλεξάνδρας εντούτοις, τον οδηγεί- λίγους μήνες αργότερα- στην ανάκληση της απόφασής του.

Η δύναμη του Ρασπούτιν φθάνει στο απόγειό της μετά το 1915, όταν ο Νικόλαος φεύγει για το μέτωπο κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με την απουσία του Νικολάου, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα αναλαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας. Συνακόλουθα, ο ευνοούμενός της, μυστικιστής, αποκτά και εκείνος μεγαλύτερη πολιτική επιρροή. Η εξουσία τον κάνει να παραφέρεται και να προκαλεί. Η διαρκώς αυξανόμενη αλαζονική του συμπεριφορά εκδηλώνεται σε μια εποχή πολέμου, όπου οι ήττες του στρατού και οι στερήσεις βαραίνουν πολύ στη συνείδηση όλων.

Το περιβάλλον του τσάρου αδυνατεί να αποδεχτεί τη δύναμη και την επιρροή ενός ημιαναλφάβητου αγρότη και ακολουθούν κάποιες αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του. Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Δεκεμβρίου 1916, ο σύζυγος της ανιψιάς του Τσάρου, Γιουσούποφ, προσκαλεί τον Ρασπούτιν στο σπίτι του και του προσφέρει δηλητηριασμένο κρασί και γλυκό. Το δηλητήριο δεν επιδρά και ο Γιουσούποφ τον πλησιάζει και του ρίχνει μια σφαίρα στην καρδιά. Ο Ρασπούτιν καταφέρνει να συρθεί μέχρι την αυλή φωνάζοντας. Εκεί τον προφταίνουν και του αδειάζουν ολόκληρο γεμιστήρα επάνω του.

Κατόπιν, ρίχνουν το σώμα του στο παγωμένο ποτάμι. Καθώς το ξεφορτώνουν, διαπιστώνουν ότι το σώμα κινείται και την επόμενη μέρα όλη η Ρωσία γνωρίζει ότι ο Ρασπούτιν δεν έπαψε ν’ ανασαίνει παρά μόνο μετά το ρίξιμό του στον ποταμό. Αυτό ήταν αρκετό ώστε τα λαϊκά αναγνώσματα να δημιουργήσουν ένα θρύλο γύρω από τον Ρασπούτιν, κάνοντας τους χωρικούς να φοβούνται το στοιχειωμένο πνεύμα του.

Μετά τη νεκροψία, ο Ρασπούτιν βαλσαμώνεται και θάβεται στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσιο. Στο διάστημα που ακολούθησε, οι φήμες για τον τρόπο με τον οποίο πέθανε ο Ρασπούτιν έκαναν τους αγρότες να τον αναγορεύσουν σε «άγιο». Εξαγριωμένοι από την κατάσταση αυτή, οι μπολσεβίκοι ηγέτες (που εντωμεταξύ είχαν επικρατήσει), αποφασίζουν μια τελευταία εκταφή. Το πτώμα τελικά μεταφέρεται κρυφά τη νύχτα σε ένα ξέφωτο, όπου και καίγεται, δίνοντας οριστικά τέλος στη λατρεία του λειψάνου του.

Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, το 1993, κάποιοι Ρώσοι εθνικιστές προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τη φήμη του Ρασπούτιν. Μερικοί μάλιστα εξ’ αυτών,  πρότειναν την αγιοποίησή του. Νέα στοιχεία εντούτοις (προερχόμενα από άτομα τα οποία είχαν επιστρατευθεί για την παρακολούθηση του Ρώσου μυστικιστή), ανέτρεψαν τους ισχυρισμούς περί αγιότητας. Το 2003, σχολιάζοντας το αίτημα αγιοποίησής του, ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος είπε: «Αυτό είναι τρέλα! Ποιος θα ήθελε να παραμείνει σε μια εκκλησία που τιμά το ίδιο τους δολοφόνους με τους μάρτυρες, τους ακόλαστους με τους αγίους;»