ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Ρώσοι στην Κρήτη (1941-1945)

ΕΡΕΥΝΑ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ*

Αφού κατελήφθη η Κρήτη από τις γερμανοϊταλικές ναζιστικές δυνάμεις την 1η Ιουνίου 1941, από τις πρώτες διαταγές που εξέδωσαν οι ανώτεροι αξιωματικοί τους δια μέσου των διορισμένων φερεφώνων τους, (Υπουργός Γενικός Διοικητής Κρήτης, Νομάρχης κ.ά), ήταν να εντοπίσουν τους υπηκόους άλλων κρατών που βρίσκονταν στο νησί. Ο Νομάρχης Ηρακλείου Ιωάννης Τσατσαρωνάκης, (εκτελέστηκε αργότερα από τους κατακτητές), σε διαταγή του προς τη Διοίκηση Χωροφυλακής Ηρακλείου, τις Υποδιοικήσεις και Σταθμάρχες Χωροφυλακής και τους Προέδρους των Κοινοτήτων, απαιτεί να καταγραφούν οι ξένοι υπήκοοι που βρίσκονταν στις περιοχές ευθύνης τους, δίδοντας έμφαση στους Ρώσους καθώς και στους Λετονούς, Λιθουανούς και Εσθονούς. Συγκεκριμένα, η τηλεφωνική διαταγή του Τσατσαρωνάκη με ημερομηνία 30 Ιουνίου 1941 έχει ως εξής:

«…αναφέρατε άμα λήψει παρούσης τους εις την περιφέρειαν υμών τυχόν ευρισκομένους υπηκόους των κάτωθι κρατών

1) Αγγλίας μετά των αποικιών αυτής

2) Πολωνίας

3) Νορβηγίας

4) Βελγίου

5) Ολλανδίας

6) Γαλλίας

7) Γιουκοσλαβίας

8) Ρωσίας συμπεριλαμβανομένων και των Χωρών Λεττονίας, Λιθουανίας και Εσθονίας.

Γνωρίζομεν εισέτι ότι οι τοιούτοι δεν δύνανται να μετακινηθώσιν εκ του τόπου της σημερινής διαμονής των εάν δεν αποκτήσουν γραπτήν έγκρισιν των κατά τόπους Στρατιωτικών Γερμανικών Φρουραρχείων ή του τοιούτου της πόλεως Ηρακλείου. Την έγκρισιν ταύτην δέον να φέρωσιν πάντοτε μεθ’εαυτών.

Πετροδολάκια Ψηλορείτη, 8 Αυγούστου 1944, (απόγευμα). Οι πέντε από τους έξι Ρώσους που πήραν μέρος στο σαμποτάζ της Δαμάστας. Ο έκτος Ρώσος Ανθυπολοχαγός Βάνυα σκοτώθηκε στην επιχείρηση. Από αριστερά όρθιοι: Νικόλαος Μπορισώφ,
Πέτρος Σμακώφ, Μιχαήλ Χολιακώφ. Καθήμενοι από αριστερά: Ιβάν Φαραφωκώφ και Γεώργιος Πετρώφ (Αρχείο Ανεξάρτητης Ομάδος Ανωγείων)

Ο Νομάρχης Ηρακλείου Ιωάννης Τσατσαρωνάκης».1

Η Κρήτη τα χρόνια 1941-1944 είχε κατακλυστεί από Ρώσους αιχμαλώτους που έφερναν οι γερμανοί από το Ρωσικό μέτωπο, για να εργάζονται στα οχυρωματικά τους έργα. Η σθεναρή και νικηφόρα αντίσταση της Ρωσίας στις δυνάμεις του άξονα, το έπος του Στάλινγκραντ, η κακή διατροφή, τα κουρελιασμένα ρούχα, οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, έκαναν τους Κρητικούς να τους προσεγγίζουν με κάθε τρόπο, βοηθώντας όσο μπορούσαν. Στο πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου, υπήρχαν δεκάδες Ρώσοι αιχμάλωτοι. Ο Γεώργιος Χαραλαμπάκης θυμάται:

«…κάθε μέρα με τα κάρα να φτάνουνε στα πηγάδια του Καστελλίου, να γεμίζουνε νερό και να το κουβαλούνε στο αεροδρόμιο. Τους βάζανε με κάτι τεράστια πριόνια να κόβουνε τους ντρυάδες. Εκόψανε όλους τους ντρυάδες (βελανιδιές) της περιοχής. Για να ζεσταίνουνται οι γερμανοί το χειμώνα και να μαγερεύγουνε. Όλα τα κάνανε οι Ρώσοι. Ψηλοί άντρες, υπερήφανοι. Εμείς τος εδίναμε τσιγάρα άμα δεν εβλέπανε οι γερμανοί, ρούχα, κάλτσες, ότι μπορούσαμε…».2

Στις 6 Οκτωβρίου 1943, σε συμμαχικό βομβαρδισμό του αεροδρομίου Καστελλίου, οι βόμβες χτύπησαν κατά λάθος το χωριό Αμαριανό. Από τον βομβαρδισμό σκοτώθηκαν οι κάτοικοι Αριστείδης Κορναράκης, Μιχάλης Ψαράκης και τρεις Ρώσοι αιχμάλωτοι που έκοβαν βελανιδιές στην περιοχή. Ο γιατρός Εμμανουήλ Δετοράκης από το χωριό Αμαριανό, γράφει στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ στις 28 Σεπτεμβρίου 1995, μεταξύ άλλων:

«…ο άτυχος Αριστείδης Κορναράκης, που βρέθηκε στην αυλόπορτα του σπιτιού του, διαλύθηκε κυριολεκτικά. Οι δικοί του μάζεψαν τις σάρκες του σε ένα σεντόνι, όσες στάθηκε μπορετό να βρεθούν. Την επομένη βρέθηκε και ένα του χέρι σε αρκετή απόσταση και η μακάβρια είδηση:  Βρήκανε τη χέρα του Αριστή !!! Πιο κάτω, ένας άλλος άτυχος, ο Μιχαήλ Ψαράκης, ο επικαλούμενος “Σωμαράς”, ήταν το δεύτερο τραγικό θύμα της βόμβας. Την επομένη, κάποια παιδιά μας φώναξαν να δούμε κι άλλους σκοτωμένους. Ήσαν τρεις Ρώσοι αιχμάλωτοι, που κείτουνταν νεκροί ανάσκελα, δίπλα δίπλα, κοντά στο χείλος ενεός πηγαδιού, κάτω από ένα θεόρατο πλάτανο στη θέση “Καμαράκι”, πολύ κοντά στο σχολείο…».

Εφημερίδα ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, 10 Μαρτίου 1943. Οι πολίτες απαγορεύεται να εκφράζουν τα φιλικά τους αισθήματα προς τους Ρώσους αιχμαλώτους. Γνωστοποίηση Διοικητή «Φρουρίου Κρήτης» Στρατηγού Μπρώυερ.

Δύο Ρώσους αιχμαλώτους από το πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου απελευθέρωσε ο Καστελλιανός δάσκαλος και μετέπειτα αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, Δαϊλάκης Ιωάννης. Ο ίδιος περιγράφει την απελευθέρωσή τους με τα παρακάτω λόγια:

«…δύο Ρώσοι αιχμάλωτοι, ο Ιβάν και ο Βασίλης, είχαν μεταφερθεί από τους γερμανούς στη Μοίρα Α/Α Πυρ/κού, που στάθμευε στο Καστέλλι Πεδιάδος, για καταναγκαστική εργασία. Από το Ρωσικό μέτωπο, στην εσχατιά του Ελλαδικού χώρου, για στρατιωτικά οχυρωματικά έργα του κατακτητή. Μεγάλης Στρατηγικής σημασίας το αεροδρόμιο Καστελλίου και οι λοιπές στρατιωτικές εγκαταστάσεις των γερμανών κατακτητών. Τα μεγάλου διαμετρήματος Α/Α πυροβόλα, τα τετράδυμα Α/Α πολυβόλα, σχημάτιζαν μία Α/Α αμυντική προστατευτική ομπρέλα, από τις συμμαχικές επιδρομές.

Η πρώτη γνωριμία, έγινε μέσα στην καρότσα με τέντα από καραβόπανο ενός φορτηγού γερμανικού αυτοκινήτου, τύπου ΟPEL, των τριών τόνων.

Η συνεννόησή μας έγινε κυρίως με τα γερμανικά, που έτυχε να γνωρίζουμε τόσο εγώ, όσο και οι αιχμάλωτοι. Τον Φεβρουάριο του έτους 1943, το παραπάνω αυτοκίνητο εκτελούσε το δρομολόγιο Καστέλλι – Αμαριανό. Μετέφερε καυσόξυλα με συνοδεία δύο ενόπλων Γερμανών για ασφάλεια και εργάτες τους δύο αιχμαλώτους στην καρότσα.

Για να γνωριστώ και να συνάψω σχέσεις και να κερδίσω την εμπιστοσύνη, διέθεσα εξ’ ιδίων πολλά χρήματα δωροδοκώντας τους Γερμανούς, όμως κατάφερα να βρεθούμε μόνοι μας μέσα στην κλειστή καρότσα του γερμανικού φορτηγού αυτοκινήτου.

Εκτός από την καρότσα, είχα κι’ άλλες επαφές με τους Ρώσους στο πηγάδι του Μανώλη Χαλκιαδάκη, του ‘Αμερικάνου’, που βρισκόταν μέσα στο χωριό Καστέλλι. Οι Ρώσοι ερχόντουσαν στο πηγάδι, τραβώντας δίκην υποζυγίου ένα κάρο γεμάτο κανίστρες, τις γέμιζαν από το πηγάδι και τις μετέφεραν στο στρατόπεδο, σε απόσταση περίπου 300 μέτρα και ήταν μόνοι τους, χωρίς την συνοδεία των ενόπλων. Εδώ είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε καλύτερα και να συνδεθούμε καλύτερα, πλήρως, εις τρόπον ώστε, να ολοκληρωθεί η πρώτη φάσις.

Από την προηγούμενη της 16ης Ιουνίου 1943, είχα ενημερώσει τους Ρώσους, τους καθόρισα το σημείο εξόδου από τα συρματοπλέγματα και στη συνέχεια εκάναμε αναγνώριση μαζί του σημείου, προσδιορίσαμε την ώρα που ήταν αμέσως μετά την διανομή του εσπερινού συσσιτίου, περί τις 20.00 η ώρα. Τους είπα να περιμένουν ακριβώς στο δέντρο που βρισκόταν στην έξοδο, ήταν η συκιά του Καλουργιά.

Ακριβώς στις 20.00 στις 16-6-1943, φύγαμε από το σπίτι μας με τον Μανώλη Αποστολάκη, ήταν πολύ κοντά. Την ώρα που φθάσαμε στο σημείο της εξόδου, είδαμε τους Ρώσους να προσπαθούν να ξεμπλεχθούν από τα συρματοπλέγματα. Τότε έτρεξε ο Μανώλης, τους βοήθησε και βγήκαν. Αμέσως άρχισε η πορεία προς Λαγού. Ο Μανώλης επροπορεύθη, για να μας καλύψει την κίνηση από τυχόν εμπόδιο.

Μετά από ένα τέταρτο πορεία και αφού επεράσαμε το επικίνδυνο σημείο του δρομολογίου μας, είπα στο Μανώλη να φύγει και να πάει στην Κασταμονίτσα, για να ειδοποιήσει το σύνδεσμο να έλθει στο Χαρασσό, να μας παραλάβει και να μας οδηγήσει στο λημέρι…».3

Η μητέρα του Στάνλεϋ Μος, Ρωσίδα Zofia Tarnowska.

Ο Βάνυα (Βασίλης) και ο Ιβάν οδηγήθηκαν στα ορεινά της Κασταμονίτσας, στη μάντρα του Σηφογιάννη. Παρέμειναν αρκετό διάστημα. Τον Απρίλιο του 1944, τους παρέλαβε ο Βρετανός αξιωματικός Σύνδεσμος Ουίλιαμ Στάνλεϋ Μος. Η μητέρα του Μος ήταν Ρωσίδα (Zofia Tarnowska) και ο ίδιος ήθελε να κάνει ομάδα για σαμποτάζ με Ρώσους αιχμαλώτους που είχαν απελευθερωθεί. Ο Βάνυα και ο Ιβάν θα έπαιρναν μέρος στην απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε. Με την αλλαγή του σχεδίου επέστρεψαν στη μάντρα του Σηφογιάννη από τις Πατσίδες, δυο ημέρες πριν την απαγωγή. Στις 8 Αυγούστου 1944, ο Βάνυα, ο Ιβάν και τέσσερις άλλοι Ρώσοι συμμετείχαν στο σαμποτάζ της Δαμάστας που οργάνωσε ο Στάνλεϋ Μος με τους άντρες της Ανεξάρτητης Ομάδας Ανωγείων. Στο σαμποτάζ σκοτώθηκε ο Βάνυα από τα πυρά Γερμανού υπαξιωματικού.

Στις 5 Μαρτίου1943, μεταφέρθηκαν από το Ηράκλειο στην Αγυιά Χανίων Ρώσοι αιχμάλωτοι, πάνω σε ανοικτή καρότσα γερμανικού φορτηγού. Το φορτηγό πέρασε από τον κεντρικό δρόμο της πόλης των Χανίων, αφού δεν υπήρχε άλλος δρόμος τότε προς την Αγυιά. Οι Χανιώτες, βλέποντας τους Ρώσους αιχμαλώτους, άρχισαν να τους επευφημούν, να τους πετούν τσιγάρα, να τους χειροκροτούν, δείχνοντας την συμπάθειά τους. Ο Διοικητής του Φρουρίου Κρήτης και ο Νομάρχης Ηρακλείου, αναγκάστηκαν και εξέδωσαν αυστηρές διαταγές με αφορμή αυτό το περιστατικό. Η διαταγή του Διοικητή Στρατηγού Μπρώυερ, έχει ως εξής:

«ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΙΣ

Την 5ην Μαρτίου έλαβον χώραν εντός της πόλεως των Χανίων κατά τη διέλευσιν σοβιετικών αιχμαλώτων φιλοκομμουνιστικαί εκδηλώσεις. Διέταξα, όπως εν τω μέλλοντι οι τοιούτοι διαδηλωταί εγκλείωνται εις στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Επιφυλάσσομαι δια την λήψιν αυστηροτάτων μέτρων. Επί τη ευκαιρία τονίζω, ότι εις τον παρέχοντα καταφύγιον ή υποστήριξιν εις δραπετεύοντας αιχμαλώτους, θα επιβάλληται η ποινή του θανάτου

6 Μαρτίου 1943   Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣª».4

Η ανακοίνωση του Νομάρχη Ηρακλείου Εμμανουήλ Ξανθάκη τονίζει ότι:

«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

Προς τον Δήμον Ηρακλείου, Διοίκησιν Χωρ/κής, άπαντας τους Προέδρους Κοινοτήτων Νομού και τους Σταθμάρχας.

Κατά την πρόσφατον μεταφοράν Ρώσων αιχμαλώτων εις Χανιά, εξεδηλώθησαν, ως γνωστόν, παρά τινών αριστεριζόντων, αισθήματα φιλικά προς αυτούς, πράγμα το οποίον, έδωκεν αφορμήν, εις τον Αξιότιμον Διοικητήν του Φρουρίου Κρήτης, να δηλώση κατηγορηματικώς, ότι εις τον παρέχοντα καταφύγιον ή υποστήριξιν πάσης φύσεως, εις τυχόν δραπετεύοντας Ρώσους αιχμαλώτους, θα επιβάλληται υπό του Στρατού Κατοχής, η ποινή του θανάτου.

Ενετάλημεν αρμοδίως, να δώσωμεν ευρείαν δημοσιότητα εις την άνω δήλωσιν του κ. Διοικητού του Φρουρίου, προς αποτροπήν επαπειλούσης συμφοράς, εν περιπτώσει ανυπακοής, δι’ο και παραγγέλομεν προς τον κ. Δήμαρχον, τον κ. Διοικητήν Χωρ/κής, προς πάντας τους Προέδρους των Κοινοτήτων, ως και τους κατά περιφερείας Σταθμάρχας, ίνα γνωστοποιήσωσι τούτο εις τους κατοίκους, δια δημοσιεύσεως εις πάντα τα δημοσιώτερα μέρη του Δήμου και της έδρας της Κοινότητος και των απαρτιζόντων τυχόν αυτήν ετέρων συνοικισμών, ως και δι’εκκλησίαις αναγνώσεως εκ μέρους των ιερέων.

Εφιστώμεν την προσοχήν, αξιούντες αυστηράν συμμόρφωσιν

Στη μάντρα του Σηφογιάννη, Απρίλιος 1944. Ο Στάνλεϋ Μος με τον Βάνυα (αριστερά) και τον Ιβάν (δεξιά), τους Ρώσους που απελευθέρωσε από το πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου ο Γιάννης Δαϊλάκης.

Ο Νομάρχης».5

Στη δίκη των γερμανών Στρατηγών Μπρώυερ και Μύλερ, μεταξύ των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν, ήταν ο θάνατος πολλών Ρώσων αιχμαλώτων στο στρατόπεδο του Μάλεμε Χανίων. Στη απολογία του ο Μπρώυερ ανέφερε για τους Ρώσους:

«…κατηγορούμαι ότι εχρησιμοποίησα τους εργάτας της Κρήτης δια καταναγκαστικά έργα, την ενέργειαν των έργων εις Κρήτην είχε αναλάβει ο Γερμανός Διοικητής του Μηχανικού και ουχί εγώ, θέλω να δώσω ακόμη ένα παράδειγμα, ομιλών δια το πνεύμα των σκέψεών μου. Κάποτε ήλθον εις Κρήτην 1000 Ρώσσοι αιχμάλωτοι, τους βάλανε εις ένα στρατόπεδο εις το Μάλεμε, αργότερα έμαθα ότι δύο απέθανον εκ πείνης. Εζήτησα εξηγήσεις από τον Διαχειριστήν του Στρατοπέδου, ο οποίος μου είπε ότι η τροφή δεν είναι καλή αλλά δεν ημπορεί να κάμη τίποτε διότι γενικώς η τροφοδοσία των αιχμαλώτων κανονίζεται από το Βερολίνον. Εν τω μεταξύ εγώ επήγα με γιατρό και έγδυσα τους Ρώσους αιχμαλώτους δια να διαπιστώσω εάν ηδύναντο να εργασθούν ή όχι, διεπίστωσα δε ότι λόγω της εξαντλήσεως δεν δύνανται να εργασθούν…».

Τα παραπάνω λόγια του Μπρώυερ αποδεικνύουν και ποιοι ήταν τελικά αυτοί οι εγκληματίες πολέμου. Ξεχνά στο Στρατοδικείο ότι τις διαταγές καταναγκαστικής εργασίας τις υπέγραφε ο ίδιος και ότι η άρνηση τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου, ξεχνά ότι ήταν ο Διοικητής της Κρήτης και όλοι υπάκουαν σ’αυτόν, ξεχνά όλα τα εγκλήματα που διέπραξαν οι στρατιώτες του και προσπαθεί ως Πόντιος Πιλάτος να επιρρίψει τις δικές του ευθύνες σε άλλους. Απροσδιόριστος αριθμός Ρώσων αιχμαλώτων εκτελέστηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες της καταναγκαστικής εργασίας την περίοδο της θητείας του ως Διοικητής του «Φρουρίου Κρήτης».

Για τους Ρώσους στην Κρήτη την περίοδο 1941-1944 έχουν αναφερθεί πολλοί συγγραφείς της Κρητικής Αντίστασης. Ο Γεώργιος Κάββος στο βιβλίο του «Γερμανοϊταλική Κατοχή και Αντίσταση Κρήτης», Ηράκλειο 1991, αφιερώνει το κεφάλαιο 23 στους Ρώσους με τίτλο:  Συμβολή Ρώσων αιχμαλώτων στην Αντίσταση Κρήτης μετά την απόδρασή τους από τα γερμανικά στρατόπεδα.

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο βιβλίο του «Θέρισο Γερμανική Κατοχή», Σούδα Χανίων 1977 και ο Κριτόλαος Ψαρουδάκης στο βιβλίο του «Αγωνίες και αγώνες μιας εποχής», Ηράκλειο 1991, επιχειρούν εκτενή αναφορά στους Ρώσους αιχμαλώτους των Γερμανών την κατοχή.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1944, τα στρατεύματα κατοχής από το πολεμικό αεροδρόμιο Καστελλίου Πεδιάδος αποσύρονταν στο Ηράκλειο. Πολλοί κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, έσπευδαν στο αεροδρόμιο να πάρουν αντικείμενα που είχαν αφήσει οι Γερμανοϊταλοί, χρήσιμα στην καθημερινότητά τους. Δυο φίλοι από το Σμάρι, ο Ιωάννης Διδάκης ή Πιστιρίκος και ο Νικόλαος Στιβακτάκης, έφτασαν αναζητώντας σιδερένια βαρέλια μεταφοράς καυσίμων. Δεν βρήκαν και επέστρεψαν στην κεντρική πλατεία του Καστελλίου. Εκεί έγιναν μάρτυρες του παρακάτω συγκλονιστικού γεγονότος το οποίο διηγείται ο Νικόλαος Στιβακτάκης. Την διήγηση του Νικολάου Στιβακτάκη διέσωσε ο συγχωριανός του Αντώνιος Γ. Καλογεράκης (ετών 85, 2018):

Ο Αντώνιος Γ. Καλογεράκης από το χωριό Σμάρι Πεδιάδος. Διέσωσε τη διήγηση του Νικολάου Στιβακτάκη για το επεισόδιο του Ρώσου με τον Γερμανό στις 24 Σεπτεμβρίου 1944, που διαδραματίστηκε στην κεντρική πλατεία του Καστελλίου.

«Με το Γιάννη τον Πιτσιρίκο ήρθαμε στο Καστέλλι να πάρομε κανένα βαρέλι από το αεροδρόμιο. Όλοι έπαιρναν τα βαρέλια γιατί ήτανε χρήσιμα. Δεν εβρήκαμε τίποτα. Οι δικοί μας είχανε βάλει και φρουρά και μας εμποδίζανε να μπούμε στο αεροδρόμιο. Εγυρίσαμε στη πλατεία Δοξαστάκη και εψάχναμε να βρούμε κανένα αυτοκίνητο να’ρθομε στο Σμάρι. Στη πλατεία είδαμε και Ρώσους. Ήντα κάνουνε οι Ρώσοι εδώ; Μας είπανε ότι ήτανε αιχμάλωτοι και ήρθανε στο Καστέλλι κι από το Καστέλλι θα τσι πηγαίνανε στη πατρίδα ντως. Και βλέπομε ένα Ρώσο να κρατεί ένα Γερμανό αιχμάλωτο από το λαιμό. Επλησιάσαμε να δούμε. Ο Ρώσος του φώναζε και του ’δειχνε το ρολόι που φόριε ο Γερμανός στη χέρα ντου. Ήρθε ένας δικός μας και μιλούσε του Γερμανού. Ο Ρώσος τόνε ρωτούσε που εβρήκε το ρολόι. Ο δικός μας έλεγε τα λόγια του Ρώσου στα γερμανικά. Που βρήκες το ρολόι; τόνε ρωτούσε. Ο Γερμανός του ’πε ότι το πήρε από ένα νεκρό Ρώσο στο Στάλινγκραντ. Αυτό το ρολόι είναι του αδερφού μου, έλεγε ο Ρώσος. Και δεν τον άφηνε από το λαιμό. Του βγάνει το ρολόι και το παίρνει. Ο Γερμανός είχε γίνει κίτρινος από το φόβο του. Βγάνει και το πιστόλι ο Ρώσος και τόνε βάνει να πηγαίνει το δρόμο το κεντρικό του Καστελλιού πάνω κάτω. Να πηγαινοέρχεται στο δρόμο, εξήντα μέτρα από εκεί που ήτανε το Φρουραρχείο στο Καστέλλι μέχρι τη πάνω στροφή. Στη στροφή ήτανε κι ένας άλλος Ρώσος και τόνε γύριζε πίσω. Κάθε φορά που γύριζε πίσω ο Γερμανός ελέγαμε εδά θα τόνε σκοτώσει. Εβλέπαμε το Ρώσο να παλεύγει μέσα ντου. Και κάθε φορά τόνε γύριζε οπίσω. Πάνω κάτω το ίδιο βιολί το’κανε ο Γερμανός ίσαμε είκοσι φορές. Και κάθε φορά τα ίδια. Ο Ρώσος να σηκώνει το πιστόλι να τόνε σκοτώσει κι ύστερα να το κατεβάζει. Όσοι είμαστε στη πλατέα, κι είμαστε πολλοί, δεν εμιλούσαμε. Στο τέλος τόνε πιάνει και τόνε πάει στο κτήριο της Χωροφυλακής του Καστελλίου. Δε τόνε σκότωσε…».

1 Αρχείο γερμανικής Στρατιωτικής Διοικήσεως Κρήτης, 30 Ιουνίου 1941.

2 Γεώργιος Μιχαήλ Χαραλαμπάκης, μαγνητοφωνημένη συζήτηση, Καστέλλι, 2002.

3 Ιωάννης Κωνσταντίνου Δαϊλάκης, απόσπασμα χειρόγραφων σημειώσεων, Ηράκλειο, 1995.

4 Εφημερίδα Κρητικός Κήρυξ, 10 Μαρτίου 1943.

5 Εφημερίδα Κρητικός Κήρυξ, 24 Μαρτίου 1943.

Του Γεωργίου Α. Καλογεράκη, δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,  διευθυντή Δημοτικού Σχολείου  Θραψανού Πεδιάδος

patris.gr