ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

Σαν σήμερα γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη ο λογοτέχνης Γρηγόρης Ξενόπουλος.

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε το 1867 στο Φανάρι, πρωτότοκος γιος του ζακύνθιου πρώην στρατιωτικού και εμπόρου Διονυσίου Ξενόπουλου με καταγωγή από την Πελοπόννησο και της πολίτισσας Ευθαλίας Θωμά. Σε βρεφική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Ζάκυνθο. Εκεί η οικογένειά του απέκτησε πέντε ακόμη παιδιά, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Ζάκυνθο με σημαντική βοήθεια από τη μητέρα του και στη συνέχεια έφυγε για σπουδές στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Στην Αθήνα παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα Φυσικομαθηματικών Επιστημών, Βιολογίας, Φιλοσοφίας και Φιλολογίας, ενώ επιδόθηκε επίσης στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η πρώτη του παρουσία στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1879 από τις στήλες του περιοδικού Η Διάπλασις των παίδων. 

Το 1884 υπέβαλε το διήγημα Του Ελληνικού αγώνος το τριακοσιάδραχμον έπαθλον στο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Εστίας. Το έργο αποκλείστηκε λόγω του σατιρικού χαρακτήρα του και τον επόμενο χρόνο ο Ξενόπουλος δημοσίευσε το πρώτο του αισθητικό δοκίμιο με τίτλο Περί Κάλλους στο Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου. Το 1884 έγραψε το πρωτόλειο ρομαντικής υφής μυθιστόρημα Ο άνθρωπος του κόσμου. Αθηναϊκή μυθιστορία. Από το 1890-1910 υπήρξε μέλος της Σοσιαλιστικής Νεολαίας και ένθερμος οπαδός του Πλάτωνα Δρακούλη.

Το 1893 έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με τη νουβέλα Μαργαρίτα Στέφα, γραμμένη στην καθαρεύουσα (το τελευταίο έργο του πριν τη χρησιμοποίηση της δημοτικής στα κείμενά του). Δύο χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφάνισή του στο θεατρικό χώρο με δύο έργα που παραστάθηκαν από το θίασο του Παναγή Λεκατσά, τον Ψυχοπατέρα και τον Τρίτο. Έτσι στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ο Ξενόπουλος είχε περάσει στην επαγγελματική συγγραφική δραστηριότητα σε ποικίλα είδη του πεζού λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα, παιδική λογοτεχνία, θέατρο, χρονογράφημα, δοκίμιο, κριτική). Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες της εποχής (Ραμπαγάς, Εβδομάς, Εικονογραφημένη Εστία, Παναθήναια, Καθημερινή, Εστία και κυρίως με το περιοδικό Διάπλασις των παίδων, στο οποίο αρθρογραφούσε επί πενήντα χρόνια στην τακτική στήλη του με το ψευδώνυμο Φαίδων), ενώ υπήρξε ιδρυτής της Νέας Εστίας (1927) στην οποία παρέμεινε διευθυντής ως το 1934, συνιδρυτής (μαζί με τους Καζαντζάκη, Παλαμά και Σικελιανό) της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (1934) και διευθυντής της Εικονογραφημένης Εστίας κατά τη διετία 1894-1895.

Το 1894 παντρεύτηκε την Ευφροσύνη Αχιλ. Διογενίδη, με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Λεονή, ο γάμος του όμως διαλύθηκε ένα χρόνο αργότερα. Το 1906 αρραβωνιάστηκε την Χριστίνα Κανελλοπούλου, με την οποία παντρεύτηκε το 1901 και απέκτησε δυο κόρες, την Κάκια και τη Λουλού. Το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος, το 1923 με το Εθνικό Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών και το 1932 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Μετά το 1947 αντιμετώπισε έντονες οικονομικές δυσκολίες. Πέθανε το 1951 σε ηλικία 84 χρόνων.

Το λογοτεχνικό έργο του τοποθετείται στην ανανεωτική τάση της πεζογραφίας που αντιτάχθηκε στη γενιά του 1880. Ως πεζογράφος ο Ξενόπουλος ξεκίνησε από το χώρο της ηθογραφίας και πέρασε γρήγορα στο ρεαλιστικό (και αργότερα νατουραλιστικό) αστικό μυθιστόρημα με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, το οποίο υποστήριξε και θεωρητικά, με έντονες επιρροές από το έργο των Ονορέ ντε Μπαλζάκ και Εμίλ Ζολά. Σημειώνονται εδώ μυθιστορήματά του Ο κόκκινος βράχος, Λάουρα, Η Αναδυομένη, Πλούσιοι και Φτωχοί και Τίμιοι και άτιμοι. Άξια λόγου είναι επίσης η κριτική δραστηριότητά του, στην οποία συμπορεύτηκε με τον Κωστή Παλαμά προς την ανανέωση του κριτικού λόγου, την προβολή της σύγχρονής του λογοτεχνικής παραγωγής και την αποκατάσταση της παλιότερης. Η γλώσσα του στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι η απλή δημοτική, η οποία βοήθησε στην προώθηση της φυσικότητας των διαλόγων στα έργα του, φυσικότητας που μαζί με την τεχνική αρτιότητα αποτέλεσαν τα βασικά προτερήματα της γραφής του.

«Σας ασπάζομαι, Φαίδων»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ
«Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος ήσυχος και καλός. Ηταν καλός άνθρωπος, δουλευτής και γι’ αυτό πέθανε στην ψάθα». Είναι η Ευθαλία – Λουλού Ξενοπούλου, σε μια συνέντευξη για τον πατέρα της, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, στην «Ε», 13 Αυγούστου 1989. Και την ανέσυρα, καθώς σαν χθες, πριν από 60 χρόνια, 14 Ιανουαρίου 1951, ο Ξενόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 84 του. Η κόρη του (δεύτερη από έναν δεύτερο γάμο του πατέρα της, ενώ υπήρχε και μια κόρη από τον πρώτο του), που δεν βρίσκεται πλέον κι αυτή στη ζωή, ήταν, το 1989, 85 ετών.

Τη συνάντησα ένα βράδυ στην παράσταση του θεατρικού έργου του πατέρα της «Στέλλα Βιολάντη» (στο Μαρούσι, από το «Αθμόνιο Θέατρο», σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, με την Αταλάντη Κλαπάκη στον επώνυμο ρόλο). Στη συνέχεια βρεθήκαμε και τα είπαμε στο θερινό της σπιτάκι στον Διόνυσο. Να μνημονεύσουμε λοιπόν, με αποσπάσματα από εκείνη τη συνέντευξη, τον πολυγραφότατο, και πρωτοπόρο αυτόν συγγραφέα, που δέσποσε στην πνευματική ζωή της νεότερης Ελλάδας 60 και πλέον χρόνια.

«Η Διάπλασις των Παίδων»


Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, επιφυλλιδογράφος, μεταφραστής, καθαρευουσιάνος στην αρχή, υπέρμαχος της δημοτικής στη συνέχεια. Και, ακόμα, ψυχή του μακροβιότερου παιδικού περιοδικού, της «Διαπλάσεως των Παίδων» (έκλεισε το 1948, έπειτα από 71 χρόνια), απ’ όπου έκαναν τα πρώτα τους λογοτεχνικά βήματα αρκετοί συγγραφείς.
Λέει σχετικά η κόρη του:

«Τη “Διάπλαση” την έβγαζε από το 1879 ο Νικόλαος Παπαδόπουλος από την Υδρα, που ήταν θείος της μαμάς μου. Στην αρχή γραφόταν στην καθαρεύουσα. Επειτα, λίγο αφ’ ότου πήγε ο μπαμπάς, άρχισε να γράφεται στη δημοτική. Το πρώτο κείμενό του δημοσιεύθηκε το 1892. Ηταν ένα διήγημα, “Η αδελφούλα μου”, στη δημοτική. Το 1896 ο αρχισυντάκτης του Αριστοτέλης Κουρτίδης πήγε στη Γερμανία και πήρε τη θέση του ο πατέρας μου. Τότε άρχισε να γράφει τις “Αθηναϊκές επιστολές”, με το ψευδώνυμο Φαίδων [“Σας ασπάζομαι, Φαίδων”]. Από εκεί, μιλώντας στα παιδιά, σχολίαζε τα πάντα».

– Πόσες επιστολές να ‘χει γράψει;
«Περί τις 3.000. Αλλά οι επιστολές ήταν το λιγότερο. Ολη σχεδόν η δουλειά περνούσε από το χέρι του. Φοβερή δουλειά. Σκεφτείτε ότι παίρναμε 500-1.000 γράμματα την ημέρα. Κάποτε μπήκα κι εγώ σ’ αυτή τη δουλειά».
– Τι κυκλοφορία είχε η «Διάπλαση»;
«Είχε 7.000 συνδρομητές. Στην υπόλοιπη Ελλάδα τη στέλναμε με το πρακτορείο εφημερίδων. Σκεφτείτε τι δουλειά είχαμε κάθε βδομάδα».
– Θα είχατε και επισκέψεις παιδιών.
«Το σπίτι μας ήταν κέντρο διερχομένων. Τι παιδιά, τι ηθοποιοί που έπαιζαν στα έργα του μπαμπά, τι συγγραφείς -γιατί τότε δεν υπήρχε τηλέφωνο και για ό,τι ήθελαν έρχονταν εκεί».
Και καβγάδες
– Φιλολογικές συγκεντρώσεις, που συνηθίζονταν εκείνα τα χρόνια, γίνονταν στο σπίτι σας;
«Και βέβαια. Συνήθως κουβέντιαζαν για τη γλώσσα. Ερχόταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Κωστής Παλαμάς, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Μανόλης Καλομοίρης, ο Σωτήρης Σκίπης, ο Μηνάς Φιλήντας, ο Ηλίας Βουτιερίδης, ενίοτε ο Γιάννης Ψυχάρης. Και καμιά φορά παίζανε χαρτιά, πόκερ και άλλα».
– Και πότε έγραφε;
«Εγραφε τη νύχτα, ώς τις πρωινές ώρες, 4-5, και ξυπνούσε γύρω στις 11. Δεν κουραζόταν εύκολα. Αλλωστε ό,τι έκανε τ’ αγαπούσε».
– Το σπίτι, στην οδό Ευριπίδου όπου μένατε, ήταν δικό σας;
«Οχι, ανήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μας το ‘χε νοικιάσει. Ζήσαμε εκεί 40 χρόνια, ώς τα Δεκεμβριανά, που μας το τίναξαν οι ΕΛΑΣίτες». 
– Γιατί το ανατίναξαν; 
«Δεν ξέρουμε. Την περιοχή εκείνη, του Ψυρρή, την είχαν οι ΕΛΑΣίτες κι εκεί γίνονταν πολλές μάχες. Μας είπαν να φύγουμε γιατί έπρεπε να ανατινάξουνε το σπίτι. Και το ανατίναξαν μαζί με άλλα εκεί κοντά. Δεν έμεινε τίποτα, καταστράφηκαν πολλά πράγματα, αρχεία, πίνακες». 


Δεν έλειψαν και οι φιλολογικοί καβγάδες. Ηταν ο Ταγκόπουλος του περιοδικού «Ο Νουμάς», που ειρωνευόταν τον Καβάφη και συνακόλουθα τον Ξενόπουλο, που τον υποστήριζε, αποκαλώντας τον… Ξερνόπουλο – («Θαυμάζει κι ο Ξερνόπουλος / τον κύριο Καβάφη / που ένα α-ποίημα / τον κάθε χρόνο γράφει»!). Το θυμίζω στην κόρη του.

«Και ο πατέρας μου τον έλεγε… Ουρακοταγκόπουλο! Αλλά οι μεγάλοι καβγάδες ήταν με τον Γεώργιο Δροσίνη, που ενώ συνεργάστηκαν στην “Εστία”, όταν ο πατέρας αποχώρησε κι έβγαλε τη “Νέα Εστία” άρχισε να τον πολεμάει».

Αργότερα έγιναν φίλοι. Οπως είχε συμβεί με τον Ψυχάρη. Οπου όταν κάποτε τσακώθηκαν, ο Ψυχάρης αναφέρθηκε σε κάποιον περίπατό τους σε μια λασπωμένη οδό Πανεπιστημίου, με τον Ξενόπουλο να διπλώνει τις άκρες του παντελονιού του να μη λερωθεί. Και το σχόλιο του Ψυχάρη: «Να, αυτός είναι ο Ξενόπουλος: Εγώ να του μιλώ για τη γλώσσα κι εκείνος να κοιτάζει να μη λερώσει το παντελονάκι του!». Και η απάντηση του Ξενόπουλου: «Δεν το ‘ξερα πως, επειδή μου μιλούσε ο Ψυχάρης, έπρεπε να κυλιστώ στις λάσπες σα γουρούνι!».*

Πηγές


http://antgeo.blogspot.com

http://pentalia.blogspot.com