Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Στην άκρη του βράχου» της Αλκυόνης Παπαδάκη

Γράφει η Βασιλική Μολφέση

 

 

Λυρικό κι εξαιρετικά ευαίσθητο είναι το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα της Αλκυόνης Παπαδάκη με τίτλο «Στην άκρη του βράχου». Η συγγραφέας διηγείται τη ζωή του Στρατή, που μεγαλώνει κάπου στην Αττική με την ήρεμη, ανεκτική και υπομονετική μάνα Σμαράγδα και τον μέθυσο και βάναυσο πατέρα Παύλο, σκαλίζοντας στο γενεαλογικό δέντρο τους, προκειμένου να διεισδύσει με κατανόηση και αγάπη στην ψυχολογία των ηρώων και στα παιδικά τους χρόνια, δικαιολογώντας όσο γίνεται τις πράξεις τους. Πολλά πρόσωπα πλαισιώνουν τον περίγυρο του Στρατή, καθένα με το δικό του βίο, τις δικές του εμπειρίες και πορείες ζωής, με ξεχωριστή μορφή την εκκεντρική και ασυμβίβαστη δεσποινίς Λίλη.

Πρόσωπα με τραγικές στιγμές και απάνθρωπες , βίαιες κι ανάλγητες συμπεριφορές οδηγούν τον άνθρωπο σε ανεξέλεγκτες πράξεις, επηρεάζοντας την πορεία της ζωής του, των οικείων του και όσων συναναστρέφεται . Αισιόδοξο βιβλίο με άπειρες ποιητικές εκφράσεις, έντονους διαλόγους και παραστατικές περιγραφές, που εκπέμπει δύναμη και κουράγιο στον άνθρωπο για να αντιμετωπίσει όσα η ζωή φέρνει στο δρόμο του, να είναι άξιος μαχητής και που δείχνει πως οι συμπεριφορές των άλλων, είτε συγγενών, είτε φίλων και γνωστών καθορίζουν άλλοτε προς το καλύτερο κι άλλοτε προς το χειρότερο τη ζωή του καθενός και πως καταφέρνουν «κάτι ανθρωπάκια να γίνονται σηματοδότες στο δρόμο της ζωής των άλλων» σκορπώντας το φόβο, τον εκβιασμό και την ψυχολογική καταπίεση. Τονίζει για άλλη μια φορά την υποκρισία της κοινωνίας που «η ζηλοφθονία φοράει καλά τη μάσκα της χαράς» και που διατυπώνουν άποψη με στόμφο και κατηγόρια «οι ατσαλάκωτοι, οι κριτές, οι επίσημοι στην εξέδρα της ζωής». Η συγγραφέας με κατανόηση στους ανθρώπους που η μοίρα δεν χάιδεψε και δεν στάθηκε δίκαιη , αλλά τους έφερε προβλήματα και αντιξοότητες στο διάβα τους, διδάσκει την αγάπη στον συνάνθρωπο, το να νοιάζεται τον πόνο του με καλή πρόθεση, αγάπη και αλληλεγγύη, με απλωμένο χέρι βοήθειας γιατί «τα ωραιότερα τοπία είναι οι άνθρωποι». Επίσης δείχνει την ανάγκη του πονεμένου ανθρώπου «να χαράξει το δρόμο της ελευθερίας του μακριά από τα δήθεν, τα ψεύδη και τις αλαζονείες, όσο πιο μακριά από το πέπλο του συστήματος» κι επισημαίνει την ομορφιά της συντροφικότητας, το μεγαλείο του «συνυπάρχω». «Εμείς.. Πόση ζέστα, πόση ελπίδα κρύβει αυτή η λέξη. Τρυπάει τη μαύρη μοναξιά, όπως το ουράνιο τόξο τρυπάει την καταιγίδα και τη γεμίζει χρώματα». Με κατανόηση ακόμη αναφέρει ότι δεν μπορεί ο κάθε άνθρωπος «που τα βήματα της ζωής του ήταν και είναι πάνω σ΄ ένα βελούδινο καλοστρωμένο χαλί να κατανοήσει και να πλησιάσει τα χαντάκια από τις βαθιές πληγές του άλλου. Δεν είναι ο δρόμος του από κει όσο καλή διάθεση και να έχει». Και κάποιες παράγραφοι που ξεχωρίζουν: «Είναι πολλοί άνθρωποι που περπατούν ξυπόλυτοι πάνω σε στάχτες κι αποκαΐδια, άλλοι ανάμεσα σε πυρκαγιές, άλλοι ανάμεσα σε θύελλες, άλλοι ανάμεσα σε λάσπες και πέτρες κοφτερές. Όμως δεν υπάρχει τίποτα ασάλευτο πάνω στη γη. Δεν υπάρχει απόγνωση χωρίς καταφύγιο. Μόνο που είναι χωμένο ανάμεσα σε βράχια κι αγκάθια σουβλερά. Χρειάζεται να αγωνιστείς πολύ για να το ανακαλύψεις. Χρειάζεται να ψάλλεις ακούραστα ακόμα και με τα στυφά, στεγνωμένα χείλη σου τον ύμνο της ζωής». «Πολλές φορές τα όνειρα μας προδίδουν. Όμως δεν χάλασε ποτέ η ομορφιά του κόσμου γι αυτό. Τα όνειρα είναι τα παραμύθια της ψυχής. Δεν τελειώνουν τα όνειρα όπως δεν τελειώνουν και τα παραμύθια. Τα έχει ανάγκη η ψυχή για να ξελογιάζει τη ζωή»