ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥΚΡΗΤΗ

ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΒΙΓΛΑΣ

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΑΒΒΑ

 

Αρκετά περιγραφικό και πολύ ζωντανό το παραπάνω κείμενο του Κωστή Αρβανιτάκη, το οποίο περιέχεται στο σπουδαίο πόνημά του με τίτλο: “Τάξις Τρίτη – σχολικόν ενθύμιον”. Γίνεται λόγος για την συγκεκριμένη περιοχή της Βίγλας και για την εξερεύνηση εκείνης της σπηλιάς που βρίσκεται στο πίσω μέρος του κήπου των Ηρώων που οι μικροί μαθητές νόμιζαν ότι θα την ερευνήσουν και θα ’βρισκαν μέσα της πολεμικό υλικό ή κάτι άλλο που θα κέντριζε έντονα το παιδικό τους ενδιαφέρον. Έλα όμως που υπήρχε και ο φόβος και η εξερεύνηση αυτή δεν ήταν δυνατόν να γίνει. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για τους “νταήδες” της Βίγλας, εκείνα τα άφοβα παλληκάρια, τα παιδιά αυτής της περιοχής που οπωσδήποτε διέφεραν από τα άλλα παιδιά της πόλης και στη νοοτροπία και στη συμπεριφορά και στον τρόπο σκέψης. Ίσως πιο υπεύθυνα και πιο αποφασιστικά να έπαιρναν κάποιες αποφάσεις. Σίγουρα πολλές φορές δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο. Και καταλήγει ο κ. Κώστας Αρβανιτάκης:

“Η σπηλιά, πάντα μας περίμενε για το τσιγαράκι μας και τα σποράκια. Για διηγήσεις και ιστορίες με θησαυρούς και πειρατές που έσκαβαν να τους αρπάξουν. Ένα καταφύγιο της παιδικής μας φαντασίας. Και μετά από όλα αυτά τα φανταστικά ιστορήματα, το μόνο που καταφέρναμε πάνω στην αφραγκία μας, ήταν να καπνίζουμε τα Καρελάκια της άλλης “συμμορίας” από τη Βίγλα. ‘Ηταν κάτι σαν έθιμο πια. Μια κακή μας συνήθεια. Σαν τον πετροπόλεμο που ακολουθούσε μετά από το ντουμάνιασμα του ξένου καπνού”.

Η συνοικία της Βίγλας οριοθετείται από την οδό Πεδιάδος η οποία ξεκινά από το σημερινό Ιατρικό Κρήτης (πρώην Κιν/τρο “Ηλέκτρα” για τους μεγαλύτερους), μέχρι την Καινούργια Πόρτα, εκεί δηλαδή που συναντά η οδός Πεδιάδος την οδό Έβανς. Αριστερά λοιπόν όπως ανεβαίνουμε το δρόμο αυτό είναι η περιοχή της Βίγλας. Μια περιοχή με μεγάλη ιστορία, που αρχίζει από την Ενετική περίοδο και φτάνει στα δύσκολα και πέτρινα μετακατοχικά χρόνια. Επί Τουρκοκρατίας η αρχή της οδού Πεδιάδος ήταν γνωστή ως γειτονιά του Φιντίκ Πασά, εξαιτίας κάποιου τεμένους που έκτισε ο προαναφερόμενος Πόντιος πασάς. Προηγουμένως βέβαια είχε κατεδαφίσει μια Ορθόδοξη εκκλησία, την Περίβλεπτο. Το τέμενος κατεδαφίστηκε κι αυτό όταν ήρθε η σειρά του! Περιήλθε κατά την πώληση των ανταλλαξίμων στον στρατιωτικό Πλεύρη. Μάλλον πρόκειται για τον Μάνθο Πλεύρη, που διετέλεσε και δήμαρχος Ηρακλείου το 1942-1944. Τότε ο ίδιος κατεδάφισε το τέμενος και ανήγειρε σπίτι το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους Γερμανούς ως Κομαντατούρ, τα γραφεία δηλαδή της στρατιωτικής διοίκησης των Γερμανών.Στην άλλη τώρα πλευρά της οδού Πεδιάδος στη συμβολή με την οδό Έβανς, η συνοικία αυτή λεγόταν “Πάνω Μονή”. Εκεί υπήρχε κάποιο μοναστήρι της Κεράς Παναγιάς, το οποίο οι Τούρκοι, όπως συνήθιζαν, μετέτρεψαν σε Τέμενος, το “μικρό τζαμάκι” καθώς λέγονταν. Βέβαια το συγκεκριμένο μοναστήρι για κάποιο χρονικό διάστημα μετατράπηκε σε Βυζαντινή Μονή Καλογραιών. Απέναντι από τη συνοικία της Βίγλας ανατολικά, είναι η γειτονιά της Ανάληψης, Ακ Τάμπια την έλεγαν οι Τούρκοι, δηλαδή λευκό προπύργιο. Εκεί ήταν ο Ενετικός Προμαχώνας του Αγίου Δημητρίου. Ο Μανόλης Δερμιτζάκης, γνωστός και ως μπαρμπέρης ποιητής, ένας άνθρωπος που τόσα πολλά μας άφησε για τη ζωή του Μεγάλου Κάστρου, στο βιβλίο του με τίτλο: “Από όσα θυμούμαι”: Με το δικό του λοιπόν μοναδικό τρόπο, μας περιγράφει την περιοχή της Βίγλας αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Λίγο πιο πέρα από την Μεσκηνιά, δεξιότερά της, ήταν και ο προμαχώνας της “Ακ – Ντάμπιας με τα καλυβόσπιτά του και το τζαμί μπροστά στην μεγάλη Βενετσιάνικη πόρτα που σ’ αυτό οι Τούρκοι που εκάθουνταν στον προμαχώνα έκαναν το ντοά τους. Και τώρα δεν έχουμε παρά να βρεθούμε στην αρχή του μεγάλου Κισλά από την πλατεία Τρεις Καμάρες που καθώς θα τραβούσαμε κάτω για την Χανιώπορτα αριστερά απ’ τις παρόδους του Τσαρσού, θα ’ρχόμαστε στον μαχαλά και στις γειτονιές που θα μας έφερνε η κάθε πάροδος της νοτικής μεριάς του Κάστρου με τα ονόματα που είχανε τον καιρό που ανιστορούμε. Από το σημείο που είναι σήμερα η Βενετσιάνικη Βίγλα, από το μέρος του Κισλά ως θα κατεβαίναμε εκεί που είναι σήμερα το άγαλμα του Δασκαλογιάννη, τραβώντας απάνω τα στενοσόκακα θα φθάναμε στον μαχαλά του Φιντίκ Πασά. Ως την ακρομπεντενιά που ετελείωναν τα σοκάκια του δεν έχουμε να σημειώσουμε κανένα χαρακτηριστικό γνώρισμα σοκακιού.

Ο μεγάλος ιστοριοδίφης Στέργιος Σπανάκης στα Μνημεία της Κρητικής Ιστορίας, ένα μνημειώδες πραγματικά έργο, κάνει λόγο για την περιοχή της Βίγλας, τον προμαχώνα Βιτούρη, όπως την αναφέρει. Μας δίνει πολλά στοιχεία καθώς μας περιγράφει και την ασφάλεια που παρέχει στην πόλη μας.

“Ο προμαχώνας αυτός στρέφει το ένα από τα μέτωπά του προς τον προμαχώνα του Ιησού, που είναι πολύ ακάλυπτος απέξω, γιατί προς το αντέρεισμα υπάρχει μια κοιλάδα και μια μεγάλη λακκούβα. Γι’ αυτό μπορεί κανένας να φοβάται δικαιολογημένα, ότι είναι δυνατόν να προσβληθεί πολύ χαμηλότερα από το κοινό πυροβολικό. Το άλλο μέτωπό του εκτείνεται προς την πλατεία του Αγ. Φραγκίσκου σε μήκος εκατόν εξήντα δύο βημάτων. Μα αν τα άλλα μέτωπα των προμαχώνων υποφέρουν από μερικές αντιθέσεις τούτο υποφέρει από άπειρες· γιατί έχοντας απέναντί του το φρούριο του Αγ. Δημητρίου, θανάσιμο εχθρό όλης αυτής της πλευράς της πολιτείας, στο ίδιο ύψος με τα θωράκια του προμαχώνα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί κανένας πάνω στα τείχη. Το φρούριο αυτό (του Αγ. Δημητρίου) με την πολύ μεγάλη έκτασή του, που εκείνεται από τη γωνιά του προμαχώνα τούτου (Βιτούρη) μέχρι το λωβό του Μικρού Μαρτινέγκο της Αμμουδιάς, σχηματίζει διάφορες θέσεις που όχι μόνο δεσπόζουν πάνω στους δυό αυτούς προμαχώνες μα ακόμη και στην πλατεία του Αγ. Φραγκίσκου, από την οποία, χωρίς να ψηλώσει κανένας καθόλου, θα μπορούσε να βάλει με το πυροβολικό όσο θα ’θελε. Όταν όμως οι απέξω ψηλώσουν λίγο θα καταστρέψουν με το πυροβολικό όλα τα σπίτια μέχρι τη μεγάλη Πύλη (τη Voltone). Μα εκείνο που περισσότερο ενδιαφέρει είναι τούτο: παλιότερα κτίστηκαν πάνω στα παλιά τείχη της πολιτείας, απέναντο στους στρατώνες του Αγ. Γεωργίου, πέντε σπιτάκια για αποθήκες μπαρουτιού που έτσι που μένουν ακάλυπτα σε ευθεία γραμμή από το φρούριο αυτό (του Αγ. Δημητρίου) μπορούν να ανατιναχτούν ανεπανόρθωτα με λίγες βολές, με τις τρομερές εκείνες καταστροφές και ζημιές που μπορεί να φανταστεί η σοφότατη Γαληνότητά σας. Πάνω σ’ αυτή την πλατεία έκαμε ο προκάτοχός μου εκλαμπρότατος κ. Ιωάννης Μπέμπο ένα πύργο, για να χρησιμοποιηθεί σαν αντιπυροβολείο, στο φρούριο τούτο (του Αγ. Δημητρίου). Επειδή όμως ανάλογα με τη σπουδαιότητά του δεν έχει το μέγεθος εκεινο που απαιτεί η ανάγκη και μάλιστα όταν πρέπει όπως είναι να αμυνθεί από τις θέσεις που βρίσκονται απέναντι στον προμαχώνα του Ιησού, κρίνεται αναγκαίο να επεκταθεί άλλο τόσο από το εσωτερικό μέρος· γιατί δεν θεωρείται παρά το μισό από το έργο που απαιτεί η θέση”.

Επίσης κατά τον Στέργιο Σπανάκη, στο Χάνδακα υπήρχε κάποια εκκλησία του Αγ. Ελευθερίου. Από την εκκλησία αυτή είχε πάρει το όνομα και ο προμαχώνας της νοτιοανατολικής γωνίας του φρουρίου του Χάνδακα που ήταν γνωστός με το όνομα Baluardo di S. Liberale πριν πάρει την τελευταία του ονομασία Baluardo Vitturi, όπως αναγράφεται στους τελευταίους χάρτες του φρουρίου. Από τον άλλο μεγάλο ιστοριοδίφη Νικόλαο Σταυρινίδη, γνωρίζουμε ότι η περιοχή της Βίγλας βρίσκεται κοντά στον Πύργο των Τριών Καμαρών και συναντάται με πολλές ονομασίες. Μια ονομασία είναι η “Τοπρακλή Τάμπια”, άλλη μια είναι η “Τοπζιλάρ Τάμπια” που σημαίνει προμαχώνας των πυροβολητών. Επίσης αναφέρεται κι ένα τέμενος στην αρχή της οδού Πεδιάδος το οποίο ανηγέρθη στο οικόπεδο της κατεδαφεισθίσης υπό του Φιντίκ Πασά, Ορθοδόξου εκκλησίας της Περιβλέπτου. Στο χώρο αυτό λέγεται ότι επί Ενετοκρατίας υπήρχε κάποια άλλη εκκλησία. Προφανώς αυτή να είναι ο Άγιος Ελευθέριος που προαναφέραμε. Βέβαια στην ίδια περιοχή γίνεται λόγος για κάποια κρήνη, η οποία αργότερα μεταφέρθηκε στο Γεωπονικό Κήπο στην Όαση δηλαδή, εκεί που βρίσκεται η Παιδική Χαρά. Η κρήνη αυτή υπάρχει και σήμερα. Ας δούμε όμως κάποιο απόσπασμα σχετικό με τα παραπάνω από τον τρίτο τόμο των μεταφράσεων του Τουρκικού Αρχείου Ηρακλείου, ένα μοναδικό έργο του μεγάλου μας ιστοριοδίφη.

“Επί οικοπέδου, αγορασθέντος υπ’ αυτού νομίμως, κειμένου εν τη υπό την ονομασίαν “Τοπτζιλάρ Τάμπια” Χάνδακος γνωστή θέσει, με όρια γνωστά εις τους περιοίκους, ανήγειρεν ούτος εκ θεμελίων εν τέμενος, ένα βωμόν (μιχράπ), ένα μιναρέ, έλαβε δε την άδειαν παρά του Σουλτάνου, ίνα χρησιμεύη το τέμενος τούτο και δια την προσευχήν της Παρασκευής, προέβη δε εις την αφιέρωσιν τόσον του τεμένους τούτου όσον και του όπισθεν τούτου κειμένου διδακτηρίου, όπερ θέλει χρησιμεύσει δια την διδαχήν του Κορανίου εις τους μουσουλμανόπαιδας”.

Η περιοχή της Βίγλας δεν είχε περάσει απαρατήρητη ούτε από τον Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή κατά τον Κρητικό πόλεμο, όπως φάινεται από το ομώνυμο βιβλίο, την επιμέλεια του οποίου έχει κάνει ο σεβαστός καθηγητής Παν/μίου Κρήτης κ. Στέλιος Αλεξίου και η σύζυγός του Μάρθα Αποσκίτη. Οι στίχοι που ακολουθούν μαρτυρούν όσα διαδραματίστηκαν και το πόσο μεγάλη πολεμική σημασία είχε η θέση της Βίγλας, το τειχιό του Βιτούρη, όπως αναφέρεται:

“Κι εκοίταζες το Χουσαϊν

μέσα εις ένα λάκκο,

να χύνει το φαρμάκι του

σαν αγριωμένο δράκο,

να λέει ν’ ανεβούσινε,

να λέει να την πάρουν

γη όλη να τη χαλάσουνε

ετότες μονιτάρου.

Και το φουσάτο ήτονε

εις τόπο φυλαμένοι,

μήπως και τύχει ενάντιον

έστεκε κι ανιμένει,

απάνω να πηδήσουνε

και τότες να ’χει χάρη

με χουγιατά και μ’ άρματα

τη χώρα να του πάρει.

Κι εις του Βιτούρη το τειχιό

φωτιά ετότες βάνει

στη μίνα, μα δεν άναψε

κι έχασε το βοτάνι.

Κι εστέκασι με τ’ άρματα

απάνω ν’ ανεβούσι,

να δώσουν κι άλλο θάνατο

και να καταλυθούσι”.

Δεκαετία του ’30 στην πόλη μας. Οι άνθρωποι περιμένουν την Κυριακή για να κάνουν τον περίπατό τους στις Τρεις Καμάρες. Πίσω τους τα πανύψηλα τειχιά των Βενετσιάνων μικρότερα και μεγαλύτερα, ψηλότερα και χαμηλότερα, κάθε Κυριακή έπαιρναν μια εντελώς αλλιώτικη όψη. Κυριαρχούσε ένα πολύβουο και πολύχρωμο ανθρώπινο πλήθος. Με φωνές, γέλια και χαρές. Έτσι κιόλας έπρεπε να γίνεται. Η γειτονιά της Βίγλας σε απόσταση αναπνοής από την κεντρική πλατεία έχει το δικό της χρώμα, τη δική της αρχιτεκτονική γραμμή, τους δικούς της ανθρώπους. Μια από τις πιο φτωχικές γειτονιές της πόλης μας. Κυριαρχούν τα στενά δρομάκια, τα στενοσόκακα και τα χαμηλά σπίτια κατά τον ποιητή! Χαμηλοτάβανα, χαμόσπιτα, παράγκες, κάποιοι τενεκεδομαχαλάδες, στους οποίους εύρισκαν “λιμάνι” τα επαρχιόπαιδα της Πεδιάδας και του Λασιθίου. Συνήθως αγόρια τα περισσότερα τα οποία έρχονταν να εργασθούν στο Κάστρο ή για να μάθουν κάποια τέχνη που θα τους επέτρεπε να ζήσουν αξιοπρεπώς. Αλλά και κορίτσια λιγότερα βέβαια που έρχονταν να μάθουν συνήθως κομμώτριες ή μοδίστρες. Και όταν μια μοδίστρα μάθαινε την τέχνη και μπορούσε να ορθοποδήσει επαγγελματικά, τότε πλήρωνε την αφεντικίνα της και “έπαιρνε” ψαλίδι όπως λένε. Έπρεπε ο πατέρας της να πουλήσει κάποιο ή κάποια ζωντανά για να βρει τα απαιτούμενα χρήματα. Σε κάθε μικρό σπιτάκι της Βίγλας έμεναν συνήθως πέντε, ίσως και πιο πολλά παιδιά. Τα σπιτάκια είχαν μια κοινή κουζίνα και μια μικρή τουαλέτα. Όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν, συνήθως άνοιξη και καλοκαίρι, το Σαββατόβραδο στη Βίγλα ήταν μια γιορτή. Οι πατάτες είχαν την τιμητική τους αφού πολλά παιδιά όπως προαναφέραμε, κατάγονταν από το Λασίθι και τις τηγάνιζαν πάνω στη φουφού με τα κάρβουνα. Δεν πολυπήγαιναν στα χωριά τους και κυρίως εξυπηρετούνταν με τα φορτηγά αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν, τα οποία ήταν ελάχιστα. Ο οδηγός του φορτηγού, αλλά κυρίως ο βοηθός του, ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά. Έπαιρνε και έφερνε τις παραγγελιές· φυσικά με το αζημίωτο. Μη φανταστείτε ότι τις πήγαινε στους αποδέκτες τους εδώ στην πόλη. Απλά τις άφηνε σε κάποιο σημείο το οποίο ήταν καφενείο συνήθως και οι ενδιαφερόμενοι πήγαιναν και έπαιρναν τα πράγματά τους από εκεί. Στο παλιό Ηράκλειο υπήρχαν πολλά τέτοια καφενεία – στέκια, όπου σύχναζαν οι επαρχιώτες. Υπήρχαν ξεχωριστά στέκια για τους Μεσαρίτες, για τους Μαλεβυζιώτες, για τους Λασιθιώτες, για τους Πεδιαδίτες, για τους κατοίκους του Μονοφατσίου. Τα πλουσιόπαιδα της Βίγλας ήταν ελάχιστα, αφού επρόκειτο για μια φτωχή γειτονιά, γι’ αυτό και οι ένοικοι την προτιμούσαν αφού το ενοίκιο ήταν φτηνό. Εκείνη την περίοδο η τοπική ηρακλειώτικη εφημερίδα “Ανόρθωση” κάνει κάποια έρευνα για την πόλη μας, τονίζοντας πως τα τείχη είναι ανάγκη να κοπούν σε κάποια σημεία, να ανοιχθούν κάποιοι δρόμοι, να γίνουν πλατείες, να αποκτήσουν τα σπίτια ήλιο και φως. Ακόμα κάποιες περιοχές να δεντροφυτευτούν και να γίνουν κάποια πάρκα. Τα μπεντένια έπρεπε να πάρουν μια διαφορετική όψη, πιο ζεστή, πιο όμορφη και πιο ανθρώπινη. Η ίδια εφημερίδα δίνει βαρύτητα και στο θέμα της καθαριότητας, υποστηρίζοντας ότι το Ηράκλειο έχει αποκτήσει φήμη της πόλης της γρουσουζιάς και της ακαθαρσίας. Έχει μετατραπεί και έχει μεταβληθεί πέρα ως πέρα σε έναν απέραντο σκουπιδόλακκο. “

Η γειτονιά της Βίγλας αλλά και άλλες υποβαθμισμένες περιοχές, θα πρέπει να αναβαθμιστούν” τονίζει η προαναφερόμενη εφημερίδα σε κάποιο δημοσίευμά της το Δεκέμβρη του 1934. Στην περιοχή της Βίγλας όπως προαναφέραμε, τα περισσότερα σπίτια ήταν όλα σχεδόν φτωχόσπιτα και μικρά. Ο σημερινός μαέστρος της Φιλαρμονικής του Δήμου Ηρακλείου και καλός φίλος κ. Γιάννης Τζωρτζάκης, γέννημα αυτής της περιοχής, θυμάται και μας λέει: “Στην γειτονιά της Βίγλας θυμάμαι δυο μεγάλα σπίτια το δικό μας και του Παπαντωνίου που ήταν υποδιευθυντής στην Εθνική Τράπεζα. ΄Ηταν ωραία σπίτια, διώροφα. Μάλιστα στο σπίτι του Παπαντωνίου έμειναν Γερμανοί, το είχαν επιτάξει. Το πατρικό μου είναι αυτό στο οποίο σήμερα στεγάζεται η ταβέρνα “Φίνος μεζές”. Μικρό παιδί θυμάμαι κάποια βαγονάκια στη Βίγλα που υπήρχαν μαζί και κάποια σιδηροδρομική γραμμή, θυμάμαι επίσης τα χαρακώματα, θυμάμαι ένα Αυστριακό που έρχονταν σπίτι μας και έπαιζαν μουσική με τον Τόλη τον αδελφό μου, ο οποίος ήταν φαινόμενο, αφού σε ηλικία 8 ετών έπαιζε κανονικά πιάνο. Αυτό που θα μου μείνει αξέχαστο, συνεχίζει ο κ. Τζωρτζάκης, είναι η ανατίναξη των πυρομαχικών από ένα Γερμανικό πλοίο στο λιμάνι που έγινε από τους συμμάχους. Έβλεπα από το λόφο της Βίγλας να σηκώνεται από το πλοίο μια φωτεινή κολώνα προς τον ουρανό και στη συνέχεια να φεύγουν κομμάτια από μέταλλα τα οποία έφθασαν μέχρι την Όαση. Τότε για να προφυλαχθώ μπήκα κάτω από ένα βαγονάκι που όπως σας είπα υπήρχαν στη Βίγλα”.

 

Οι κάτοικοι της Βίγλας τονίζουν και δείχνουν την έντονη κοινωνικότητά τους, έχουν την τάση για ανοιχτές σχέσεις, αυτές που επιβάλλει μια πραγματική γειτονιά. Η κοινωνικότητα αυτή εκδηλώνεται μέσα σ’ αυτή τη συνοικία, μεταξύ των ανθρώπων της, μικρών και μεγάλων που οικειοποιούνται την προέκταση του φτωχόσπιτου, το κατώφλι, την πεζούλα, τους γειτονικούς χώρους, αναπτύσσοντας το αίσθημα της αλληλεγγύης αλλά και της συλλογικότητας.

Νιώθω την ανάγκη ν’ αναφερθώ στους ανθρώπους που μου έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην εργασία μου αυτή. Τον κ. Κώστα Τοράκη, τον κ. Μανόλη Μακράκη, τον κ. Γιάννη Χλουβεράκη και τον κ. Γιάννη Τζωρτζάκη. Τους ευχαριστώ θερμά