ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥΚΡΗΤΗ

Στου Ροΐδη το Καζίνο… Μια φορά κι έναν καιρό!

 

Κάθε προωί κατηφορίζω τούτο το δρόμο: Πολλές φορές και μεσημέρια κι αργά τα απογέματα, όταν έχω χορτάσει να βλέπω τη θάλασσα. Πάντα σε εκείνο το σημείο αρχίζει το πετάλι, η ανηφόρα της Χάνδακος, και πάντα θαυμάζω το μοναδικό κτίσμα στ΄αριστερά μου, που λένε πως, κάποτε, το είχε αγοράσει για το γιο του τον Βελή, ο Μουσταφά Πασάς. Ο Βελή Πασάς έφερε εδώ όλο του το χαρέμι σαν ενηλικιώθηκε κι έμεινε λίγο καιρό πριν φύγει Πρέσβης για το Παρίσι. Οικία Γ.Βλαστού έγινε αργότερα και σήμερα σπίτι γνωστών φίλων που το διατηρούν σαν κόσμημα!

Tο ποδήλατο της Ελένης Μπετεινάκη στην πολύχρωμη από τα graffiti γωνιά

Πάλι αναζήτησα τα απομεινάρια της ιστορίας κι αυτή τη φορά πήρα τα μάτια μου από το μοναδικό νεοκλασικό και έψαξα τα ψήγματα του χρόνου στην περιοχή. Άφησα το ποδήλατο στην πολύχρωμη από τα graffiti γωνιά κι άρχισα να μαζεύω σαν ρακοσυλλέκτης τα ψίχουλα από το χθες. Υπέροχο καινούργιο κτίσμα κι αυτό στην άλλη γωνία στην οδό Βιστάκη.

Τίποτα δεν είδαν τα μάτια κι έκανα να φύγω αλλά για μια στιγμή κοντοστάθηκα. Ένοιωσα δυνατή μυρωδιά από καφέ στη χόβολη  κι οι στάχτες που έφερε το πρωινό δροσερό αγέρι με έκαναν να κοιτάξω επίμονα πίσω μου.

Υπέροχο καινούργιο κτίσμα κι αυτό στην άλλη γωνία στην οδό Βιστάκη.

Βουή, κουβέντες ξεχωριστές, άνθρωποι χαμογελαστοί πίνανε τον πρωινό καϊμακλίδικο καφέ τους. Ανάμεσα τους ξεχώρισα τον Στυλιανό Αλεξίου και τον Λυσίμαχο Καλοκαιρινό, τον Πρόξενο της Αγγλίας. Γειτονιά τους ήταν, κάθονταν και συζητούσαν δυνατά τα γεγονότα που ΄χαν αναστατώσει το νησί εκείνες τις μέρες.

Καζάνι που έβραζε η Κρήτη κι εκείνοι ανήσυχοι πολύ γιατί είχαν ξεκινήσει φασαρίες στο Μεγάλο Κάστρο από τους τσαμπουκαλήδες Τούρκους που φοβέριζαν για μια ακόμα φορά τους Χριστιανούς. Πλησίασα λίγο πιο κοντά, σε μια παρέα, που ΄χαν τα μάτια χαμηλά και συζητούσαν για τούτον εδώ τον Καφενέ που ‘χε μια ιστορία μοναδική, λυπητερή, παράλογη.

«Έστησα αυτί» κι άκουγα… Χρόνια πριν, καμιά σαρανταριά, ήταν ένα παλιό αρχοντικό το κτίσμα, και ζούσαν μέσα του μια από τις πιο γνώστες και καλές οικογένειες της πόλης.

«Αγά Μπαλτά» τη λέγανε τη συνοικία! Βακουφικό το κτίσμα, το ΄καν ε ο Τούρκος Αγάς ή μάλλον Εφένδης, ο Μουκαμπελετζή Χαντζή Σελίχ, για να μαζεύει χρήματα, να συντηρεί το σχολείο αρρένων στη συνοικία του Βεζίρ Τζαμί (σημερινή Αγίου Τίτου). Να πληρώνει, δηλαδή, ο κάτοχος του ακίνητου κάθε χρόνο ένα μικρό ενοίκιο στον αφιερωτή του Ιδρύματος των άλλων κτισμάτων και του σχολείου που όρισε ο Εφένδης στα 1845 περίπου…

Η Τζιμοπούλα Καλλιώ είχε το κτίσμα στην ιδιοκτησία της κι όλοι οι Καστρινοί το ξέρανε σαν «Ιτζαρελίδικο»*. Γείτονας ξακουστός ο Γιάννης ο Αλεξάκης της Τζιμοπούλας κι έμελλε οι δυο οικογένειες να ενωθούν στα 1838 και να μην τις ξεχωρίζει κανείς πια. Η κόρη του Γιάννη, Μαρία Αλεξοπούλα, θα παντρευτεί τον Αντώνιο Ροΐδη επιφανή έμπορο από τη Χίο. Οι παλιοί Καστρινοί λέγανε πως ήταν και διερμηνέας του Ελληνικού Προξενείου της πόλης τους.

Όμως τούτος ο άνδρας που ΄ταν περήφανος κι ακλόνητος στην πίστη του είχε ένα μεγάλο «ελάττωμα» για την εποχή. Ήταν Έλλην Υπήκοος κι αυτό σήμαινε πρόβλημα για την Κρήτη και κατ΄ επέκταση για το Μεγάλο Κάστρο. Μίσος θρεφόταν, ύπου- λο από τους αλλόθρησκους κι ήταν φωτιά που σιγόκαιγε τούτη η αμετανόητα παλληκαριά του Αντώνη.

7 του Μάρτη, Κυριακή, στα 1854…

Μέρα αποφράδα, συγκλονιστική. Ο Αντώνιος Ροΐδης σχεδόν εξόριστος στην Κωνσταντινούπολη έλειπε για δουλειές χωρίς να μπορεί να επιστρέψει εύκολα στο νησί. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος μαινόταν ακόμα και αυτό δημιουργούσε και προβλήματα και φόβους αλλά ίσως και κάποιες μικρές ελπίδες για την Χώρα ως προς την υπεροχή η όχι των Οθωμανών. Το βέβαιο ήταν πως προς το παρόν τού είχε απαγορευτεί η διαμονή ή άφιξη του στην Κρήτη.

Ένας γείτονας της Μαρίας είχε χαθεί. Πνίγηκε, νέος πολύ, ο Γιάγκος. Κι η κοινωνική συναναστροφή της ήθελε να πάει μαζί με τον αδελφό της στα συλληπτήρια εκείνη την μοιραία μέρα. Τρία παιδιά είχαν φέρει στον κόσμο η Μαρία και ο Αντώνης. Την Αρετή, την Κορνηλία και την Μελπομένη. Παραδουλεύτρα και έμπιστη η Ανεζινιά, ένα κορίτσι 14 χρόνων. Γύρω στις 6.30 το απόγιομα πήρε ο Γιώργης τα μικρά και την Ανεζινιώ και τα πήγε σπίτι τους να κοιμηθούν επιστρέφοντας σχεδόν αμέσως στο σπίτι του αποθανόντος. Κατά τις 9.00 το βράδυ συνόδευσε και την Μαρία στο σπίτι της κι άρχισαν να χτυπούν την πόρτα, να τους ανοίξει η υπηρέτρια. Κανένας θόρυβος, καμιά απόκριση. Με μια σκάλα που ΄βαλε από τον διπλανό δρόμο κι από ένα μικρό παράθυρο μπήκε στο σπίτι ο Γιώργης.

Το δίχρονο κοριτσάκι, η Μελπομένη, κοιμόταν αλλά δίπλα του είχε συμβεί το πιο αποτρόπαιο έγκλημα που μπορούσε να βάλει ανθρώπου νους. Η Αρετή, η Κορνηλία και η μικρή Ανεζινιώ ήταν σφαγμένες με κοφτερό μαχαίρι και σχεδόν κολυμπούσαν μέσα στο αίμα τα νεκρά τους σώματα. Η φωνή της μάνας ακούστηκε ίσαμε τους πέρα μαχαλάδες. Έτρεξαν όλοι οι Χριστιανοί, χωρίς φόβο πια να δουν τι κακό είχε συμβεί εκείνη την ώρα στο Μεγάλο Κάστρο.

Ποια βαρβαρότητα είχε ξεσπάσει, ποιος ο αίτιος τούτης της συμφοράς. Ποιοι οι λόγοι που οδήγησαν τους αλλόθρησκους, γιατί δικό τους έργο ήταν σίγουρα, να δημιουργήσουν τόσο κακό, τόση αναταραχή στη πόλη, στην Κρήτη ολόκληρη. Έγινε μέγας σαματάς κι εκείνη την ώρα και τις επόμενες μέρες. Ο Μεχμέτ Εμίν Πασάς, ο Διοικητής των Χανίων έδρασε αστραπιαία. Έπεμψε αμέσως στον Καϊμακάμη του Μεγάλου Κάστρου τον Μουσταφά Μπέη, τον δραστήριο και άγριο αστυνομικό Χουσνή, που ΄ξερε πως θα φέρνε σε πέρας τούτη την υπόθεση το γρηγορότερο.

Και πράγματι σε δυο τρεις μέρες βρήκε τους αίτιους της στυγερής δολοφονίας.  Στο κουρδοτροφείοο του Μιρί – Μιράν **Μπεδιχράν Πασά βρήκε του κακοποιούς. Ο Ισά Σιέχο,ο Σαϊτ, ο Ρεσούλ, ο Σιέρχο και ο Κελ Αλή. Ο Ισά Σιέχο είχε σφάξει τα δυο κοριτσάκια, την Αρετή, έξι χρονών και την Κορνηλία, τεσσάρων. Οι υπόλοιποι κρατούσαν τσίλιες και μάζευαν τα ασημικά του σπιτιού… Άλλοι δυο ψευτο-παλικαρέοι είχαν προστεθεί στη συμμορία, ο χαμάλης Χασάν από τη Λάρισα, που σφάξε την μικρή υπηρέτρια, και ο στρατιώτης Χουσεΐν από την Θεσσαλονίκη.

Κι εδώ σύμφωνα τον Μωσαϊκό Νόμο η Μαρία Αλεξοπούλα που ήταν Οθωμανή υπήκοος καθορίστηκε από τον Ιεροδίκη κληρονόμος των σφαγμένων παιδιών. Μαζί της οι δυο αδελφές της Ασπασία και η ανήλικη Μαργοράκη. Ο φονιάς έπρεπε να σφαγεί μπροστά τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που είχε φονεύσει τα δυο μικρά παιδιά. Σ’ αυτό έπρεπε να συναινέσουν οι κληρονόμοι.

Αν συμφωνούσαν με το Φιρμάνι που εκδόθηκε με κυβερνητική Απόφαση που έφτασε στην πόλη στις 22 Νοεμβρίου του 1854 θα εκτελούνταν άμεσα και με αυτόν τον τρόπο ο Ισά Σιέχο. Αν τον συγχωρούσαν θα πληρωνόντουσαν την αξία του αίματος των δυο παιδιών σε χρυσάφι. Για την υπηρέτρια την Ανεζινιά δεν εφαρμόστηκε ο Μωσαϊκός Νόμος γιατί ήταν ορφανή και δεν ορίστηκαν κληρονόμοι. Έτσι ο σφάχτης της, ο Χαμάλ Χασάν καταδικάστηκε μόνο σε ισόβια, μαζί του και οι άλλοι 5 που είχαν συμμετάσχει στην κλοπή.

Στις 25 του Γενάρη του 1855 στην Πόρτα του Πασά (σημερινό Πάρκο Θεοτοκόπουλου) έγινε η εκτέλεση της ποινής Κισάς στο φονιά μπροστά στο Ιεροδικαστικό Συμβούλιο και στην Μαρία Αλεξοπούλα και την αδελφή της Ασπασία. Η ανήλικη Μαργοράκη δεν επιτρεπόταν να είναι παρών. Ο τραγικός πατέρας ήταν απών και κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς πληροφορήθηκε για όλα τούτα τα συμβάντα. Σίγουρα από εφημε- ρίδες της εποχής που κυκλοφόρησαν στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Ανάσα δεν μπορούσα να πάρω. Είχε κοπεί κι η δική μου λαλιά. Δεν πίστευα αυτό που «άκουγα». Κοίταξα ψηλά στον ουρανό κι είδα βαριά τα σύννεφα, αν και πλησίαζε το καλοκαίρι. Σαν να γίνε σύμμαχος ο καιρός, στην αποκοτιά, στην απίστευτη θηριωδία. Γρήγορα θέλησα να φύγω, να μην μάθω άλλα και πήρα αμέσως το ποδήλατο, να χαθώ να βρεθώ στη θάλασσα, στο κόλπο του Δερματά, να πλύνω τα χέρια, το πρόσωπο, να εξαφανιστούν οι εικόνες κι οι θύμησες. Κι όπως έκανα γρήγορα πετάλι συναπάντησα τον μπαρμπέρη Ποιητή του Μεγαλόκαστρου, τον Μανόλη Δερμιτζάκη, να μου χαμογελά. Άλμα στο χρόνο και πάλι μα ΄θελε να μου πει τη συνέχεια, να ηρεμήσει η ψυχή και το μυαλό.

Επέστρεψε ο Ροΐδης την ίδια χρονιά, το καλοκαίρι του 1855 στο Μεγάλο Κάστρο. Συντετριμμένος πήρε την Μαρία και την μικρή Μελπομένη λίγο αργότερα και φύγανε από την γειτονιά και το σπίτι. Ως κι η οικογένεια του Γιώργη Αλεξάκη μετοίκησε. Κι ήρθε η χρονιά του 1856 με τον μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε όλη σχεδόν την πόλη. Ο Γιώργης αγοράζει ένα οικόπεδο δίπλα στο παλιό σπίτι κι ο Αντώνης φτιάχνει το σπίτι τούτο απ’ την αρχή όχι όμως σαν κατοικία αλλά σαν καφενείο που το δουλεύει ο ίδιος μαζί με τον Γιώργη αλλά πάντα στο όνομα της γυναίκας του.

Τα καλύτερα έπιπλα έφε- ρε, στον καλύτερο τόπο το φτιάξε. Κι έγινε το καφενείο της Μαρίας Αλεξοπούλου Ροΐδη ένα καθαρά χαρτοπαικτικό κέντρο και μια επικερδής μεγάλη επιχείρηση. Στα 1870 που αλλάζει ο νόμος περί Καζίνων ακούγεται και τούτο το καφενείο σαν το καζίνο του Ροΐ- δη. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγιναν στη συνέχεια ή στο τέλος τους το ζευγάρι της Μαρίας και του Αντώνη, ούτε για την κόρη τους τη Μελπομένη. Τα δυο κτίρια των γυναικάδελφων ενώθηκαν σε ένα που έμεινε ονομαστό μέχρι και σήμερα με το παραπάνω όνομα.

Πολύ αργότερα, ο γιος του Γιώργη, ο Κωνσταντίνος πήρε τη διεύθυνση του κέντρου, μετά το θάνατο του πατέρα του. Έφερε νέο αέρα στην πόλη, σύγχρονα έπιπλα, βιεννέζικες μαύρες καρέκλες, κουνιστές πολυθρόνες και το πρώτο μπιλιάρδο στο Μεγάλο Κάστρο. Τούρκοι και Χριστιανοί συχνάζανε, καλοντυμένοι και μορφωμένοι νέοι της εποχής, αυριανοί οικογενειάρχες. Ίσαμε τα 1929 που πεθαίνει ο Κωνσταντίνος, το καζίνο γνώρισε δόξες πολλές. Αργότερα το πήρε ο Κωνσταντίνος Καργιολίδης που το μετέτρεψε σε ξενοδοχείο, το «Ακταίον» ίσαμε το 1936 που οι κληρονόμοι του ακίνητου το πούλησαν μη θέλοντας να έχουν σχέση λόγω του φοβερού παρελθόντος του κτίσματος.

Αυτά τα ανιστορήματα του Δερμιτζάκη και του Σταυρινίδη μου έδωσαν μια πικρή γεύση των εποχών που σφράγισαν με αίμα τούτα τα χώματα. Με φυλετικές διακρίσεις, με μίσος περισσό και αδικίες παράλογες όπως όλοι οι πόλεμοι, οι σκλαβιές, οι εξουσίες και των Ανθρώπων τα αποτρόπαια έργα.

σήμερα στην Οδό Χάνδακος

Τίποτα δεν υπάρχει σήμερα στην Οδό Χάνδακος και την Βιστάκη να θυμίζει το τότε. Ίσως και να έγινε σκόπιμα να μείνει μόνο το όνομα κι ούτε μια πέτρα να μαρτυρά το φοβερό φονικό που συνέβη 170 χρόνια περίπου πριν…

Βιστακη και Χανδακος

Στη θάλασσα κατέβηκα κι ήταν πρωί πολύ. Μια φωνή δυνατή βγήκε από μέσα μου, σαν κλάμα για το άδικο φονικό…

Ίσαμε την επόμενη φορά πάλι, στις γειτονιές του μεγάλου Κάστρου!

 

*ιτζαρέ = ενοίκιο
**Μιρί – Μιράν =Αρχηγός –Αρχηγών

patris

ΠΗΓΕΣ:

Το Καζίνο του Ροΐδη, Νίκος Σταυρινίδης
Από Όσα Θυμούμαι το Παλιό Κάστρο, Μανόλης Δερμιτζάκης, εκδ. Δοκιμάκης

***Με το ποδήλατό μου στις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, Ελένη Μπετεινάκη, 2018