ΜΕΓΑΛΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ

Τα εγκλήματα του Σπύρου Καββαδία που «πάγωσαν» την κοινή γνώμη…

 

Την Τρίτη του Πάσχα 14 Απριλίου, ο Καββαδίας είχε το θράσος να παρουσιαστεί σε Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών στο κέντρο της Αθήνας. Έκανε αίτηση προκειμένου να παραλάβει πιστοποιητικό γέννησης του από την Κέρκυρα, προσκομίζοντας δελτίο ταυτότητας που ανέγραφε τα πραγματικά του στοιχεία. Δεν άφησε διεύθυνση κατοικίας αλλά μόνο ένα κινητό τηλέφωνο προκειμένου να τον ειδοποιήσουν να παραλάβει το πιστοποιητικό.

Λίγη ώρα μετά η πληροφορία έφθασε στο «Τούνελ». Ενημερώθηκαν αμέσως οι Αρχές που με συντονισμένες κινήσεις κατάφεραν να τον αιφνιδιάσουν και να τον συλλάβουν μετά από οκτώ μήνες.

Η απόδραση

Ο 58χρονος ισοβίτης, είχε αποδράσει στις 3 Σεπτεμβρίου από τις αγροτικές φυλακές Χανίων όπου κρατούνταν. Είχε ζητήσει και πήρε ολιγοήμερη άδεια χωρίς ποτέ να επιστρέψει.

Κατά τη διάρκεια του ανθρωποκυνηγητού που είχαν εξαπολύσει οι Αρχές για τη σύλληψη του τους τελευταίους οκτώ μήνες, το «Τούνελ» ακολουθούσε τα ίχνη του αξιοποιώντας σημαντικές πληροφορίες και μαρτυρίες.

Η εκπομπή είχε εντοπίσει δύο κρησφύγετα του στην περιοχή της Αττικής. Άλλη πληροφορία οδήγησε στο γραφείο γνωστού δικηγόρου των Αθηνών, τον οποίο επισκέφτηκε ο δραπέτης στις 11 Σεπτεμβρίου. Όπως αποκαλύφθηκε ο Καββαδίας πήγε στο συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο ζητώντας συνάντηση με τον ποινικολόγο. Δεν είχε κλείσει ραντεβού και έφυγε αφήνοντας στην γραμματεία τα στοιχεία του.

Σοκ είχε προκαλέσει η μαρτυρία στην εκπομπή πρώην συγκρατούμενου του που είχε δεχτεί την δολοφονική επίθεση του Καββαδία. Το θύμα και μάρτυρας έφτασε στην εκπομπή και κατήγγειλε όλα όσα γνώριζε για τον δραπέτη. Όπως είχε ισχυριστεί ο Καββαδίας είχε βάλει στόχο ζωής να σκοτώσει την Αγγελική Νικολούλη γιατί τη θεωρούσε υπεύθυνη για την ισόβια καταδίκη του για το φόνο της δεύτερης συντρόφου του Τάνιας Χαριτοπούλου, το πτώμα της οποίας δεν βρέθηκε ποτέ. Πέντε χρόνια πριν είχε δολοφονήσει και την Ελβετίδα σύντροφο του Νικόλ Κίρχνερ, η οποία βρισκόταν σε κέντρο φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών στην Ελβετία.

Η συνέντευξη που παραχώρησε η κόρη του, Βάσω, συγκλόνισε…

tania

Tον Αύγουστο του 1998 ο πατέρας της δολοφόνησε εν ψυχρώ τη μητέρα της μπροστά στα μάτια της και εξαφάνισε το τεμαχισμένο όπως πιστεύεται πτώμα της. Ήταν μόλις τριών χρόνων και ζούσε με τους γονείς της στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης.

Αποτύπωσε τη σκηνή του εγκλήματος σε ένα σκίτσο και το παρέδωσε στη δημοσιογράφο. Έβγαλε από την τσέπη της το γράμμα που της έστειλε από τις φυλακές ο Καββαδίας και μίλησε για τα τηλεφωνήματα που της έκανε.

Το μήνυμα που απηύθυνε μέσω του «Τούνελ» στον δραπέτη πατέρα της που καταζητείται, ήταν αφοπλιστικό… Ζήτησε να της αποκαλύψει το σημείο που εξαφάνισε το πτώμα της μητέρας της. Μόνο τότε θα δεχτεί να του μιλήσει.

Τα γρανάζια του χρόνου τέθηκαν ξανά σε λειτουργία και προκάλεσαν οργή και φόβο όταν την Παρασκευή 17 Οκτωβρίου πρώτο το «Τούνελ» μετέδωσε την είδηση ότι ο ισοβίτης πατέρας της απέδρασε από τις φυλακές.

Ο Σπύρος Καββαδίας 58 χρόνων σήμερα, στις 3 Σεπτεμβρίου είχε ζητήσει και πήρε ολιγοήμερη άδεια από τις αγροτικές φυλακές Αγιάς Χανίων, χωρίς ποτέ να επιστρέψει.

Είναι ο άνθρωπος που σόκαρε τη χώρα όταν αποκαλύφθηκαν από το «Τούνελ» οι δύο δολοφονίες που διέπραξε με θύματα τις γυναίκες που τον αγάπησαν. Λίγα χρόνια πριν την Τάνια είχε δολοφονήσει και την Ελβετίδα σύντροφο του στο κέντρο κακοποιημένων γυναικών που είχε καταφύγει. Με πλαστά έγγραφα έφτασε στην Ελλάδα και γνώρισε την Χαριτοπούλου, το δεύτερο θύμα του.

Η έρευνα και τα μακάβρια ευρήματα στο μπάνιο τους που έφερε στο φως, δρομολόγησαν τις εξελίξεις. Ο Σπύρος Καββαδίας καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τον φόνο της Τάνιας, χωρίς ποτέ να ομολογήσει την πράξη του και χωρίς ποτέ να βρεθεί το πτώμα της 27χρονης μητέρας. Ισόβια του επιβλήθηκαν και για τον φόνο της Ελβετίδας φίλης του.

Aίμα στο μπάνιο…

Ενάμιση μήνα μετά την υποτιθέμενη εξαφάνιση της Τάνιας Χαριτοπούλου τον Οκτώβριο του 1998, η Αγγελική Νικολούλη, μαζί με τους συγγενείς της Τάνιας μπήκε στο σπίτι που έμενε με τον Σπύρο Καββαδία και το τρίχρονο τότε κοριτσάκι τους, στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης. Το διαμέρισμα είχε ήδη εξονυχιστικά ερευνηθεί από τη Σήμανση.

Το λουτρό του διαμερίσματος έκρυβε τα κομμάτια του μακάβριου παζλ που δεν είχαν εντοπιστεί από τη Σήμανση. Στη μπανιέρα και στη λεκάνη υπήρχαν σκούρα σημάδια που αρχικά είχαν εκτιμηθεί από τον ιδιοκτήτη σαν σκουριές. Όπως αποκάλυψαν τα εγκληματολογικά εργαστήρια, οι «σκουριές» ήταν αίμα και ανθρώπινος ιστός από το σώμα της Τάνιας!

Μαρτυρίες από την γειτονιά έκαναν λόγο για έντονους καβγάδες ανάμεσα στο ζευγάρι ιδιαίτερα το βράδυ της δολοφονίας. Τη μοιραία εκείνη νύχτα οι φωνές της Τάνιας για βοήθεια ακούγονταν για ώρα ενώ την επόμενη μέρα είδαν τον Καββαδία να φεύγει κουβαλώντας στο αυτοκίνητο του μεγάλες σακούλες.

Στην αρχική της κατάθεση στην Αστυνομία η αδελφή του δράστη, περιέγραψε την πρώτη εικόνα που αντίκρισε στο διαμέρισμα και μετέφερε τα όσα της είπε ο Καββαδίας που την επισκέφθηκε αμέσως μετά το φονικό. Όταν πήγε στο σπίτι στην Πολίχνη, ο χώρος ήταν αναστατωμένος, υπήρχαν γάλατα πεταμένα στους τοίχους και χαλασμένο φαγητό μέσα σε κατσαρόλες. Στο μπάνιο είχε δει μία στολή δύτη πορτοκαλί χρώματος και ένα μαχαίρι με λυγισμένη λάμα από βαριά χρήση που επάνω του είχε σκούρες κηλίδες. Το σημαντικό στοιχείο όμως της αρχικής της κατάθεσης προερχόταν από τη μικρή κόρη του ζευγαριού.

Η τρίχρονη τότε ανιψιά της, της είχε περιγράψει με την αθωότητα της ηλικίας της, την εικόνα που αντίκρισε το βράδυ της δολοφονίας. «Η μαμά και ο μπαμπάς της έπαιζαν κρυφτό είπε και κυνηγιόντουσαν στο σπίτι. Κάποια στιγμή ο μπαμπάς τράβηξε τα μαλλιά της μαμάς, την έσπρωξε στον τοίχο και εκείνη έπεσε κάτω. Τότε ο μπαμπάς την πήγε στο κρεβάτι, της έβαλε ένα μαξιλάρι στο πρόσωπο και η μαμά κοιμήθηκε».

Ο Καββαδίας είχε πει τότε στην αδελφή του: «Θα με άφηνε και θα μου έπαιρνε το παιδί. Το έκανα… και διακόσια χρόνια να περάσουν, δεν θα τη βρουν…». Η αδελφή του δράστη λίγο καιρό αργότερα πήρε πίσω όσα είχε πει στην αρχική κατάθεση, αλλάζοντας την…

Αιφνιδιασμός στη φυλακή

Στις 28 Ιανουαρίου του 1999 το «Φως στο Τούνελ» πρόβαλε την πολυσυζητημένη συνέντευξη που πήρε η Αγγελική Νικολούλη από τον δράστη μέσα από τις Φυλακές Διαβατών. Εκείνος προσπαθώντας να απαντήσει στις ερωτήσεις της έπεφτε συνεχώς σε αντιφάσεις. Δεν έδειξε ίχνος συμπόνιας για κανένα από τα δύο θύματα. Στις επίμονες ερωτήσεις για την σχέση του με την Τάνια Χαριτοπούλου, ο Σπύρος Καββαδίας προσπαθούσε να αποδυναμώσει όλα τα στοιχεία που είχε φέρει στο φως η έρευνα της εκπομπής. Τη μια κατηγορούσε την οικογένεια της και ιδιαίτερα τον αδελφό της και την άλλη ισχυριζόταν ότι η Τάνια τον εγκατέλειψε για κάποιον άλλο άνδρα.

Η εκπομπή σόκαρε όταν αποκάλυψε και το έγκλημα που είχε διαπράξει στην Ελβετία με θύμα την τότε σύντροφο του. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελβετικής Αστυνομίας το 1993, ο Σπύρος Καββαδίας εντόπισε τη γυναίκα σε ξενώνα κακοποιημένων γυναικών στην πόλη Βασιλεία. Την πήρε από εκεί με δόλο και την πυροβόλησε στο κεφάλι. Κατάφερε όμως μεταμφιεσμένος και με πλαστά έγγραφα, να διαφύγει και να έρθει στην Ελλάδα.

Ο Καββαδίας, στο πρώτο δικαστήριο αθωώθηκε. Μετά από έφεση του Εισαγγελέα, ακολούθησε δεύτερο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε ισόβια. Στην Ελλάδα καταδικάστηκε και για τον φόνο που διέπραξε στην Ελβετία με θύμα τη Νικόλ Κίρχνερ.

«Να μου πει που εξαφάνισε τη μητέρα μου»

tania2
Η άτυχη Τάνια…

Δεκαέξι χρόνια μετά το αποτρόπαιο έγκλημα η μοναδική αυτόπτης μάρτυρας άνοιξε την καρδιά της στην Αγγελική Νικολούλη. Η Βάσω Χαριτοπούλου-Καββαδία, 20 χρόνων σήμερα, ξεδίπλωσε τις μνήμες που χαράχτηκαν βαθιά μέσα της και σημάδεψαν για πάντα τη ζωή της.

Περιέγραψε τις σκηνές που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στην παιδική ψυχή της. Μίλησε για τη μοιραία νύχτα που είδε με τα μάτια της τον πατέρα της να δολοφονεί τη μητέρα της. Τον θυμάται να σπρώχνει τη μητέρα της με ορμή σε μια τζαμαρία και μετά να την πετάει σ’ έναν καναπέ και να αφαιρεί τη ζωή της πνίγοντας την με το μαξιλάρι. Θυμάται τον πατέρα της μετά τη δολοφονία να τη μεταφέρει σ’ ένα άλλο δωμάτιο. Ήταν μόλις τριών χρόνων. Τη σκηνή αυτή αποτύπωσε σε μια ζωγραφιά και την έδωσε στη δημοσιογράφο. Μια απόδειξη πως όσα έζησε δεν ήταν αποκύημα της παιδικής της φαντασίας.

Διηγήθηκε στην Αγγελική Νικολούλη το πώς την μεγάλωσαν η γιαγιά και ο παππούς της, πόσο μεγάλη ευγνωμοσύνη νιώθει για εκείνους που παρά τη μεγάλη τους θλίψη, φρόντισαν για να μην της λείψει τίποτα. Αναφέρθηκε στους εφιάλτες που έβλεπε όταν ήταν παιδί, στην σκληρότητα των συμμαθητών της που την κορόιδευαν γιατί δεν είχε στο πλευρό της τη μητέρα της.

Μίλησε για την ημέρα που χάραξε στον καρπό του χεριού της το όνομα της μητέρας της χωρίς να ξέρει ότι την ίδια μέρα ήταν τα γενέθλια της. Αποκάλυψε ότι πήγε στο σπίτι της Πολίχνης, εκεί που έγινε το φονικό. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα ήταν όπως τα θυμόταν.

Είπε πως ο πατέρας της προσπάθησε να την προσεγγίσει τρεις φορές παρά την άρνηση της. Μια φορά προσποιήθηκε τον δημοσιογράφο για να την πείσει πως όλη η ιστορία είναι κατασκεύασμα των μέσων ενημέρωσης. Μ’ ένα γράμμα την ενημέρωσε πως έχει δύο αδελφές από τον πρώτο του γάμο στην Ελβετία και τη ρωτούσε αν θέλει να έρθει σε επαφή μαζί τους.

Η  Βάσω προσπαθεί ν’ ανοίξει τα φτερά της και να έχει μια όμορφη και ισορροπημένη ζωή. Πρόσφατα είχε τα γενέθλια της. Ένα μόνο δώρο θα ήθελε όπως είπε με αφοπλιστικό τρόπο: «Ο πατέρας μου εμένα δεν μπορεί να με κοροϊδέψει όπως τους άλλους. Ξέρω τι έκανε. Το μόνο που θέλω είναι να μου πει που εξαφάνισε τη μητέρα μου».

anikolouli.gr