ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τα μεγάλα κοινωνικά δράματα του ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου Αλητεία, μπλεξίματα, πορνεία, τεντιμποϊσμός και φλέγοντα ζητήματα της κοινωνίας του 1960

Η δεκαετία του 1960 σηματοδότησε στο σινεμά της χώρας μας μια ολοκληρωτική στροφή σε πιο καυτά και πιεστικά κοινωνικά προβλήματα.

Είναι η εποχή που η Φίνος Φιλμ βρίσκει τη μαγική συνταγή στο πρόσωπο του Δαλιανίδη και μαζί αλλάζουν μαγικά ένα καλό μέρος της εθνικής μας κινηματογραφίας.

Η Ελλάδα ξαπλώνει σχεδόν γυμνή στο κρεβάτι του σκηνοθέτη, ο οποίος μετατρέπεται σε μέγα ανατόμο των προβλημάτων που απειλούν τα χρηστά ήθη. Τα κοινωνικά δράματα βγαίνουν με το τσουβάλι (88 έκανε μόνο η Φίνος Φιλμ) και οι σκηνές γίνονται πιο πιπεράτες, παίρνοντας συχνά τη σήμανση «Αυστηρώς ακατάλληλον», ένα μεγάλο παράσημο για την εμπορική απήχηση του φιλμ.

Σε πρώτο πλάνο; Η νεανική παραβατικότητα και οι ποικίλες εκδηλώσεις της, από το έγκλημα ως τον τεντιμποϊσμό, την επαιτεία, τις κακές συναναστροφές, τα κακόφημα καπηλειά, την πορνεία και την αλητεία φυσικά. Γενικώς και αορίστως.

Ένας πρωτόγνωρος ηθικός πανικός χτύπησε την ελληνική κοινωνία εκεί στα 60s και κάποιοι αποφάσισαν να τον μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη, βρίσκοντας τη νέα συνταγή της επιτυχίας.

Κάποιες μάλιστα από αυτές τύχαινε να είναι και καλές ταινίες…

«Ο κατήφορος» (1961)

To one-man show του Γιάννη Δαλιανίδη (σενάριο και σκηνοθεσία) και ο τολμηρός χαρακτήρας του φιλμ το έστειλαν στα ουράνια του εγχώριου box office. Όλα τα ταμπού της προηγούμενης δεκαετίας σακατεύτηκαν από κείνη την παρέα νέων που ζει μια τουλάχιστον άσεμνη ζωή. Δεν φταίνε αυτοί, οι γονείς τους φταίνε που δεν φροντίζουν για την ανατροφή τους.

Η τρέλα της νιότης μπλέκεται με μια μοχθηρή εκδίκηση, στο φόντο της προσπάθειας του Κώστα (Νίκος Κούρκουλος) να διαφθείρει τη μικρή αδερφή της Ρέας (Ζωή Λάσκαρη). Παθιασμένοι χοροί, καυτά φιλιά, διάχυτος ερωτισμός, ακόμα και στριπτίζ έχει ο κινηματογραφικός σίφουνας του Δαλιανίδη, που άφησε ακόμα και την πρωτοεμφανιζόμενη ενζενί γυμνή σε ερημική τοποθεσία.

Το πρώτο από τα μεγάλα κοινωνικά δράματα του Φίνου που σύστησε στο ελληνικό κοινό τη Σταρ Ελλάς Λάσκαρη έκοψε πάνω από 160.000 εισιτήρια εκείνον τον Δεκέμβριο, ως η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της χρονιάς. Στα «ψιλά», πως τον ρόλο ήταν να παίξει η Βουγιουκλάκη, φοβήθηκε όμως τις προχωρημένες γυμνές σκηνές και άφησε έτσι τη Λάσκαρη να γίνει με το καλημέρα φίρμα πρώτου μεγέθους.

Εκατό λεπτά χρειάστηκαν για να βρει το ελληνικό σινεμά τη νέα φόρμουλα της επιτυχίας…

 

«Νόμος 4000» (1962)

Την επόμενη χρονιά ο Δαλιανίδης ξαναχτυπά, ξανά σε σενάριο και σκηνοθεσία και με τους βασικούς συντελεστές της επιτυχίας του «Κατήφορου» (Λάσκαρη και Βουλγαρίδης), τώρα όμως βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, στον διαβόητο Νόμο 4000/1958 περί τεντιμποϊσμού. Αποτέλεσμα; Άλλα 118.841 εισιτήρια για αυτό τον αυστηρό γυμνασιάρχη (Βασίλης Διαμαντόπουλος) που βλέπει τα ξενόφερτα ήθη να διαφθείρουν τους νέους.

Πλάι σε όλα, είναι κι αυτή η ιερόδουλη (Κατερίνα Χέλμη) που σπιτώθηκε στην πολυκατοικία του! Παρά το γεγονός ότι οι κριτικοί κινηματογράφου σφάζουν με το γάντι την ταινία, το κοινό μαγνητίζεται από τη μεταφορά στο πανί του νόμου της κυβέρνησης Καραμανλή για τον περιορισμό των νέων που για να σπάσουν πλάκα γιαούρτωναν κόσμο και κοσμάκη.

Ο Νόμος 4000 μεταφράστηκε αυθαίρετα από τις διωκτικές αρχές με δημόσια διαπόμπευση και εξευτελισμό των νεαρών ταραξιών και κούρεμα με την «ψιλή». Άλλα 91 λεπτά απόλυτου θριάμβου για τον Δαλιανίδη…

«Ίλιγγος» (1963)

O πάντα προκλητικός Γιάννης Δαλιανίδης με το οξυμένο κοινωνικό αισθητήριο βάζει πάλι στο στόχαστρο τις απαγορευμένες ερωτικές σχέσεις, μπλέκοντάς τες εδώ με αναμορφωτήρια και πορνεία. Συνεχίζοντας τη σταυροφορία του να «νομιμοποιήσει» το γυμνό στις συνειδήσεις του σεμνότυφου κοινού και ξανά σε δικό του σενάριο, τώρα είναι ένας καταραμένος έρωτας στο προσκήνιο.

Αυτόν που βιώνει η νεαρή Έλλη (Ζωή Λάσκαρη) για τον εραστή της μητέρας της Καίτης (Αλέκο Αλεξανδράκη), μόνο που αυτό δεν είναι το πρόσχημα για να μας μιλήσει για άλλα ο σκηνοθέτης, όπως τον κόσμο του περιθωρίου, τη διαφθορά της οικογενειακής ζωής και όλα τα κακά του κόσμου που φέρνει ο τζόγος. Και η πορνεία. Και η απομάκρυνση από τα χρηστά ήθη.

Ακόμα πιο εμπορικός από τους άλλους, ο «Ίλιγγος» ήταν μια ταινία για το αδίκημα και την εξιλέωση, ένα δυνατό κοινωνικό δράμα που έκοψε όχι λιγότερα από 454.000 εισιτήρια…

«Παράνομοι πόθοι» (1966)

Λίγο πάνω από 140.000 εισιτήρια έκοψε ο μικρός θρίαμβος του Παύλου Τάσιου (σενάριο και σκηνοθεσία) για αυτή την κοπέλα που έπεσε στα δίχτυα της πορνείας. Η ανθρώπινη εκμετάλλευση παρουσιάζεται συνάμα με τη γνώριμη προβληματική της εποχής, με τη διαφθορά των ηθών, την παραβατικότητα και τα δεινά του περιθωρίου.

Άλλο ένα προχωρημένο για τα πουριτανικά ήθη της εποχής φιλμ με άφθονες δόσεις στριπτίζ και ερωτισμού, οι «Παράνομοι πόθοι» έκαναν πολύ γνωστούς τους Χρήστο Νέγκα και Ελένη Προκοπίου…

«Η Στεφανία» (1967)

Παρά το γεγονός ότι ο Δαλιανίδης το είχε ξανακάνει, η «Στεφανία» έμελλε να είναι η ταινία του που κλόνισε τις συνειδήσεις όσο καμιά. Ήδη από την πρόδηλα ερωτική αφίσα της με τη Ζωή Λάσκαρη δηλαδή! Πόσο μάλλον που το φιλμ πήρε τη σήμανση του ακατάλληλου και έγινε μεγάλο σούσουρο πριν καν βγει στις αίθουσες.

Εδώ ο Δαλιανίδης διασκευάζει το μυθιστόρημα της Νέλλης Θεοδώρου «Η Στεφανία στο αναμορφωτήριο» για να μας δώσει μια πρόγευση πώς είναι η ζωή στον εγκλεισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανηλίκων. Το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που το υπουργείο Δικαιοσύνης αναγκάστηκε να εκδώσει ανακοίνωση πως «η ‘‘Στεφανία’’ δεν έχει σχέση με τα ελληνικά αναμορφωτήρια»!

Τα απροκάλυπτα γυμνά της Ζωής Λάσκαρη και εκείνο το ερωτικό τρίγωνο στο κρεβάτι προκάλεσαν πολύ τα συντηρητικά ήθη της χώρας. Φυλακές, σεξ, πορνεία και εγκληματικότητα έφεραν πάνω από 438.000 εισιτήρια, με τη «Στεφανία» να φτάνει ως τις ΗΠΑ και το Μεξικό τελικά…

«Οι Εχθροί» (1965)

Ντίνος Δημόπουλος και Νίκος Φώσκολος συνεργάζονται στο βαρύ κοινωνικό δράμα που φέρνει τον ιδεαλισμό αντιμέτωπο με τον ίδιο τον βούρκο της κοινωνίας. Τεντιμποϊσμός, πορνεία, ανήθικες σχέσεις, ελαφρά ήθη, υπόκοσμος, ακόμα και πάρτι οργίων απαθανατίζονται αυτή τη φορά στο σελιλόιντ.

Πυκνή και πολυεπίπεδη, συχνά αλληγορική αλλά πάντα με γερό έρεισμα στην -τότε- πραγματικότητα, η ταινία μιλά για τα μεγάλα και τα σημαντικά και το κάνει με τρόπο ξεκάθαρο, πάντα στο φάσμα του δίπολου συντηρητισμός-προοδευτικότητα. Πάνω από 300.000 εισιτήρια για μια ταινία που δεν πήρε ακριβώς και τις καλύτερες κριτικές στον καιρό της…

newsbeast.