ΕΛΛΑΔΑ

Τι δείχνει μελέτη της για τις σύγχρονες μεταναστευτικές ροές

ΙΝΕ/ΓΣΕΕ: Τα ελληνικά συνδικάτα μπροστά στην πρόκληση των σύγχρονων μεταναστευτικών ροών

Ενόψει της Διεθνούς Ημέρας Μεταναστών στις 18 Δεκεμβρίου 2019, το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) δίνει στη δημοσιότητα τη μελέτη, με τίτλο «Τα ελληνικά συνδικάτα μπροστά στην πρόκληση των σύγχρονων μεταναστευτικών ροών», συγγραφέας της οποίας είναι ο Απόστολος Καψάλης.

Η μελέτη καταγράφει και αναδεικνύει τη στάση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος, με έμφαση στην έξαρση των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη από το 2015. Επίσης, αντανακλά το μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ για το θέμα, στο πλαίσιο της συστηματικής ερευνητικής παρακολούθησης όλων των πεδίων της κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τη μελέτη, «στο δεύτερο μισό της περιόδου της οικονομικής κρίσης, από το 2015 και έπειτα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες μεταναστευτικές ροές από την Ασία και την Αφρική, χωρίς να έχει διευθετήσει οριστικά τις “εκκρεμότητές” της αναφορικά με τη ρύθμιση των μεταναστεύσεων των προηγούμενων δυόμισι δεκαετιών. Το ενδιαφέρον αναμφίβολα στρέφεται πλέον στο μεγάλο αριθμό των νεοεισερχόμενων μεταναστών ή προσφύγων, στις τάσεις μόνιμης διαμονής στη χώρα των αιτούντων άσυλο, καθώς και στις επιδράσεις που θα μπορούσε να προκαλέσει η μαζική είσοδός τους στην ελληνική αγορά εργασίας και στην απασχόληση των γηγενών. Μολονότι συγκεκριμένοι κοινωνικοί και πολιτικοί –και ιδίως κινηματικοί– παράγοντες, εξασφαλίζουν την αποτροπή της κυριαρχίας ξενοφοβικών και ρατσιστικών αντιλήψεων και πρακτικών τόσο στα νησιά πρώτης εισόδου, όσο και στην ενδοχώρα, οι επίσημες θεσμικές παρεμβάσεις χαρακτηρίζονται μάλλον από αμηχανία».

Όπως αναφέρεται στη μελέτη, «η ελληνική κοινωνία και οι δυνάμεις της αγοράς εργασίας, ιδίως δε τα συνδικάτα, βρέθηκαν αντιμέτωπες με την κυρίαρχη αντίληψη περί μίας κατάστασης κρίσης, η οποία εσπευσμένα χαρακτηρίστηκε ως προσφυγική τόσο από διεθνείς οργανισμούς, όσο και από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Η ελληνική πολιτεία, στη βάση της εφαρμογής της “συμφωνίας” ΕΕ-Τουρκίας (Μάρτιος, 2016) για την αποτροπή της εισόδου μετακινούμενων πληθυσμών στην Ευρώπη, επικεντρώνει τις προσπάθειές της στη διευθέτηση των τεχνικών διαστάσεων της διαμονής και της διεθνούς προστασίας των αιτούντων άσυλο.

Ο εσπευσμένος επίσημος χαρακτηρισμός συλλήβδην όλων των νεοεισερχομένων ως “προσφύγων” δεν στοχεύει στην ενίσχυση των δικαιωμάτων τους, αλλά μάλλον στην αποποίηση των κρατικών ευθυνών απέναντι σε όλους εκείνους που δεν κατορθώνουν να υπαχθούν σε αυτήν ή σε άλλη “προνομιούχο” υποκατηγορία αλλοδαπών. Ωστόσο, τόσο τα κρισιακά χαρακτηριστικά της έξαρσης των μεταναστευτικών ροών, όσο και η αμιγώς προσφυγική φύση τους, αμφισβητούνται έντονα τόσο σε θεωρητικό επίπεδο, όσο και από την ίδια την πραγματικότητα».

Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος, από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας διαπιστώνεται ότι η έξαρση των μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα είναι πράγματι πρωτοφανής σε ένταση. Από στοιχεία της Frontex προκύπτει ότι, κατά την περίοδο 2007-2015, οι παρατύπως εισερχόμενοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση άγγιξαν τα 3.000.000 άτομα, εκ των οποίων το 58,4% ή 1.800.000 άτομα εισήλθαν από την Ελλάδα. Μόνο την τετραετία 2015-2018, ο αριθμός των αλλοδαπών πολιτών που φτάνει σε ευρωπαϊκό έδαφος είναι σχεδόν 2.000.000 άτομα.

Με βάση τις ίδιες πηγές, εκτιμάται ότι, σε όλη τη διάρκεια του 2015, ο συνολικός αριθμός των νεοεισερχόμενων πολιτών τρίτων χωρών προς την Ευρώπη ξεπερνά το ένα εκατομμύριο, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, ο συνολικός αριθμός αφίξεων στην Ελλάδα ανήλθε σε 856.723 άτομα.

Πάνω από το 50% αυτών των ανθρώπων κατέφθασε στη Λέσβο, ενώ τα λοιπά κύρια σημεία εισόδου υπήρξαν άλλα νησιά, όπως η Χίος, η Σάμος, η Κως, η Λέρος, το Αγαθονήσι και το Καστελόριζο. Από όλους αυτούς τους ανθρώπους, στα τέλη του 2018, αίτηση ασύλου έχουν υποβάλει συνολικά λίγο περισσότεροι από 52.000 άνθρωποι, εκ των οποίων οι 35.000 από αυτούς μένουν στην ηπειρωτική Ελλάδα και οι υπόλοιποι στα νησιά, ενώ άλλοι 30.000 αλλοδαποί έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες. Σύμφωνα με το επικρατέστερο σενάριο στις εκτιμήσεις των δημογράφων ερευνητών, από το πρόσφατο μεταναστευτικό ρεύμα, ο συνολικός αριθμός των μόνιμα εγκατεστημένων στη χώρα δεν θα ξεπεράσει τους 100.000 ανθρώπους τα επόμενα χρόνια, ενώ αναμένεται να έχει αναλογική και ομαλή διασπορά σε όλη την επικράτεια.

Παράλληλα, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, «χιλιάδες χάνουν τη ζωή τους στην προσπάθεια να εισέλθουν στο ευρωπαϊκό έδαφος, κατά προσέγγιση, τουλάχιστον 3.000, ήδη τους πρώτους επτά μήνες του 2015». Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, περίπου 4.000 άνθρωποι συνολικά έχασαν τη ζωή τους στη Μεσόγειο το 2015, εκ των οποίων περισσότεροι από 700 στο Αιγαίο. Επίσης, 39 νεκρούς από πνιγμό ή υποθερμία έχει ταυτοποιήσει ομάδα ακαδημαϊκών ιατροδικαστών στη Θράκη μόνο για το 2018 στα περάσματα του ποταμού Έβρου. Τουλάχιστον 1.000 είναι οι νεκροί σε ελληνικό έδαφος και οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για άλλους τόσους στη γειτονική χώρα από το 2000 έως το 2018 στα χερσαία σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας.

Συνοψίζοντας, στο σύνολο διαχρονικά ενός όγκου 1.000.000-1.200.000 μόνιμα εγκατεστημένων αλλοδαπών στην Ελλάδα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι μερικές δεκάδες χιλιάδες πρόσφατα εισερχόμενων πολιτών δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι συγκροτούν ένα φαινόμενο μεταναστευτικής κρίσης.

Άλλωστε, σύμφωνα με τη μελέτη, «κατά μία άποψη και με τη διευκρίνιση για τη διασυνοριακή κινητικότητα, ο συνολικός μεταναστευτικός πληθυσμός της χώρας είχε προηγουμένως εμφανίσει τάσεις μείωσης στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, μετά το 2009-2010, λόγω των υψηλών ποσοστών ανεργίας στις τάξεις και των μεταναστών. Εκτός, όμως, από την περιορισμένη αριθμητικά έκταση των νέων εγκαταστάσεων, ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής περίπτωσης ως χώρας υποδοχής μεταναστών έχουν αποτρέψει, μέχρι σήμερα, τη μετατροπή των κατά καιρούς ραγδαίων κρίσεων ή εξάρσεων των μεταναστευτικών ροών σε μεταναστευτική κρίση, υπό την έννοια μίας δύσκολα διαχειρίσιμης και εκρηκτικής νέας συνθήκης για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα».

Σε ό,τι αφορά, τέλος, το δεύτερο σκέλος, τη φύση των μεταναστευτικών ροών, στη μελέτη σημειώνεται ότι, ιδίως, τα τελευταία χρόνια, η διάκριση σε οικονομικούς και πολιτικούς λόγους μετακίνησης αποδεικνύεται επισφαλής, κυρίως στην ελληνική περίπτωση, εφόσον πολιτιστικοί, γεωγραφικοί και κοινωνικοί παράγοντες στις βαλκανικές χώρες καταγωγής, ευθύνονται για τη συγκρότηση μεικτών μεταναστευτικών ροών στο σύνολο σχεδόν των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Πριν από 20 ή 30 χρόνια, στον καθημερινό λόγο, η συχνή διαζευκτική χρήση όρων, όπως μετανάστες και οικονομικοί φυγάδες ή πρόσφυγες, υποδηλώνει την πρόσληψη του φαινομένου με τη σύνθετη διάστασή του. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα, μολονότι λόγοι αυξημένης προστασίας των εκτοπισμένων πληθυσμών μάλλον θα υπαγόρευαν την αποφυγή του χαρακτηρισμού μεταναστευτικών. Και αυτό, όπως εξηγείται στη μελέτη, γιατί στη συντριπτική πλειονότητά τους (94%) οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονται από χώρες που «παραπέμπουν» σε περιοχές-κοιτίδες προσφυγικών ροών, δηλαδή στη Συρία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Πακιστάν και στο Ιράν.

Για τους λόγους αυτούς, για τη Γνώμη Πρωτοβουλίας της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2016), επιλέγεται ο τίτλος Ανθρώπινες ροές στην Ελλάδα: Πτυχές και επιπτώσεις του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος. Σε αυτό και σε πλείστα άλλα πολιτικά και επιστημονικά κείμενα καθιερώνεται βαθμηδόν η άποψη ότι προτιμότερο είναι να γίνεται λόγος για ανθρωπιστικής φύσης διεθνικές μετακινήσεις. Καθίσταται πλέον ευρέως αποδεκτό ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής η –με τη στενή έννοια– διάκριση μεταξύ προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, δεδομένου ότι οι μετακινούμενοι πληθυσμοί, λόγω ανθρωπιστικών κρίσεων, είναι μεικτοί και η (νομική) εξακρίβωση της πραγματικής αιτίας κινητικότητας επισφαλής.

Σύμφωνα με τη μελέτη, «προς επίρρωση αυτής της θέσης, αξίζει να αναφερθούν τρία στοιχεία:

«Πρώτον, μεγάλο ποσοστό των νεοεισερχομένων (ίσως τα δύο τρίτα) στην Ελλάδα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δεν καταθέτει αίτηση ασύλου. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2015, το ποσοστό που αποφεύγει να καταθέσει σχετική αίτηση ανέρχεται στο 98,5%. Επιπλέον, μία σημαντική μερίδα αλλοδαπών δηλώνει σε σχετικές έρευνες (Ένωση Περιφερειών Ελλάδος, 2016) στην περιοχή της Αττικής (σε ποσοστό μέχρι και 65%) ότι δεν θα υποβάλει αίτηση ασύλου, ακόμα κι αν εγκλωβιστεί μόνιμα στη χώρα.

Δεύτερον, τη δεκαετία 2006-2015, από τις 180.000 περίπου απελάσεις από την Ελλάδα, οι μισές αφορούν πολίτες της Αλβανίας, η οποία δεν συγκαταλέγεται στις εμπόλεμες χώρες που τροφοδοτούν την Ευρώπη με νέες ανθρωπιστικές ροές.

Εντούτοις, τρίτον, η συγκεκριμένη χώρα από την οποία κατάγεται διαχρονικά η μεγάλη πλειονότητα των “οικονομικών” μεταναστών στην Ελλάδα (επτά στους δέκα), εξακολουθεί να “αιμορραγεί” πληθυσμιακά προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εξαιτίας της αναιμικής οικονομίας της, της εκτεταμένης διαφθοράς και των ένοπλων συρράξεων (ιδίως στο Βορρά). Την τετραετία 2014-2017, οι συνολικά 180.000 αιτούντες άσυλο Αλβανοί πολίτες προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες (30.000 μόνο προς τη Γερμανία το 2015) επικαλούνται σε σχετικές έρευνες την ανεργία, τις ελλείψεις σε υποδομές υγείας και εν γένει οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, ως αίτιες για την απόφαση “προσφυγιάς”».

ΑΠΕ – ΜΠΕ