ΚΡΗΤΗΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

 

Οθωμανικοί και χριστιανικοί οίκοι ανοχής.

Το διάταγμα «Περί χαμαιτυπείων.

 Η πρώτη προσπάθεια για την δημιουργία μιας κλειστής  κι απομονωμένης κοινωνίας πορνείων στο  Ηράκλειο χρονολογείται από το 1897 ενώ  ως τότε  γραπτές πηγές  βεβαιώνουν πως υπήρχαν μεμονωμένες οικίες  σε διάφορα σημεία της πόλης που χρησιμοποιούνταν ως οίκοι ανοχής.

 

 

Έκτοτε, σύμφωνα με άρθρο του δημοσιογράφου Άρη Χατζηδάκη, ιερόδουλες εγκαταστάθηκαν στη περιοχή «Κλέφτικο σοκάκι» στις νοτιοδυτικές παρυφές  του ενετικού λιμανιού , γύρω δηλαδή από το σημείο που βρίσκεται σήμερα  η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

 

Η λειτουργία όμως πορνείων στη συγκεκριμένη περιοχή, των οποίων η ύπαρξη μάλιστα μνημονεύεται και  από τον ιστοριοδίφη Νικόλαο Σταυρινίδη, χρονολογείται  μόνο έως το 1899 καθώς τα συνεχή κρούσματα κλοπών κι ο κοσμοπολίτικος χαραχτήρας του χώρου του  λιμανιού πλησίον του οποίου βρίσκονταν οι συνοικίες Βεζίρ Τσαρσί  και Κουτάλα ( η συνοικία Βεζίρ Τσαρσί βρισκόταν γύρω από το «Βεζίρ Τζαμί», σημερινή εκκλησία του Αγίου Τίτου και η Κουτάλα γύρω από το Μπεντενάκι) που κατοικούνταν από επιφανείς οικογένειες ευπόρων αστών και λογίων, δημιούργησαν  σύντομα την ανάγκη  της μετεγκατάστασης των χαμαιτυπείων σε ακόμα πιο απόκεντρες περιοχές.

Βάσει τούτων των δεδομένων λοιπών κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, μετά το 1900, δηλαδή, μια  παρασιτική κοινωνία αγοραίου έρωτα αρχίζει  σιγά- σιγά να δημιουργείται  στη  συνοικία Λάκκος της πόλης του  Ηρακλείου με το διάταγμα «Περί χαμαιτυπείων» που προέβλεπε την απομόνωση των πορνείων σε χώρους  εντελώς απρόσιτους «εις κεντρικούς περιπάτους..»

Ανάλογη ήταν και η στρατηγική που χρησιμοποίησαν οι αρχές  της πόλης  και  για το ζήτημα των Οθωμανικών χαμαιτυπείων τα  οποία είχαν περιοριστεί  στις βόρειες παρυφές της  συνοικίας Κιζίλ Τάμπια, ( σημερινή Αγία Τριάδα ) περιοχή κι αυτή απομακρυσμένη από το διοικητικό κέντρο  συνάμα όμως και στιγματισμένη από τα χρόνια ακόμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αφού εκεί, από παλιά έως και τις αρχές του περασμένου αιώνα, λειτουργούσαν κατ΄ αποκλειστικότητα τα μουσουλμανικά πορνεία με  Τουρκάλες ιερόδουλες  που πρόσφεραν  υπηρεσίες αγοραίου έρωτα αποκλειστικά σε ομόθρησκους τους  .

 

Σύμφωνα όμως με διασταυρωμένες προφορικές μαρτυρίες, επιβεβαιώνεται πως στη Κιζίλ Τάμπια  εξακολούθησαν να λειτουργούν αρκετά από αυτά τα πορνεία ακόμα και μετά την αποχώρηση των Μουσουλμάνων.

Η συγκέντρωση και η λειτουργία των πορνείων στις δυο προαναφερθείσες συνοικίες στη πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, διαφαίνεται καθαρά  σε επίσημα κείμενα όπου δημοσιεύονται ονόματα ιεροδούλων, σε σχετική αστυνομική διαταγή μάλιστα που αφορά τους  χώρους αλλά ιδιαίτερα το χώρο  της Κιζίλ Τάμπιας, υπάρχει  επιπλέον  ειδική αναφορά  για την κακοήθη ψυχαγωγική διασκέδαση που πρόσφεραν  κάποιοι  καφενέδες (τεκέδες) και οι οποίοι σε δημόσια έγγραφα των αρχών του περασμένου αιώνα  συγκαταλέγονται  στην κατηγορία των λαϊκών θεαμάτων,  στις εφημερίδες δε της ίδιας περιόδου κατονομάζονται ως «καφέ αμάν» και «καφέ σαντάν» και  από τοπικούς αρθρογράφους  γίνονται αλλεπάλληλες προτροπές για το κλείσιμο τους.

Σερτουρνά, Βουλισμένη Βρύση ή Λάκκος.

Η συνοικία των πορνείων  και των ιεροδούλων μιας άλλης εποχής….η Τρούμπα του Ηρακλείου!

Το αρτισύστατο  λοιπόν καθεστώς της Κρητικής Πολιτείας επιχειρεί την πλέον αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος της πορνείας που μετά την εγκαθίδρυση των Μεγάλων Δυνάμεων  στο νησί είχε διογκωθεί με τον ερχομό  εκατοντάδων γυναικών «ελευθερίων ηθών» από μεγάλα λιμάνια της Μεσογείου  και της ευρύτερης ανατολικομεσογειακής περιοχής.

Γυναίκες  αγοραίου έρωτα διαφόρων εθνικοτήτων όπως Τουρκάλες, Εβραίες, Γαλλίδες, Ιταλίδες, και φυσικά Ελληνίδες, κατακλύζουν τις πόλεις της Κρήτης, με την εγκατάσταση  όμως των πορνείων των ιεροδούλων  του χριστιανικού θρησκεύματος στη συνοικία «Λάκκος» καθώς και την  απόλυτη εφαρμογή  των αρχών του διατάγματος «Περί χαμαιτυπείων» συντελείται η άμεση κάθαρση της  υπόλοιπης πόλης  από άτομα παρασιτικής υπόστασης και ο βαθμιαίως σχηματισμός μιας ντόπιας μικροκοινωνίας πορνείων,  όμοια με εκείνης της Τρούμπας του Πειραιά και της Μπάρας στη Θεσσαλονίκη, δεν αργεί να ολοκληρωθεί.

Ο χώρος που επιλέχθηκε για να μεταμορφωθεί σε « Τρούμπα του Ηρακλείου» υπήρξε μια γειτονιά πλούσιας μεν προφορικής παράδοσης χαμηλής όμως ανάπτυξης της εγγράμματης παιδείας  κι ήταν μια μικρή απόκεντρη συνοικία στις νοτιοδυτικές παρυφές της πόλης, κοντά στο τμήμα των ενετικών τειχών που βρίσκεται η πύλη Βηθλεέμ (Καρανλίκ Καπί- Σκοτεινή Πύλη) και το φρούριο Baluardo Martinengo.

Σε επίσημα  έγγραφα  των αρχών του αιώνα αναφέρεται επίσης με την ονομασία Σερτουρνά,( που προέρχεται από το ομώνυμο Τζαμί  το οποίο στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε κατασκευάσει εκεί ο Σερτουρνά Ιμπραχήμ Αγάς)   και σπανιότερα ως Βουλισμένη Βρύση και Λάκκος

Η επιλογή της  εγκαθίδρυσης των πορνείων  στη συγκεκριμένη γειτονιά  και η ανάδειξη της ως ιδιαίτερα  φημισμένης από τη Κιζίλ Τάμπια, ευνοήθηκε ποικιλοτρόπως:

Πρώτον από τη  θέση της κοντά στα στρατόπεδα των Άγγλων που για ευνόητους λόγους επιθυμούσαν τη γειτνίαση αυτή και  δεύτερον  επειδή, κατά πως προέβλεπε το Διάταγμα « Περί χαμαιτυπείων», η περιοχή ήταν απομακρυσμένη από πολυσύχναστα και δημόσια κτίρια με μόνη εξαίρεση το «Πανάνειο Νοσοκομείο» και τα δυο παραρτήματα του, αυτό των μολυσματικών νοσημάτων και των συφιλιδικών γυναικών..

Ένας άλλος επίσης λόγος  που  προστέθηκε στα κριτήρια της επιλογής ,  κι ίσως ο σημαντικότερος, είναι πως η συνοικία ανέκαθεν υπήρξε  υποβαθμισμένη  αφού  στα όρια της υπήρχαν από παλιά σπίτια μουσουλμάνων νταήδων που εκ των υστέρων μετατράπηκαν σε οίκους ανοχής  εφόσον βέβαια  εκείνοι  εγκατέλειψαν το νησί μετά τη σφαγή της 25ης Αυγούστου 1898 .

Έως και  το 1905 πάντως η πλειοψηφία  των νόμιμων πορνείων είχε  συγκεντρωθεί  στη συνοικία του Λάκκου ενώ τα λιγοστά, αριστοκρατικά πορνεία, βρίσκονταν και αυτά συγκεντρωμένα γύρω του , στις συνοικίες «Πηγάιδα» και «Περβόλα».

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, ο Λάκκος κατοικείται πλέον αποκλειστικά από Χριστιανούς, γηγενείς και πρόσφυγες, από διηγήσεις  δε ηλικιωμένων Λακκουδιανών υπολογίζεται πως οι κάτοικοι της δεν ξεπερνούν τα 300- 400  άτομα ενώ στη μοναδική απογραφή ιεροδούλων που υπάρχει κι είναι του 1900, αναφέρονται 68 «δηλωμένες» γυναίκες στη πόλη του Ηρακλείου, εκ των οποίων οι περισσότερες εργάζονταν και ζούσαν στο Λάκκο.

Το 1940 είναι  σημείο σημαντικής καμπής στη πορεία μετασχηματισμού του Λάκκου καθώς στη μάχη της Κρήτης  το Ηράκλειο  βομβαρδίζεται από τους Γερμανούς, τα   πορνεία σχεδόν όλα καταστρέφονται , ο χώρος αποδιοργανώνεται και οι περισσότερες από τις πόρνες μεταφέρονται σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης όπου και χρησιμοποιούνται για τις  ανάγκες του Γ΄ Ράιχ.

Η συνοικία με τις ειδικές λειτουργίες της επανασυγκροτείται ξανά στη μετακατοχική περίοδο χωρίς όμως ποτέ ως το 1960, χρονιά κατά την  οποία απομακρύνθηκαν οριστικά τα πορνεία από το Λάκκο, να αποκτήσει ξανά την αλλοτινή αίγλη της.

Ο μεσοπόλεμος υπήρξε η τελευταία περίοδος ακμής της  μικροκοινωνίας του Λάκκου!

Ζωντανές μνήμες από τα πορνεία:

«Σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά, η   άνθηση αυτού του παρασιτικού κόσμου έχει σκεπαστεί από ένα πέπλο λήθης καθώς τέτοιες καταστάσεις  η επίσημη ιστορία τις αγνοεί  μια κι οι παράγκες και τα χαμόσπιτα δεν αφήνουν ίχνη. Στο χώρο της πόλης οι οικιστές τους μεταστεγάζονται, στην ιστορία αποσιωπούνται..» (Λίλα Λεοντιάδου, 1989.)

Ωστόσο, ακόμα κι αν οι περισσότερες  από τις ιερόδουλες εκείνης της εποχής έχουν πλέον  πεθάνει ή έχουν μετοικήσει μια και στο σύστημα της πορνείας η γεωγραφική περιπλάνηση των  γυναικών του αγοραίου έρωτα ήταν πρακτική συνηθισμένη, αυτό δεν σημαίνει πως χάθηκαν όλους διόλου τα λιγοστά έστω  ίχνη που απόμειναν και τα οποία  αφορούν και  ενδιαφέρουν τους ρέκτες της ανεπίσημης ιστορίας.

Με την απομάκρυνση των πορνείων από το Λάκκο, το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου  φυσικά δεν σταμάτησε, εξακολουθεί, και λογικά  θα εξακολουθεί εσαεί να υφίσταται στη πόλη του Ηρακλείου, όπως και σε κάθε πόλη βεβαίως,  μόνο που οι λειτουργίες του  δεν προσφέρονται πλέον  συγκεντρωμένες αλλά σε διάσπαρτα χωροταξικά σημεία όπως ακριβώς και πριν γίνει η μεταφορά των πορνείων στη περίφημη συνοικία το 1900.

Στα  Λαδάδικα της  Κεντρικής αγοράς λοιπόν υπάρχει ένας οίκος ανοχής, στα Δερμιτζίδικα τρεις, δύο πλησίον της παλιάς Λαχαναγοράς, ένας στη συνοικία των Δειλινών, ένας στη Χανιόπορτα  και ένας στην αρχή της 25ηςΑυγούστου που προφανώς επιμένει ακόμα να επιβεβαιώνει την εποχή που η περιοχή ονομάζονταν «Κλέφτικο σοκάκι»  και με μια άλλη δόξα και ισχύ κρατούσε  τις πόρνες συγκεντρωμένες γύρω από το δικό του, αμαρτωλό κόσμο.

Περί δόξας και ισχύς όμως δεν ομολογούν μόνο τα άψυχα. Το γεγονός ότι όντως   κι αυτή ακόμα η έννοια της πορνείας , μέσα στο ανομολόγητο πλαίσιο της, όντως διατηρούσε κάποτε  μια  αίγλη, το ομολογούν  με τις ζωντανές μνήμες τους και κάποιοι άνθρωποι που αν και λίγοι, εν τούτοις εξακολουθούν ακόμα να υπάρχουν στη ζωή…

 Οι «πελάτες»

«Έχουν περάσει περίπου 65 χρόνια από τότε και δεν θυμάμαι λεπτομέρειες» διηγείται  ξετυλίγοντας τις μνήμες τους ο ογδονταδιάχρονος Π. Γ. που για ευνόητους λόγους επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία του, «και λογικό είναι το μυαλό μου να μην έχει κρατήσει όλες τις λεπτομέρειες. Εξάλλου δεν ήμουν και από τους μόνιμους επισκέπτες της περιοχής λόγω του ότι  πρώτον δεν  κατάγομαι  από το Ηράκλειο και δεύτερο  το 1937 που πήγαινα δεν ήμουν πάνω από δεκαεφτά  χρονών νεαρός  και η Ασφάλεια μας κυνηγούσε μια η είσοδος στο χώρο κάτω μιας ορισμένης ηλικίας απαγορευόταν κι όπως καταλαβαίνεις πήγαινα σκαστά με τρεις τέσσερις  συνομήλικους φίλους από το χωριό. Θυμάμαι όμως πολύ καλά τα γραμμόφωνα με τα ζεϊμπέκικα τέρμα και τους μάγκες που χόρευαν στο δρόμο μαστουρωμένοι αλλά εμείς φυσικά λόγω του ότι  δεν είμαστε δικτυωμένοι, από το φόβο μας δεν πλησιάζαμε.

Θυμάμαι επίσης πολύ καλά το μπουρδέλο της Σαντέτι, «το πεσιόν της Σαντέτ», έτσι λεγόταν,  καθώς και την ιδιοκτήτρια του, μια ξανθόμαλλα Γαλλίδα, λίγο χοντρή, που είχε το ωραίο της  περιποιημένο  σαλονάκι που έδινε στο πελάτη την άνεση να μη βιάζεται ποτέ.

Μας κερνούσε πάντα πριν ένα λουκούμι, κανένα γλυκό, αλκοόλ ποτέ, και πριν μπούμε στα ιδιαίτερα έκανε συζήτηση μαζί μας για να νιώσουμε πιο οικεία.

Διαφορετικό επίσης εντελώς από τα υπόλοιπα ήταν και το «σπίτι» της «Κοκινοκόλλας», αυτό και της Σαντέτ ήταν τα πιο ακριβά. Όταν δηλαδή όλα τα άλλα πληρώνονταν την επίσκεψη με ένα τάλιρο, τούτο τα δυο πληρώνονταν με ένα τριαντάρι.

Γενικά όμως  όλες οι γυναίκες του Λάκκου  ήταν πολύ ωραίες και προπάντων πολύ σεμνές, αν τις έβλεπες  με τι τρόπο ντύνονταν στις ώρες  εξόδου τους, επ΄ ουδενί  δεν  θα μπορούσες να  καταλάβεις το επάγγελμα τους. Καμία  σχέση με τις γυναίκες που κάνουν όμοια δουλειά σήμερα..

Ακόμα και στο τρόπο που σε δεχόταν την ώρα της βίζιτας διακρίνονταν μια ευγένεια,  « παρακαλώ περάστε.. ποιός κύριος έχει σειρά;» «ο επόμενος παρακαλώ..», κάπως έτσι σε δέχονταν κι αυτό το διαπίστωσα επανειλημμένως  αφού έως  και το 1946 που έφυγα από την Ελλάδα εξακολουθούσα να πηγαίνω σαν ενήλικας πλέον με την άνεση μου.

Χρόνια αργότερα, σε μια ξένη χώρα που έζησα παραπάνω από τη μισή ζωή μου, είχα τη τύχη να συναντήσω εκεί μια «γυναίκα του Λάκκου» κι ευχαριστήθηκα πολύ όταν έμαθα ότι κατάφερε να ξεφύγει από το βούρκο με το γάμο που έκανε με ένα πολύ καλό Ηρακλειώτη και με τα δυο παιδιά που απέκτησε.»

«Εμπορικά συναλλασσόμενοι»

Αν λάβει βέβαια κανείς υπ΄ όψιν του ότι ο συγκεκριμένος υπερήλικας τον χώρο τον γνώρισε σαν πελάτης  κι ως γνωστόν «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο γιαυτό ακριβώς όλα πρέπει να του ωραιοποιούνται..» πιθανόν η γνώμη του να μην είναι αρκετή για να σχηματισθεί απόλυτη εικόνα του στίγματος της πορνείας μιας άλλης εποχής…

Υπάρχει όμως και άλλη γνώμη, από την αντίπερα όχθη εντελώς μάλιστα, ανθρώπου που διατήρησε καθαρά εμπορικές σχέσεις  και συναλλαγές με τις ιερόδουλες του Λάκκου και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν πιο αντικειμενικά ορθολογιστική ως προς τη κρίση των ανθρώπων του χώρου:

«Έζησα πάνω  από εβδομήντα χρόνια  σε τούτη τη γειτονιά έχοντας ένα μπακάλικο » εξομολογείται στη γράφουσα  ο ογδονταπεντάχρνος   Γιώργος Λαμπράκης που όντως με θαυμαστή ενέργεια διατηρούσε από το 1934 μέχρι πρότινος    ένα από τα ελάχιστα πλέον, παλαιού τύπου, μπακάλικα στη συνοικία του Λάκκου, στην οδό  Σπιναλόγκας και Γ. Ρωμανού» το οποίο το πήρα από ένα θείο μου που κι εκείνος το είχε πάρει πάλι σαν μπακάλικο από το Τούρκο Μουλασάνη. Λογικό λοιπόν είναι ότι τις γυναίκες αυτές τις γνώρισα απ΄ έξω κι ανακατωτά όσο κανείς άλλος μια κι εκτός του ότι ψώνιζαν από μένα και έντεκα σπίτια που είχα στη γειτονιά τα νοίκιαζα όλα σ΄ αυτές.

Εκείνο που μου έχει μείνει λοιπόν στο μυαλό από τις γυναίκες τούτες είναι η εντιμότητα τους, ήταν τόσο έντιμες που καμιά δεν μου έφαγε ποτέ ούτε δραχμή, μήτε  από τα ψώνια μήτε από τα ενοίκια, κι αν κάποιος ισχυρισθεί κάτι τέτοιο θα ψεύδεται ασύστολα στην κυριολεξία, το λέω με απόλυτη βεβαιότητα.

Έκαναν την δουλειά που έκαναν όμως  σε όλα τα υπόλοιπα  είχαν ένα αληθινό «λόγω τιμής» που δεν το είχαν άλλοι καθωσπρέπει άνθρωποι είτε άνδρες ήταν αυτοί είτε γυναίκες.. Μέσα στην ανεντιμότητα τους  ήταν έντιμες!

Ότι έκαναν το έκαναν μέσα στα σπίτια τους, δεν θυμάμαι ποτέ καμιά να βγει έξω και να προκαλέσει ή με το ντύσιμο της ή με την ομιλία της ή με  την συμπεριφοράς της ή με οτιδήποτε άλλο, να σκεφτείς πως και  τσιγάρο ακόμα αν ήθελαν να καπνίσουν έμπαιναν μέσα, δεν κάπνιζαν ποτέ στο δρόμο.. Κι αν καμιά φορά, σπανίως βέβαια μια και όλοι οι παραέξω τις απέφευγαν, τύχαινε να έλθουν πρόσωπο με πρόσωπο με κυρίες του κόσμου, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης τους χαμήλωναν το πρόσωπο τους και απέφευγαν το κοίταγμα.

Μιλάμε για κυρίες του κόσμου βέβαια μόνο, γιατί οι  ανάλογοι κύριοι,  κάτι υψηλά ιστάμενοι, δεν τις απέφευγαν καθόλου και κάθε βράδυ σχεδόν έβλεπες  τέτοιους άντρες να προσπαθούν να περάσουν στα σπίτια κρατώντας με κάθε τρόπο τα προσχήματα και την ανωνυμία τους.

Ήταν πολύ όμορφες γυναίκες βέβαια όλες τους, πανέμορφες, η μια καλύτερη από την άλλη, θεές του Μενελάου σου λέω,  δεν πέρασε άσχημη γυναίκα από το Λάκκο, τόσο που πιστεύω  πως ίσως και η πολύ ομορφιά τους να ήταν η αιτία που τις οδήγησε ως εδώ. Κι όταν άρχισαν να δουλεύουν  μονάχες τους πάει καλά, πιο πίσω όμως  που δούλευαν ομαδικά να έβλεπες. Υπήρχαν οι λεγόμενες «μαντάμες» δηλαδή που είχαν πέντε- έξη γυναίκες στη δούλεψη τους και κάποια στιγμή άρχισε να γίνεται σωματεμπορία, γι’ αυτό κιόλας η αστυνομία τους το απαγόρευσε  κι άρχισαν να δουλεύουν η κάθε μια ξεχωριστά όπως σου είπα. Αλλά κι έτσι, πάλι ήταν πολύ  δυστυχισμένα πλάσματα όλες τους κι έπεφταν στους «προστάτες» υποτίθεται για να τους σώσουν αλλά δεν καταλάβαιναν  πως γλίτωναν απ΄ τη Σκύλα κι έπεφταν στη Χάρυβδη..

Τις είχαν να δουλεύουν για πάρτη τους, για  να τους τα παίρνουν, και τους πουλούσαν έρωτα και παραμυθάκι πηγαίνοντας τις  κακομοίρες σε ένα  σωρό καφενεία  που υπήρχαν εδώ γύρω γύρω,  ο Θεός να τα κάνει καφενεία δηλαδή:

Το καφενείο του Θωμά του Καραμπίνη, του Γιάννη του Καραμπίνη, του λεγόμενου Μεντά, του Νικήτα του Παναγιωτάκη, του Συριανόπουλου, του Μπαρμπαρέσσου, και άλλα. Αυτά μαγείρευαν βέβαια για να τρώνε οι γυναίκες και οι προστάτες τους παράλληλα όμως σχεδόν όλα ήταν και χαμαιτυπεία, τεκέδες δηλαδή, όπου εκτός από φαΐ τα χρησιμοποιούσαν  και για να καπνίζουν τα «τσιγαριλίκια τους » και να πίνουν το κρασί τους.

Παρ΄ όλα αυτά φασαρίες άξιες λόγου  εγώ τουλάχιστον προσωπικά δεν θυμάμαι να γίνονταν  μια κι εκτός από τις γυναίκες του Λάκκου που ήταν όλες τους εξαίρετες, μπορεί κι όλοι οι υπόλοιποι που πήγαιναν εκεί   μέσα να ήταν μάγκες, χασισοπότες, και να είχαν σαν επάγγελμα τους το «κονόμι» από τις γυναίκες,   σε γενικές γραμμές όμως αν δεν τους πείραζες δεν σε πείραζαν..»

 

Η αφήγηση μιας πάλαι ποτέ ιερόδουλης        

Και βέβαια ουδείς  καταλληλότερος για να αποφανθεί κρίση πλην των ίδιων των γυναικών που  είτε εκούσια είτε  σπατάλησαν την πρώτη τους νεότητα ή ακόμα και την ωριμότητα τους στα πορνεία του Λάκκου. Το γεγονός όμως πως οι περισσότερες  από αυτές , όσες δεν έχουν πλέον πεθάνει, έχουν μετοικήσει και οι λίγες που παραμένουν στο Ηράκλειο είναι πια πολύ  ηλικιωμένες  κι επιθυμούν να ξεχάσουν, να θάψουν ολότελα στο βάθος της μνήμης τους , τούτο το κομμάτι της ζωής τους, κάνει ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα στην αποσαφήνιση και την καθαρότητα της εικόνας. Και αν, όπως την παρούσα στιγμή, κατ΄ ευχή βρέθηκε κάποια που δέχτηκε   να ξεδιπλώσει τις μνήμες της, λογικά ασφαλώς ένας κούκος δεν μπορεί ποτέ  να φέρει την άνοιξη.. Ούτως ή άλλως πάντως, έστω και μέσα από την ανωνυμία της,  ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφήγηση μιας πάλαι ποτέ ιερόδουλης που εδώ και πολλά χρόνια όμως είναι μια  ογδοντάχρονη σχεδόν  νοικοκυρά της διπλανής πόρτας που δεν διαφέρει σε τίποτα από τις όμοιες της:

«Στο Ηράκλειο έφτασα με ένα αρραβώνα που έκανα στη Θεσσαλονίκη απ΄ όπου και κατάγομαι. Ο άνθρωπος υπηρετούσε εκεί, εγώ δεκαπέντε χρονών τότε, ορφανή από μάνα, ο πατέρας μου παντρεμένος ξανά, με δυο παιδιά ακόμα από τη καινούργια του γυναίκα, καταλαβαίνεται.. ποιος να ρωτήσει να μάθει τι ήταν και ποιος ήταν ο υποψήφιος αρραβωνιαστικός. Το τι ακριβώς ήταν  δεν άργησε βέβαια  να φανεί καθόλου αλλά μονάχα μετά που με πήρε και με έφερε στο Ηράκλειο. Γιος ανθρώπου που έκανε  την ίδια δουλειά, συνηθισμένος δηλαδή από μικρός στα  δεδομένα της «προστασίας», δεν χάθηκε σε προσποιήσεις και ψέματα, μου ανακοίνωσε κατευθείαν το σκοπό του ερχομού μου και για ποια ακριβώς δουλειά με προόριζε. Θα πεις κι εγώ τι έκανα, πως αντέδρασα. Όταν είσαι δεκαπέντε χρονών, και ειδικά όταν δεν έχεις να γυρίσεις πουθενά, τι θα μπορούσες άραγε  να κάνεις, πώς να αντιδράσεις όταν δεν έχεις περιθώρια επιλογής. Όσες φορές προσπάθησα να αντιδράσω στην αρχή,  απέμειναν τα μαλλιά μου τούφες στα χέρια του, μετά κι εγώ συνήθισα, υποτάχθηκα και περνούσαμε καλά, πολύ καλά μπορώ να πω .Αν του έδινα όλα τα λεφτά χωρίς να του κρύβω τίποτα όλα ήταν μια χαρά. Για δυο χρόνια περίπου όλα αυτά, μετά βρήκε άλλο κοροΐδο κι εγώ άλλον να μου τα παίρνει, δεν γινόταν διαφορετικά, αν δεν στα έπαιρνε ο ένας έπεφταν πάνω σου οι  μαντάμες και οι πολλοί κι ήταν χειρότερα. Με τον ένα μονάχα  οι υπόλοιποι όλοι σε είχαν σε κάποιο σεβασμό.

Έως που γνώρισα τον άνδρα μου, ναι, έτσι τον γνώρισα, ήρθε για βίζιτα.

Στους τρεις  μήνες  πάνω μου πρότεινε να με πάρει από εκεί μέσα αλλά ο πανικός από τη προηγούμενη εμπειρία ήταν τόσο μεγάλος που δεν δέχτηκα ούτε καν να το συζητήσω. Καλύτερα στο Λάκκο σκέφτηκα που τον έμαθα και με έμαθε πλέον παρά οπουδήποτε αλλού που δεν γνωρίζω. Εξάλλου ο Λάκκος, παρά το βούρκο του, είχε κι ανθρώπους με μπέσα, κι άνδρες και γυναίκες και που εγώ  κατάφερνα πλέον να συννενούμαι μαζοί τους, γιατί να φύγω.

Με το σκεφτικό αυτό λοιπόν  παρέμεινα άλλα δύο χρόνια  δουλεύοντας στο Λάκκο μετά τη γνωριμία με τον άνδρα μου ο οποίος πλέον  με προστάτευε, αφιλοκερδώς εννοείται, κι έφυγα μόνο εφ΄ όσον έγινε ο γάμος μας.

Εκείνο πάντως που θα με ενδιέφερε πολύ να διευκρινίσω είναι πως ελάχιστες υπήρξαν οι γυναίκες εκείνη την εποχή που έφταναν στο κατώφλι της πορνείας είτε για τα χρήματα είτε επειδή τους άρεσε. Δεν ξέρω τι γίνεται στα ανάλογα κυκλώματα  σήμερα , αν μπορούσε όμως τότε  κάποιος να ψάξει στα εσώψυχα τους, ολονών η ζωή δεν ήταν τίποτα άλλο  πέρα από ένα βιβλίο με γεμάτες από δάκρυα σελίδες..

 

Στα «καφέ –σαντάν» και «καφέ αμάν.»

Τα ανάλογα κυκλώματα της πορνείας του σήμερα  ως γνωστόν λειτουργούν ποικιλοτρόπως. Τα κορίτσια  πάντως των  σημερινών μπαρ μοιάζουν να διατηρούν μια πανομοιότυπη  σχεδόν λειτουργία με εκείνη των  χθεσινών «καφέ- αμάν» και «καφέ- σαντάν» και τις γυναίκες τους, που υπήρχαν βέβαια σε ολόκληρη τη πόλη μα ένα παραπάνω  στην αλλοτινή, δεύτερη στιγματισμένη συνοικία της  Κιζίλ Τάμπιας, Αγία Τριάδα πλέον, κατ΄ αρχή λόγω προφανώς  του καθαρά Οθωμανικού πληθυσμού της κι εκ των υστέρων λόγω του Μικρασιατικού ανθρώπινου ρεύματος που την κατέκλυσε  καθ΄ ολοκληρίαν και το οποίο έφερνε μαζί του  τέτοιου είδους ανατολικές συνήθειες.

Ο καιρός ασφαλώς  έχει περάσει ακάθεκτος και ζώσες μαρτυρίες για την περίοδο της Οθωμανικής λειτουργίας των μαγαζιών αυτών δεν είναι δυνατόν να υπάρχουνε. Υπάρχουν όμως οι πιο πρόσφατες  αφού όχι και τόσο υπερήλικοι κάτοικοι της περιοχής  θυμούνται ακόμα πολύ καλά τους καφενέδες με τον αργιλέ, σκέτο ή με «φούντα», τις γυναίκες που καλούσαν  για να τραγουδήσουν  στα  διήμερα, συχνά και τριήμερα γλέντια της μαστούρας τους και τα οποία φυσικά  που  για ευνόητους λόγους γίνονταν κεκλεισμένων των θυρών. Είναι μάλιστα υπερήφανοι που στη περιοχή τους δεν μπορούσε «να πατήσει κουνούπι» αν δεν ήταν πλήρως εξακριβωμένο ότι ήταν «δικός τους..»

«Έως και  τα μέσα του 1950 στη γειτονιά υπήρχαν τεκέδες  πολλοί, λίγοι όμως  ήταν εκείνοι που έκανες πραγματικό  κέφι» λέει ο ογδοντάχρονος Σ.. .. «Θυμάμαι ότι μαζευόμαστε από βραδύς εκεί που κανονίζαμε,  και ξεχνούσαμε να φύγουμε. Ωραία πράματα! Ότι κάναμε το κάναμε για πάρτη μας, κανένα δεν βλάφταμε, μόνο που έπρεπε να έχεις κάμει το στρατιωτικό σου για να σου επιτρέψουν να καπνίσεις μαζί τους, διαφορετικά  όχι μόνο δεν έμπαινες μέσα αλλά καν δεν μπορούσες να κοιτάξεις τι γινόταν μέσα. Τα τζάμια τα σκέπαζαν με χαρτί  αλλά  στεκόταν κι ο καφετζής στη πόρτα  και μπουγιέλωνε  όποιον τολμούσε να πλησιάσει.

Ποτό βέβαια  δεν πίναμε , μόνο φούντα , φωνάζαμε  και την συχωρεμένη  την Α…… που ήταν η δουλειά της αυτή, να τραγουδά δηλαδή, είχε φωνάρα εδώ που τα λέμε , και να κάνει ωραία κουνήματα με το τουμπερλέκι , αυτά ήταν ακόμα πιο ωραία από τη φωνή της, κι εκεί να δεις γλέντια! Μετά  άμα κανείς από εμάς τη γουστάριζε  και περισσότερο  την έπαιρνε και φεύγανε και εννοείτε όχι με το αζημίωτο φυσικά!

Και  η αλήθεια είναι ότι την γουστάριζαν πολύ, ήταν σκερτσόζα γυναίκα, Μικρασσιάτισα, δεν έμοιαζε με καμιά από όλες τις υπόλοιπες εδώ πέρα, μέχρι που έστεκε στα πόδια της την έκανε αυτή τη δουλειά..»

Εικονες απ’ ότι απόμεινε

 

 

 

 

Πολύτιμες πληροφορίες για τον παρόν κείμενο πάρθηκαν από το βιβλίο του Γιάννη Ζαιμάκη «ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ ΑΚΜΑΖΟΝΤΑ»

ΠΑΡΕΚΚΚΛΙΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΟΝ ΛΑΚΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ(1900-1940)