Το βιβλίο στα χέρια και την άποψη της Βασιλικής

«Το δάκρυ της Μάντισσας» της Γιώτας Γουβέλη 

 

  Γράφει η Βασιλική Μολφέση

 

Εξαιρετικό και συγκλονιστικό είναι το νέο μυθιστόρημα της Γιώτας Γουβέλη με τίτλο «Το δάκρυ της Μάντισσας». Η συγγραφέας συνθέτει μια αξιόλογη υπόθεση ολοζώντανα δοσμένη με την υπέροχη πένα της, βασισμένη σε αληθινή ιστορία , η οποία εκδικάστηκε στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα στο Κακουργιοδικείο Μεσολογγίου.

Με μια καλοδομημένη πλοκή, με γλαφυρό ύφος, και πανέμορφες εικόνες μεταφέρει τον αναγνώστη στην Αθήνα, στου Όθωνα τα χρόνια, με την Άννα, που μετά από κάποιες άσχημες περιπέτειες, αφήνει τις ανέσεις της μεγαλοαστικής Αθηναΐκής κοινωνίας και διορίζεται με τη θέλησή της σε ένα ορεινό χωριό κοντά στη Θήβα.

Εκεί θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του πρώην δασκάλου και θα συγκατοικήσει με τα παιδιά του, Νάσο και την πεντάμορφη Μαρίτσα, την αδερφή του θεία Παναούλα και την ψυχοκόρη τους Φιλιώ, αντιμετωπίζοντας την περιφρόνηση ως γυναίκα στη θέση της δασκάλας, τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης , τις νοοτροπίες της ελληνικής επαρχίας, τους εκβιασμούς και τις απειλές από τους παλικαράδες των κομματαρχών και τους μεγαλοτσιφλικάδες μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και τη σχέση εξάρτησης και συμφερόντων των μελών της κλειστής κοινωνίας του χωριού.

Η ομορφιά της Μαρίτσας δεσπόζει σε όλη την υπόθεση του βιβλίου, δημιουργώντας πόθους, πάθη κι έρωτες και ως το τέλος πρωταγωνιστεί εγωιστικά στη ζωή των ηρώων του βιβλίου και καθορίζει την πορεία τους με μια δολοφονία κι έναν τραγικό επίλογο.

Μεγάλη η αντίθεση ανάμεσα στην εύκολη και όμορφη ζωή της Αθήνας με τη βασιλική αυλή, το θέατρο , την ιππασία και τις συναναστροφές με καλλιεργημένους ανθρώπους από τη μια και από την άλλη, τη φτώχεια , την αμορφωσιά και τις ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής του χωριού. Άπειρα και τα συναισθήματα που νιώθει ο αναγνώστης διαβάζοντας με αγωνία ως την τελευταία σελίδα, όπως τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, τη μεγάλη κι αληθινή αγάπη, τον έρωτα, το πάθος, τη ζήλεια, το μίσος, την κακία, την αδικία και την εκδίκηση.

Παραστατικότατες οι εικόνες της εποχής, με τα κτίρια, τις οδούς της Αθήνας, τις χοροεσπερίδες, τις πολιτικές διαμάχες στα καφενεία καθώς και της Ρούμελης, που με την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά της γλώσσας, η συγγραφέας δείχνει τις συνθήκες ζωής, με θαυμάσιες περιγραφές των ορεινών τοπίων, της φύσης, της καθημερινότητας των κατοίκων, τους χορούς, τα πανηγύρια, τις ενδυμασίες, τις οικιακές και αγροτικές δουλειές.

Και μια εξαιρετική παράγραφος με τις ομορφιές της ορεινής φύσης σαν ο αναγνώστης να κάνει μια βόλτα στην ελληνική εξοχή: «Ο αέρας μύριζε ρετσίνι από τα πεύκα που τους περιτριγύριζαν, ενώ πιο πάνω στον ανήφορο διακρίνονταν δάση με βελανιδιές και διάσπαρτα πολυάριθμα ξωκλήσια.

Κοκκινωπά φυλλώματα από σφένδαμους εδώ κι εκεί χρωμάτιζαν με μαγικές πινελιές το φθινοπωρινό τοπίο, γεμίζοντας τα μάτια ομορφιά και τη ψυχή θάμπος μπροστά στο μεγαλείο της μοναδικής εκείνης ορεινής φύσης. Προσπέρασαν ένα γραφικό πέτρινο γεφύρι που θα το ζήλευε κι ο πιο ξακουστός χτίστης τόσο κομψό και στέρεο φαινόταν. Ο δρόμος ακολουθούσε την πορεία του ποταμού που πότε κρυβόταν πότε ξεπρόβαλλε ανάμεσα από τη βλάστηση της ρεματιάς, ενώ το νερό ακουγόταν συνεχώς να κυλάει με ορμή στον κατήφορο».