ΥΓΕΙΑ

Χαρακτήρας: Πώς αλλάζει καθώς μεγαλώνουμε

Το πώς θα είναι κάποιος στα 27 του, όσον αφορά τον χαρακτήρα του, αποτελεί μία σημαντική ένδειξη για το πώς θα είναι 20 χρόνια μετά.

Οι μακροχρόνιες επιστημονικές έρευνες αποτελούν δείγμα ωρίμανσης του πολιτισμού. Μία τέτοια, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα από το φιλανδικό Πανεπιστήμιο της πόλης Γιβασκίλα, μελέτησε την ωρίμανση του (με την έννοια της αποκρυστάλλωσης) καταγράφοντας αντιλήψεις, στάσεις ζωής και συνήθειες από τη νεότητα ως τη γήρανση.

Ο σχηματισμός ταυτότητας αποτελεί μείζονα αναπτυξιακή διαδικασία στην εφηβεία, η οποία μάλιστα συνεχίζεται καθόλη τη διάρκεια της ενηλικίωσης. Παρότι προκύπτουν σημαντικές διαφορές από άτομο σε άτομο, φαίνεται ότι το πώς και ποιος είναι ο χαρακτήρας μας στα 27 επηρεάζει καταλυτικά το ποιοι θα είμαστε δύο – τρεις δεκαετίες αργότερα. Η σταθερότητα αλλά και οι εναλλαγές της ταυτότητας κατά τη διάρκεια της μέσης ηλικίας (στις ηλικίες 36, 42 και 50) αξιολογήθηκε σε μια διαχρονική μελέτη σε Φιλανδούς και Φιλανδές, με σταθερό σημείο αναφοράς (καταγραφή ταυτότητας) τα 27 έτη. Το στυλ προσωπικότητας που προσδιορίστηκε σε αυτήν την ηλικία ορίστηκε ως ένα οργανωμένο σύνολο στοιχείων του χαρακτήρα, στάσεων ζωής και καθημερινών δραστηριοτήτων, το οποίο ύστερα από χρόνια φάνηκε αν μεταβλήθηκε, έμεινε σταθερό ή ανατράπηκε.

Στις γυναίκες, λοιπόν, η ομάδα με υψηλά πνευματικά ενδιαφέροντα και ανώτερη εκπαίδευση είχε σταθερά υψηλά ποσοστά σε αυτό που ονομάζουμε συγκροτημένη ταυτότητα, κατά τη μέση ηλικία. Αντιθέτως, η πιο συμβατική γυναικεία ομάδα που κατά βάση ασχολήθηκε με το νοικοκυριό και το μεγάλωμα παιδιών παρουσίασε σημαντική αστάθεια και ασάφεια ως προς την ταυτότητα στη μέση ηλικία.

Στους άνδρες, η ανθεκτικότητα σε συνδυασμό με τη θετική στάση ζωής των δυναμικών ατόμων συσχετίστηκε με υψηλό επίπεδο συγκροτημένης ταυτότητας στην ύστερη ηλικία. Αντιθέτως το γκρουπ των υπέρ-ελεγχόμενων, το οποίο στην ηλικία των 27 εμφανιζόταν ως κοινωνικά ενσωματωμένο και προσαρμοστικό, στη μέση ηλικία παρουσίαζε σημάδια στασιμότητας. Υψηλή εσωστρέφεια και χαμηλά κοινωνικά αντανακλαστικά επιδρούσαν αρνητικά στη βέλτιστη ανάπτυξη της ταυτότητάς τους. Το πιο αμφιλεγόμενο μοτίβο, όμως, παρουσιαζόταν στους υπό-ελεγχόμενους, σε εκείνους δηλαδή που στα 27 είχαν την τάση να εκφράζουν τα προβλήματα και τη δυσαρέσκειά τους προς τους άλλους. Αυτοί λοιπόν φάνηκε να αλλάζουν και να σταθεροποιούνται όσο πλησίαζαν στην ηλικία των 42, αλλά να εκτρέπονται εκ νέου και να εμφανίζονται κατακερματισμένοι στην ηλικία των 50.