ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

1768: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Φρανσουά Ρενέ Ντε Σατομπριάν, πιο γνωστός στην Ελλάδα ως Σατωβριάνδος, γάλλος συγγραφέας, πολιτικός, διπλωμάτης και φιλέλληνας. Προς τιμήν του, στην Αθήνα υπάρχει η οδός Σατωβριάνδου.

Σαν σήμερα  4 Σεπτεμβρίου του 1768 ,γεννήθηκε ο  ιδρυτής του γαλλικού Ρομαντισμού, συγγραφέας   Φρανσουά Ρενέ Ντε Σατομπριάν (François-Auguste-René, vicomte de Chateaubriand), γνωστός στην Ελλάδα ως Σατωβριάνδος, ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.Προς τιμήν του, στην Αθήνα υπάρχει η οδός Σατωβριάνδου.

Θεωρείται  από τα μεγαλύτερα  ονόματα της γαλλικής λογοτεχνίας, αυτός που ενέπνευσε στον άλλο μεγάλο ρομαντικό, τον Βίκτωρα Ουγκώ, την αποστροφή
«Θέλω να είμαι ή Σατωβριάνδος ή τίποτα».
Τον   τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει περισσότερο  στο περίφημο«Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825),  που κατά κάποιο τρόπο , αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.




                               François-René de Chateaubriand, 1808

Βιογραφικό σημείωμα:

Ο (François-Auguste-René, vicomte de Chateaubriand),  γεννήθηκε στοΣαιν-Μαλό της Βρετάνης, και μεγάλωσε στον οικογενειακό πύργο του Κομπούργκ της ίδιας περιοχής.
Προερχόταν από παμπάλαια, αλλά ξεπεσμένη, αριστοκρατική οικογένεια. Σπούδασε (1777-1783) στα κολλέγια της Ντολ (Dol), Ρεν (Rennes) και Ντινάν (Dinan), όπου διακρίθηκε όλως ιδιαιτέρως, και ενώ ταλαντευόταν μεταξύ της ναυτικής και της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας, γίνεται ανθυπολοχαγός στην φρουρά του Καμπραί το 1786. Το 1788, λοχαγός πλέον, βρίσκεται στο Παρίσι, όπου συναναστρέφεται συγγραφείς της εποχής και δημοσιεύει τους πρώτους του στίχους στο Almanach des Muses.

Το 1789 ξεσπά η Γαλλική Επανάσταση. Ο Σατωμπριάν, συμπαθών αρχικά, γρήγορα απογοητεύεται και φεύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γνωρίσει τους θεσμούς της χώρας αυτής και προ παντός την ζωή των Ερυθροδέρμων την οποία θαύμαζε. Επιστρέφει στη Γαλλία το 1792 και παντρεύεται την Σελέστ Μπουϊσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν αγάπησε, απατούσε συστηματικά, αλλά ποτέ δεν χώρισε.
Την ίδια χρονιά κατατάσσεται στο στρατό των πριγκίπων (émigrés) και πολεμά εναντίον της Επανάστασης. Η γυναίκα του και η αγαπημένη του αδελφή Λουσίλ συλλαμβάνονται κατά την Τρομοκρατία και ο αδελφός του καρατομείται. Πληγώνεται στην πολιορκία της Τιονβίλ και παίρνει τον δρόμο της εξορίας, στο Λονδίνο. Ζει στην Αγγλία επτά χρόνια σε εσχάτη ένδεια, δίνοντας μαθήματα Γαλλικής και κάνοντας μεταφράσεις. Τότε δημοσιεύει το πρώτο του έργο, το Δοκίμιο για τις Επαναστάσεις, όπου εκφράζει την δυσπιστία του για την Γαλλική αλλά και για όλες τις επαναστάσεις και που πέρασε απαρατήρητο. Περί το 1798 επανέρχεται στο Ρωμαιοκαθολικό δόγμα από το οποίο είχε αποστασιοποιηθεί.

Το 1800, επωφελούμενος της αμνηστίας που παραχώρησε ο Ναπολέων, τον οποίο θαύμαζε αρχικά, επέστρεψε στο Παρίσι. Την άλλη χρονιά δημοσιεύεται η Αταλά με καταπληκτική επιτυχία, και ο Ρενέ, εμπνευσμένα από το ταξίδι του στην Αμερική. Ένας τεράστιος παρθένος κόσμος ανοιγόταν μπροστά στον αναγνώστη, η απαρχή του ρομαντισμού. Το 1802 δημοσιεύτηκε το μνημειώδες έργο του Το Πνεύμα του Χριστιανισμού, μια απολογία του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος, που συνετέλεσε στην αναβίωση του Καθολικισμού στην Γαλλία.

Ο Ναπολέων, που ήθελε να επανασυνδέσει την Γαλλία με την Καθολική Εκκλησία, τον διόρισε γραμματέα της διπλωματικής αποστολής στο Παπικό Κράτος. Αλλά το 1804, μετά την απαγωγή και εκτέλεση του δούκα ντ’Ανγκιέν, εξαδέλφου του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, παραιτείται και διακόπτει κάθε σχέση του με τον Ναπολέοντα. Στο εξής θα ζει μόνο από τα βιβλία του.

Το 1806 πραγματοποιεί το περίφημο ταξίδι του σε Ελλάδα, Μικρά Ασία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Ισπανία. Τρία βιβλία ήταν προϊόντα του ταξιδιού αυτού : Οι Μάρτυρες, ένα ακόμα θρησκευτικό έργο αναφερόμενο στους διωγμούς των πρώτων Χριστιανών, Οι περιπέτειες του τελευταίου Αβενσεράγου, νουβέλα εμπνευσμένη από την παραμονή του στην Ισπανία και τέλος η περιγραφή του ίδιου του ταξιδιού, το Οδοιπορικόν εκ Παρισίων εις Ιεροσόλυμα, όπου εκφράζεται η αρχαιολατρεία του και η συμπάθειά του για τους συγχρόνους του Έλληνες.

Η δημοσίευση μιας δριμύτατης κριτικής κατά του Ναπολέοντα, όπου τον συγκρίνει με το Νέρωνα, του στοιχίζει την εκτόπιση από το Παρίσι. Ήδη έχει αναδειχθεί σε κεντρική μορφή της αντιπολίτευσης.

Με την πτώση του Ναπολέοντα και την επιστροφή των Βουρβώνων αρχίζει η πολιτική και διπλωματική του σταδιοδρομία. Ονομάζεται Ομότιμος και διορίζεται υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου αλλά γρήγορα πέφτει σε δυσμένεια αρνούμενος να συνεργαστεί με ανθρώπους της Επανάστασης που έγιναν αποδεκτοί από την Παλινόρθωση. Η απώλεια μεγάλου μέρους της περιουσίας του και η ασθένεια της γυναίκας του υποχρεώνουν το ζεύγος να ζει φιλοξενούμενο από φίλους και θαυμαστές. Απτόητος όμως περί τα ερωτικά συνδέεται (1817) με την θρυλική Μαντάμ Ρεκαμιέ (Madame Récamier), η οποία αποτελεί γι’ αυτόν πηγή έμπνευσης και ενεργητικότητας.

Το 1818 ιδρύει την εφημερίδα Le Conservateur (Ο Συντηρητικός, 1818-1820) από την οποία ασκεί οξύτατη κριτική κατά της κυβερνήσεως από τα δεξιά. Στη νέα κυβέρνηση Βιλλέλ διορίζεται υπουργός Εξωτερικών και προσπαθεί να επιβάλει τις απόψεις του κατά της «ηθικής των συμφερόντων» και της διαφθοράς. Το 1824 αποπέμπεται από την κυβέρνηση και αναδεικνύεται σε ηγέτη της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης αρθρογραφώντας στην Journal des Débats (Εφημερίδα των Συζητήσεων), με μεγάλη απήχηση στη νεολαία, η οποία τον θαύμαζε ως συγγραφέα και ως πολιτικό. Το 1826 εκδίδεται το μυθιστόρημά του Οι Νατσέζ, εμπνευσμένο από το ταξίδι του της Αμερικής, επεξεργασμένα επεισόδια του οποίου ήταν η Αταλά και ο Ρενέ.

Το 1828 διορίζεται πρεσβευτής στην Αγία Έδρα αλλά τον επόμενο χρόνο παραιτείται. Το 1830 μετά την πτώση των Βουρβώνων, ο Σατωμπριάν αρνείται να δώσει όρκο πίστεως στον Λουδοβίκο Φίλιππο, του δευτερότοκου κλάδου (των Ορλεανιδών), και αποσύρεται από τον δημόσιο βίο.

Ήδη από το 1817 είχε αρχίσει να γράφει το μεγαλόπνοο έργο του Απομνημονεύματα πέραν του τάφου, με την προοπτική να εκδοθεί το βιβλίο αυτό πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του. Αλλά το 1836, πιεζόμενος οικονομικά, πούλησε τα δικαιώματα σε μιαν εκδοτική εταιρεία υπό τον όρον της μεταθανάτιας έκδοσης. Η εταιρεία πούλησε με τη σειρά της τα δικαιώματα στην εφημερίδα La Presse η οποία άρχισε να δημοσιεύει το έργο σε συνέχειες. Εν πάση περιπτώσει η οριστική σε βιβλίο έκδοση ήταν όντως μεταθανάτια, το 1848. Πρόκειται για έργο αυτοβιογραφικό, μια λυρική αφήγηση της ζωής και της εποχής του, με σατιρικές αιχμές και γραφικές περιγραφές.

Το 1844 εκδίδει την Ζωή του Ρανσέ, ενός κοσμικού αριστοκράτη που αποσύρθηκε από την κοινωνία για να ιδρύσει το αυστηρότατο τάγμα των Τραπιστών μοναχών. Πρόκειται για έργο με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία και μια προσπάθεια εκτίμησης της πορείας του 19ου αιώνα.

Το 1847 πεθαίνει η γυναίκα του, την οποία σεβόταν αλλά απατούσε, και μένει μόνος με την Μαντάμ Ρεκαμιέ, την οποία αγαπούσε αλλά επίσης απατούσε.

Πέθανε κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1848 και τάφηκε κατά την επιθυμία του στο νησί Grand Be κοντά στο Σαιν-Μαλό, προσιτό μόνο κατά την άμπωτη.

Η ζωή του Σατωμπριάν ήταν ένα υπόδειγμα εντονότατων αντιφάσεων.
Η σχέση του με την αγαπημένη του αδελφή Λουσίλ σκιάζεται από την υπόνοια (αν όχι την βεβαιότητα) της αιμομιξίας.
Ήταν υπέρμαχος της θρησκείας αλλά ζούσε τόσο εκτός των επιταγών της που ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ αναφώνησε κάποτε :
«Πολύ θα ήθελα να γνώριζα το όνομα του εξομολογητή του κυρίου ντε Σατωμπριάν!». Ήταν μοναρχικός των άκρων και πρωτεργάτης της γαλλικής επέμβασης για την κατάπνιξη της επανάστασης στην Ισπανία, αλλά και οπαδός της ελευθερίας του τύπου και ο υπερασπιστής της Ελληνικής Επανάστασης που κατηγορήθηκε από την συντηρητική παράταξη γιατί με τα έργα του προκαλούσε επαναστατικές ανησυχίες στη νεολαία.
Ήταν ένας αντιδραστικός που ενέπνευσε τον Μπάυρον και τον Ουγκώ.
Ο ίδιος είχε δηλώσει : «Είμαι δημοκρατικός εκ φύσεως, μοναρχικός εξ αιτίας της λογικής και βουρβωνικός για λόγους τιμής».

Στο Οδοιπορικό του ο Σατωμπριάν, που πίστευε ότι η Γαλλία ήταν
 «η πρωτότοκος θυγάτηρ της Ελλάδος κατά τε την ανδρείαν, την ευφυΐαν και τας τέχνας», έψαξε αλλά δεν βρήκε την αρχαία Ελλάδα («”Λεωνίδα” έκραξα…αλλ’ ουδέν των ερειπίων επανέλαβε το μέγα τούτο όνομα» – οι μεταφράσεις του Εμμανουήλ Ροΐδη).
Το οδοιπορικό του ,στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Τους νέους Έλληνες δεν τους καλογνώρισε αλλά εκφράζει την αισιοδοξία του για το μέλλον τους βασιζόμενος στο λαμπρό παρελθόν τους αλλά και τους φόβους του για τις συνέπειες της δουλείας. Όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση, συνδέθηκε με τις φιλελληνικές εταιρείες και σε νέα έκδοση του Οδοιπορικού προέταξε το Υπόμνημα περί Ελλάδος, όπου υποστήριζε από νομικής, ιστορικής και ηθικής απόψεως τα δίκαια της Ελλάδος.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:
«Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.»

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:


  1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.
  2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.
  3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.
  4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Παρακάτω συνεχίζει:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει  το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».