ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ

1896: Σαν σήμερα πέθανε ο Γεώργιος Βιζυηνός 

 

Ο Γεώργιος Βιζυηνός ανήκει στην εμπνευσμένη λογοτεχνική γενιά του 1880 και με το έργο του δίνει στην ηθογραφία μία νέα κατεύθυνση, λιγότερο «στημένη» και βουκολική, περισσότερο ρεαλιστική με ό,τι συνεπάγεται αυτό ως προς την παρουσίαση και τον χαρακτηρισμό των τοπικών κοινωνιών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1849 στη Βιζύη της Θράκης, από την οποία δημιούργησε το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο. Το όνομά του ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης.
Το 1854, σε νηπιακή ηλικία, ορφάνεψε από πατέρα και στάλθηκε σε κάποιον θείο ράπτη στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να μάθει την τέχνη. Μεγαλώνει εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος, η παιδική ηλικία αναστέλλεται, η ενηλικίωση έρχεται πρόωρα.
Ο τυραννικός, προς το ορφανό παιδί, συγγενής πεθαίνει και ο μικρός Βιζυηνός στέλνεται, το 1856, προστατευόμενος του Κύπριου εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη, ακόμα πιο μακριά, στη Λευκωσία, υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β’. Εκεί, θα σπουδάσει και το 1872 θα συνεχίσει τις σπουδές του στο Ελληνικό Λύκειο Πέραν και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το 1873 γνωρίζει τον Γεώργιο Ζαρίφη, τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη, ο οποίος θα τον θέσει υπό την προστασία του και θα τον βοηθήσει στην έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής, τα «Ποιητικά Πρωτόλεια». Το ίδιο έτος τελειώνει το Γυμνάσιο στην Πλάκα Αθηνών.
το 1874 κερδίζει σε ποιητικό διαγωνισμό, με το ποίημα «Ο Κόδρος», με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή. Τελειώνει το γυμνάσιο και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ.
Το 1875 συνεχίζει τις σπουδές του στη Γερμανία, δίνοντας έμφαση στη φιλοσοφία και ψυχολογία. Το διάστημα αυτό, θα γράψει τη διδακτορική διατριβή για την παιδαγωγική αξία του παιδικού παιχνιδιού, που σχεδόν έναν αιώνα μετά θα γίνει βιβλίο.
Το 1876 βραβεύεται στο Βουτσιναίο διαγωνισμό για την ποιητική του συλλογή «Βοσπορίδες αύραι» (αρχικός τίτλος «Άραι Μάραι Κουκουνάραι»), το 1877 τιμάται με έπαινο για την ποιητική συλλογή «Εσπερίδες». Το 1879 δημοσιεύεται το πρώτο του παιδικό διήγημα «Ο άραψ και η κάμηλος αυτού».
Το 1881 επισκέπτεται το Σαμάκοβο της Αν. Θράκης, στις κληρονομημένες εκτάσεις γης από τη μητέρα του, και ασχολείται, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με μία επιχείρηση μεταλλείων, ανεπιτυχώς λόγω κοινωνικο-πολιτικών καταστάσεων. Το 1882 επιστρέφει στην Αθήνα, κατόπιν ταξιδεύει στην Εσπερία, Παρίσι και Λονδίνο. Στην αγγλική πρωτεύουσα συντάσσει τη διατριβή “Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω” που θα τυπωθεί δύο χρόνια μετά ενώ το 1883 τυπώνεται “Το αμάρτημα της μητρός μου” πρώτα στη γαλλική κι έπειτα στην ελληνική γλώσσα.
Το 1884 χάνει τον προστάτη και χρηματοδότη του Γεώργιο Ζαρίφη και εκτός από την οικονομική δυσχέρεια πέφτει και σε κατάθλιψη. Τη χρονιά αυτή θα δημοσιεύσει τις «Συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», την «Πρωτομαγιά», «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», τον «Τρομάρα», «Το σκιάχτρο του χωραφιού», τον «Κλέπτη».
Το 1885 εκλέγεται υφηγητής της ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ διδάσκει ψυχολογία και λογική στη Μέση Εκπαίδευση. Τον ίδιο χρόνο δημοσιεύεται το έργο «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα» ενώ συγγράφει τις μελέτες «Στοιχεία λογικής» και «Ψυχολογικαί μελέται επί του καλού».
Το 1886 συγγράφει τον «Μοσκώβ Σελήμ» ενώ το 1888 το έργο «Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη». Το 1888 παρουσιάζει τη μελέτη «Στοιχεία Ψυχολογίας». Το 1889 πραγματοποιεί ταξίδι στη γενέτειρα, τη Βιζύη ενώ τον ίδιο χρόνο θα γνωριστεί με τον μετέπειτα βιογράφο του Ν.Ι.Βασιλειάδη.
Το  1890, εργάστηκε ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Μία ασθένεια του μυελού θα τον οδηγήσει στα λουτρά Μπαντγκαστάιν της Αυστρίας, για θεραπεία. Αυτή τη χρονιά δημοσιεύει τα παιδικά αφηγήματα «Μέσα εις το αμφιθέατρον» και «Πώς οικονομείται ο χρόνος».
Το 1892 θα γνωρίσει τη δεκαεξάχρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη και θα την ερωτευθεί παράφορα χωρίς αντίκρισμα. Αυτό ίσως είναι και το τελειωτικό χτύπημα για την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή του.  Ο Γεώργιος Βιζυηνός εισάγεται στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής με βαριά ψυχασθένεια. Το διάστημα του εγκλεισμού του, συνεχίζει να γράφει ποιήματα.
Το 1894 δημοσιεύεται η μελέτη του «Ανά τον Ελικώνα, βαλλίσματα» και το 1895 γίνεται η πρώτη δημοσίευση του «Μοσκώβ Σελήμ» στην εφημερίδα «Εστία».
Στις 15 Απριλίου 1896, ο Γεώργιος Βιζυηνός πεθαίνει Στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο σε ηλικία 47 ετών και κηδεύεται δημόσια δαπάνη. Οι μελετητές διχογνωμούν για τα ακριβή αίτια της ψυχασθένειας αυτού του ευαίσθητου και ιδιαίτερου ανθρώπου, συγγραφέα, εκπαιδευτικού και επιστήμονα.

Το έργο
Οι ιστορίες του Βιζυηνού έπεισαν τους αναγνώστες, την κοινωνία της εποχής που ήταν έτοιμη να δεχθεί νεωτερισμούς, χάρη στο λιτό λογοτεχνικό τους ύφος και την αμεσότητα του λόγου τους. Ο Βιζυηνός καθιερώθηκε θεμελιωτής της ηθογραφίας, του διηγήματος και είναι από τους πρωτοπόρους της παιδικής πεζογραφίας και ποίησης με απαράμιλλη μυθοπλαστική ικανότητα και σεβασμό της λογικής του μικρού παιδιού, χωρίς τεχνικά στολίδια αλλά παιδοκεντρικά και με παιδαγωγικό χαρακτήρα που δεν κουράζει, δεν ενοχλεί.
Με μεγάλο εύρος σπουδών, για την εποχή (Φιλοσοφία, Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Φιλολογία), στα μεγάλα αστικά και εκπαιδευτικά κέντρα Δύσης και Ανατολής, έγραψε επιστημονικές μελέτες στα πεδία της Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας, Φιλολογίας, Λαογραφίας και Αισθητικής. Το πεζογραφικό του έργο συμπεριλαμβάνει εφτά βιογραφικά διηγήματα, τέσσερις ποιητικές συλλογές και έργα δημοσιευμένα σε περιοδικά της εποχής. Πρωτοπόρος της παιδικής ποίησης με δημοσιεύσεις στη «Διάπλαση των Παίδων»  και αλλού. Ένα από τα ωραία που έχουν γραφτεί για τον Βιζυηνό είναι και το παρακάτω: «Η συνείδηση της ποίησής του συμπίπτει με τη συνείδηση της επιστήμης του».