ΚΟΣΜΟΣ

Guardian: 80 χρόνια μετά το Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, η Μόσχα προσπαθεί να το δικαιολογήσει

Έκθεση στη Μόσχα σχετικά με το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης, που υπεγράφη στις 23 Αυγούστου 1939, επιχειρεί να στρέψει την προσοχή στη συμπεριφορά της Δύσης τη δεκαετία του ’30

«Ογδόντα χρόνια αφότου η Σοβιετική Ένωση και η ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν ένα σύμφωνο μη επίθεσης που χώριζε την Ευρώπη σε σφαίρες επιρροής, η Ρωσία εκθέτει στο κοινό για πρώτη φορά το αυθεντικό κείμενο της συνθήκης Μολότοφ-Ρίμπεντροπ και του μυστικού πρωτοκόλλου της» αναφέρει σημερινό δημοσίευμα της Guardian.

Όπως επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα, μαζί με τη συνθήκη, στην έκθεση που φιλοξενείται στις εγκαταστάσεις του Κρατικού Αρχείου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη Μόσχα, περιλαμβάνονται έγγραφα από το διάστημα ανάμεσα στην Συμφωνία του Μονάχου το 1938 και την κατάκτηση της Τσεχοσλοβακίας μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου. Αυτά τα έγγραφα, σύμφωνα με τους διοργανωτές, επιβεβαιώνουν τους φόβους που έτρεφαν οι Σοβιετικοί ότι η Δύση προσπαθούσε να στρέψει την γερμανική επιθετικότητα ενάντια στη Μόσχα.

«Το μήνυμα στην Ευρώπη είναι σαφές: όλοι εμπλέκονταν», αναφέρει ο αρθογράφος της Guardian και συνεχίζει: «Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, που μίλησε στα εγκαίνια της έκθεσης την περασμένη εβδομάδα, ήταν ξεκάθαρος σχετικά με αυτό το ζήτημα: “Υπό τις δεδομένες συνθήκες, η Σοβιετική Ένωση ήταν αναγκασμένη να διασφαλίσει μόνη της την εθνική της ασφάλεια και έτσι υπέγραψε ένα σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία” είπε».

O αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι η Σοβιετική Ένωση αρνούνταν για πολλά χρόνια ακόμα και την ύπαρξη του μυστικού πρωτοκόλλου που όριζε το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, το οποίο υπεγράφη στις 23 Αυγούστου 1939 – και το αναγνώρισε μόνο, καταδικάζοντάς το, υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Τώρα, η Ρωσία επιχειρεί να κανονικοποιήσει τη συμφωνία μη επίθεσης, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει μελετηθεί στο πλαίσιο της σκληρής ρεαλπολιτίκ της Ευρώπης του 1930, εξηγεί ο ίδιος.

molo

«Αυτή η απόπειρα» επισημαίνει ο αρθρογράφος, «σε συνδυασμό με την εκστρατεια του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στα social media που διαμηνύει την “αλήθεια για τον Β’ Παγκόσμιο” έχει προκαλέσει κατακραυγή από γειτονικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης που προσαρτήθηκαν και διασπάστηκαν υπό τους όρους της συνθήκης».

Οι κυβερνήσεις της Εσθονίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Πολωνίας και Ρουμανίας εξέδωσαν ανακοίνωση με αφορμή τη σημερινή «επέτειο» επισημαίνοντας ότι η συνθήκη «καταδίκασε τη μισή Ευρώπη σε δεκαετίες δυστυχίας».

«Γι’ αυτό σήμερα, τη μέρα που έχει οριστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα Απολυταρχικών Καθεστώτων, θυμόμαστε όλους εκείνους, των οποίων οι θάνατοι και οι κατεστραμμένες ζωές ήταν συνέπεια των εγκλημάτων που διαπράχθησαν υπό την ιδεολογία του Ναζισμού και του Σταλινισμού».

«Αυτού του είδους η γλώσσα είναι απεχθής για τη Μόσχα, που θεωρεί ότι η οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στον ρόλο που διαδραμάτισαν οι Ναζί και οι Σοβιετικοί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί παραποίηση της ιστορίας και συνιστά ακόμα και απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας.

Το 2009, ο Λαβρόφ έγραψε: “Η νίκη ήρθε με πολύ υψηλό τίμημα, για να επιτρέψουμε να μας τη στερήσουν. Για εμάς αυτό αποτελεί κόκκινη γραμμή”» τονίζει το δημοσίευμα.

Πολλοί Ρώσοι πιστεύουν ότι η Δύση υποτιμά τον σοβιετικό ρόλο στην νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας, μια νίκη που στοίχισε τη ζωή πέρίπου 26 εκατομμυρίων Ρώσων, Ουκρανών και άλλων πολιτικών της Σοβιετικής Ένωσης. «Την τελευταία δεκαετία, το Κρεμλίνο επιχειρεί να αποκρούσει την κριτική για το παρελθόν του κατά τον πόλεμο ξαναγράφοντας βιβλία, διευρύνοντας τους εορτασμούς για την Ημέρα της Νίκης και, σε συνεργασία με ιστορικούς, αναβιώνοντας το 2012 την Ρωσική Κοινότητα Στρατιωτικής Ιστορίας της τσαρικής εποχής, υπό την ηγεσία του Σεργκέι Ναρίσκιν».

Πηγή: Guardian